Summary
Church and Nation in eschatological perspective | Church and Nation in eschatological perspective |
|
|
|
|
του Παντελή Καλαϊτζίδη, Θεολόγου, ΔΕΑ Φιλοσοφίας Σάββατο 28 Απριλίου 2001
Το πρόβλημα
Δεν ξέρω
αν "τα έθνη είναι ο πλούτος της ανθρωπότητας" κι αν "το πιο
ελάχιστο απ' αυτά μεταφέρει μέσα του μια ιδιαίτερη πλευρά της εκπλήρωσης του
θείου σκοπού" καθώς λέει ο μεγάλος ρώσος χριστιανός συγγραφέας Αλέξανδρος
Σολζενίτσιν, ή αν αντιθέτως τα έθνη, ως μεταπτωτικό γεγονός, είναι η τιμωρία
και το χάος για την ανθρωπότητα καθώς αφήνουν σαφέστατα να εννοηθεί η βιβλική
ιστορία για τον Πύργο της Βαβέλ (Γένεσις, ια΄, 1-9) και η σχετική υμνολογία της
Εκκλησίας (βλ.κοντάκιον του εσπερινού της Πεντηκοστής). Από τη σκοπιά της
εσχατολογίας πάντως αρκεί να θυμόμαστε ότι επειδή "εκ πίστεως δικαιοί τα
έθνη ο Θεός ", γι' αυτό και δόθηκε στον Αβραάμ, το γενάρχη του εβραϊκού
λαού με τις γνωστές αξιώσεις αποκλειστικότητας, "το ελπιδοφόρο μήνυμα ότι
θα ευλογηθούν στο πρόσωπό του όλα τα έθνη",σύμφωνα με την φράση του
Αποστόλου Παύλου (Γαλ. γ΄, 8). Το
ζητούμενο συνεπώς είναι η εκκλησιοποίηση και η "υποδοχή" του έθνους,
του κάθε έθνους, εντός της Εκκλησίας, το να γίνει μ' άλλα λόγια το έθνος
Εκκλησία και όχι να μεταβληθεί η Εκκλησία σε έθνος. Το πρώτο, προεκτείνει τις
συνέπειες του γεγονότος της Ενσαρκώσεως
μαρτυρεί για την συνεχή Πεντηκοστή που
ζει η Εκκλησία και προετοιμάζει τα Έσχατα, ενώ το δεύτερο, εκκοσμικεύει την
Εκκλησία και την ταυτίζει μ' ότι είναι προορισμένο να υπερβαθεί και να πεθάνει
στα Έσχατα.
Μία
θεμελιώδης, αλλά εν πολλοίς ξεχασμένη, ακριβώς διάσταση του Χριστιανισμού είναι
η εσχατολογική. Ο Χριστιανισμός είναι αδιανόητος έξω από την εσχατολογική του
προοπτική. Όπως όμως ήδη έχει λεχθεί, η εσχατολογία δεν είναι απλώς ο λόγος για
τους έσχατους χρόνους ή το τελευταίο κεφάλαιο της Δογματικής (όπως συνήθως
λέγεται στα δυτικής σχολαστικής εμπνεύσεως εγχειρίδια). Η εσχατολογία είναι
περισσότερο μια στάση και μία πραγματικότητα που αναφέρεται στην εισβολή του
εσχάτου στο παρόν, στην πρόγευση "από του νυν" της ζωής του μέλλοντος
αιώνος και στην αναμονή της ερχόμενης βασιλείας. Η προσδοκώμενη βασιλεία όμως
δεν είναι "εκ του κόσμου τούτου", δεν χρησιμοποιεί τα κοσμικά μέσα,
δηλ. τη δύναμη, τη βία και την εξουσία για να επιβληθεί και να επιβιώσει, δεν
αναφέρεται και δεν εξαντλείται στα σχήματα του παρόντος αιώνος, δεν ταυτίζεται
με τίποτα που μας είναι γνωστό από το παρελθόν. Η Βασιλεία του Θεού μας έρχεται
από το μέλλον, απ' τον ανακαινισμένο και μεταμορφωμένο νέο κόσμο του Θεού, τον
απαλλαγμένο απ' την αδικία, τη διαίρεση, τη φθορά και το θάνατο. Στην παρούσα
φάση, μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή, μόνο εν μέρει και ως
"αρραβώνα" προγευόμαστε τη ζωή της ερχόμενης Βασιλείας. Η Εκκλησία
βέβαια είναι στραμμένη στο όραμα των Εσχάτων, στο όραμα "του καινού
