| Ιεραποστολή και Εσχατολογία |
|
|
|
|
του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Δρ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΤ. ΝΟΜΙΚΗΣ, Αρχισυντάκτη του περιοδικού "ΣΥΝΑΞΗ"
Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2001
Η ιεραποστολή είναι ανάγκη κι όχι πολυτέλεια, διότι έχει να κάνει με την ίδια τη φύση της Εκκλησίας. Μια Εκκλησία που δεν ανοίγεται στον κόσμο και δεν προσκαλεί τον άνθρωπο και τους πολιτισμούς του, δεν είναι απλώς "κλειστή εκκλησία", αλλά "μη - Εκκλησία", αφού η Εκκλησία