ουρανού και της καινής γης" (Β΄ Κορ. ε΄, 17), ενώ παλεύει και προσεύχεται
υπέρ "της των πάντων ενώσεως " (θεία λειτουργία) και της καθολικής
συναδελφώσεως των ανθρώπων με τον Θεό και μεταξύ τους. Η εκκλησία δεν
ταυτίζεται με την Βασιλεία, αλλά είναι καθ' οδόν προς τη Βασιλεία. Η Εκκλησία
είναι "τύπος και Εικόνα της Βασιλείας" όπως μας λέει ο άγιος Μάξιμος
ο Ομολογητής στη "Μυσταγωγία" του (P.G.91, 664 D). Ο χριστιανισμός
ζει λοιπόν την κατάσταση του "αναμεταξύ" και αυτό το στοιχείο κρίνει
και τις επιλογές και τις αξίες του. Τα πάντα κρίνονται και αξιολογούνται με
βάση τα Έσχατα, όλη η ζωή του Χριστιανού ανακρίνεται και προσανατολίζεται προς
τον αναμενόμενο νέο κόσμο απ' τον οποίο παίρνει ταυτότητα και υπόσταση, νόημα
και σκοπό το παρόν. Ο πιστός χωρίς να περιφρονεί τον κόσμο, αρνείται να
ταυτίσει την ζωή και την αποστολή του με τα σχήματα και τις εξουσίες του
παρόντος αιώνος. Χωρίς να περιφρονεί την ιστορία, αρνείται να εξαντλήσει το
σκοπό του στα όρια της ιστορίας. Δεν είναι λάτρης του παρελθόντος, γιατί είναι
στραμμένος στο μέλλον, απ' όπου περιμένει το πλήρωμα της υπάρξεως του. Δεν
είναι όμως ούτε και αρνητής του παρόντος, γιατί τα Έσχατα δεν καταργούν, αλλά
μεταμορφώνουν την ιστορία, της δίνουν νόημα και σκοπό. Τα παραπάνω στοιχεία
καθορίζουν μία στάση αναμονής και προσδοκίας, μια ένταση ανάμεσα στο ήδη και
στο όχι ακόμη, ανάμεσα στην Ανάσταση του Χριστού και στην υπόσχεση της δικής
μας ανάστασης, που θα σημάνει την αφθαρτοποίησή μας και το τέλος της εξουσίας
του θανάτου. "Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ? πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού" (Προς Γαλάτας, γ΄, 28). Η εσχατολογική πραγματοποίηση του μυστηρίου της ενότητος μέσα στην Εκκλησία αίρει και σχετικοποιεί κάθε διαίρεση και διαχωρισμό, άρα και αυτόν του έθνους, όπως δείχνει η μελέτη των σχετικών κειμένων (Επιστολές Αποστόλου Παύλου, "Προς Διογνητόν Επιστολή", "Μυσταγωγία" αγίου Μαξίμου του Ομολογητού κ. α.). Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα εναργές στην Ευχαρισταία, που σύμφωνα με την ορθόδοξη θεολογία είναι εικόνα της Βασιλείας του Θεού και Πρόγευση των Εσχάτων. Στην Ευχαριστία, που συγκροτεί την Εκκλησία σε Σώμα Χριστού, προγευόμαστε εσχατολογικά τη μετοχή στην τριαδική ζωή, τη νίκη εναντίον της φθοράς και του θανάτου, την υπέρβαση κάθε είδους διαιρέσεων και διασπάσεων (φυλής, έθνους, φύλου, κοινωνικής θέσης κλπ), καθώς τίποτα απ' όλα αυτά δεν θα υπάρχει στα Έσχατα. Πρόγευση των Εσχάτων και εισβολή των Εσχάτων όμως στην ιστορία δια της θείας Ευχαριστίας σημαίνει ότι η ιστορία διαρκώς αγιάζεται και μεταμορφώνεται, ότι αποβάλλει το φθαρτό για να ενδυθεί την ευπρέπεια του άφθαρτου, ότι συνεχώς υπερβαίνει τους τεμαχισμούς προς χάριν της ενότητος, με στόχο και σκοπό την καθολική συναδέλφωση των ανθρώπων με το Θεό και μεταξύ τους. Η τέλεια ενότητα και συναδέλφωση που θα είναι η ζωή του μέλλοντος αιώνος, δίδεται όμως ως αναλαμπή και πρόγευση στην Ευχαριστία, και κατά τούτο η Ευχαριστία συνιστά την ταυτότητα της Εκκλησίας.Με την μετοχή στην Λειτουργία και την Ευχατριστία, ο κόσμος γίνεται Εκκλησία, ενώ με την εισβολή στην Ευχαριστία αλλότριων προς το λειτουργικό ήθος στοιχείων, η Εκκλησία εκκοσμικεύεται και λησμονεί το Εσχατολογικό όραμα της ενότητας και της υπερβάσεως των διαιρέσεων. Η εισβολή του εθνικού στο λειτουργικό και ευχαριστιακό χώρο εμπίπτει σε αυτή την περίπτωση, καθώς το εθνικό αντί να εκκλησιοποιηθεί, εθνικοποιεί και εκκοσμικεύει την Εκκλησία, ενώ από ευχαριστιακή - εσχατολογική άποψη, δεν μπορεί να ταυτιστεί το εθνικό με το εκκλησιαστικό, όπως και στην ιστορία της εκκλησίας δεν ταυτίστηκαν οι εθνομάρτυρες με τους ιερομάρτυρες. Το έθνος, όπως και το φύλο, ο γάμος, ο νόμος, το ένδυμα, οι τέχνες, το επάγγελμα, η εργασία, η πολιτική κ. α. , ακολουθούν την πτώση, αποτελούν μεταπτωτικές καταστάσεις και συνοδεύουν την ιστορική πορεία του ανθρώπου. Στην ιστορική μας πορεία αυτό δεν σημαίνει ότι εν Χριστώ καταργούνται ή αφανίζονται όλες αυτές οι εκδηλώσεις και καταστάσεις της ζωής του ανθρώπου, αλλά ότι αλλάζουν περιεχόμενο και αξιολόγηση. Τα κριτήρια είναι νομίζω α) αν αυτονομούνται αυτές οι εκδηλώσεις και β) αν προάγουν ή αν εμποδίζουν την ενότητα, αν μ' άλλα λόγια προετοιμάζουν ή καθυστερούν τα Έσχατα. Ο τεμαχισμός του φύλου, για παράδειγμα, δια του γάμου, από παράγων χωρισμού και διαιρέσεως μεταποιείται σε αφορμή κοινωνίας και ενότητας, καθώς ο γάμος στην ορθόδοξη παράδοση είναι εικόνα της Βασιλείας, ενώ ο άνδρας εικονίζει το Χριστό και η γυναίκα την Εκκλησία (βλ Εφεσ. ε΄, 21-33). Παρομοίως, αυτό που φαίνεται να είναι κατάρα και τιμωρία εξαιτίας της έπαρσης των ανθρώπων στον πύργο της Βαβέλ (Γεν. ια΄), δηλ. ο κατακερματισμός της ανθρωπότητας σε διαφορετικά έθνη και γλώσσες, μεταβάλλεται την ημέρα της Πεντηκοστής σε αφορμή ενότητας και δοξολογίας. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια οι διαφορετικές γλώσσες, εκφράζοντας την ενότητα μέσα στην ποικιλία, γίνονται όργανα διάδοσης και ύμνησης του θείου λόγου ενώ τα έθνη αυτοπεριοριζόμενα, ανοίγονται στην οικουμενικότητα. Αμαρτία είναι η αυτονόμηση, η θεοποίηση του κτιστού και φθαρτού, η ειδωλοποίηση του ατομικού η συλλογικού εγώ. Το πρόβλημα παρουσιάζεται όταν το έθνος γίνεται κύρια και πρώτη αξία, αντί να εκκλησιοποιηθεί και να ιεραρχηθεί, ενώ το ακόμη τραγικότερο είναι όταν υποτάσσεται η Εκκλησία στους σκοπούς και τα κελεύσματα του έθνους. Η τελική υπέρβαση του έθνους είναι εσχατολογικό μεταϊστορικό γεγονός. Δεν μιλάμε λοιπόν για την κατάργηση του έθνους, γιατί τότε θα μιλούσαμε για κατάργηση της ιστορίας. Επειδή όμως τα έσχατα έχουν εισρεύσει στην ιστορία (Ι. Ζηζιουλας, Σ. Αγουρίδης) και επειδή στην ορθόδοξη προοπτική έχουμε την εγκαινιασθείσα (Γ. Φλωρόφσκυ) ή την λειτουργούσα εσχατολογία (Γ. Πατρώνος), γι' αυτό το αίτημα της υπερβάσεως του έθνους τίθεται ήδη από τώρα. Αν η εσχατολογία παραπέμπει μόνο σε μια άλλη, μετά θάνατον ή μετά την δευτέρα παρουσία ζωή, τότε και η υπέρβαση του έθνους θα είναι μεταϊστορικό γεγονός. Αν όμως τα έσχατα έχουν ήδη αρχίσει με την ανάσταση του Χριστού, τότε η υπέρβαση του έθνους προς χάριν της εν Χριστώ ενότητος ξεκινά να πραγματοποιείται ήδη από τώρα, έστω και μερικώς. Το έθνος και η "λατρεία" του ενέχουν επιπλέον τον κίνδυνο μιας νέας ειδωλολατρείας, καθώς υπερυψώνουν ψεύτικους θεούς και κτιστές φθαρτές πραγματικότητες, ενώ μας γυρνούν και σε έναν πνευματικό πρωτογονισμό. Η "λατρεία" του έθνους μας βυθίζει στην υποδούλωση στις χθόνιες δυνάμεις της φυλής και του αίματος. Αντιθέτως, η ένταξη στην Εκκλησία και η πρόοδος στην πνευματική ζωή, έχουν ως συνέπεια την ελευθερία και την βαθμιαία υπέρβαση ή αχρήστευση διακρίσεων και διαχωρισμών με βάση το έθνος, τη φυλή, τη γλώσσα, την καταγωγή, τους οικογενειακούς δεσμούς κλπ. Βεβαίως όσο υπάρχει ιστορία θα υπάρχουν και έθνη, οι έννοιες όμως του έθνους και της Εκκλησίας βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση, καθώς εμπεριέχουν μίαν ασυμφιλίωτη και αντίρροπη δυναμική. Το έθνος που προήλθε απ' τη διάσπαση και τον τεμαχισμό της ενιαίας ανθρωπότητας, σηματοδοτεί μία πορεία χωρισμού και διαίρεσης, ενώ η ύπαρξη και επιβίωση του εμπεριέχει τα στοιχεία του αποκλεισμού και της αποκλειστικότητας. Η Εκκλησία αντιθέτως, ετοιμάζει και πραγματοποιεί εσχατολογικά την οδό της ενότητος, εύχεται "υπέρ της των πάντων ενώσεως", ενώ η ίδια η ευχαριστιακή συγκρότησή της εμπεριέχει τη δυναμική της εν Χριστώ υπερβάσεως των πάσης φύσεως διαιρέσεων. Το έθνος χωρίζει αυτά που πρωταρχικά ήταν ενωμένα, ενώ η Εκκλησία ενώνει τα πριν διεστώτα. Το έθνος χαρακτηρίζεται συνήθως από εσωστρέφεια, αυτοδικαίωση και αποκλειστικότητα, ενώ η Εκκλησία είναι οικουμενική, καθώς σύμφωνα με την εντολή του ιδρυτή της, απλώνει την αποστολή της επί πάντα τα έθνη: "πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του αγίου Πνεύματος" (Ματθ. κη΄, 19). Το έθνος χρησιμοποιεί την Εκκλησία ως μέσο για τους σκοπούς του, ενώ η Εκκλησία "υποδέχεται" και εκκλησιοποιεί το κάθε έθνος, σχετικοποιώντας έτσι την αξίωση καθολικότητας και εκκοσμικευμένης μεσσιανικότητας που αντιπροσωπεύει η κάθε εθνική ιδεολογία. Μήπως όσες φορές η Εκκλησία δέχεται για τον εαυτό της το ρόλο του φορέα της εθνικής ιδεολογίας και επικαλείται την προσφορά της στους αγώνες του Έθνους προκειμένου να κάνει δεκτή και σεβαστή την παρουσία της, είναι μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία που έχει ξεχάσει το εσχατολογικό της όραμα και αδυνατεί να διαλεχθεί με το σημερινό άνθρωπο; |














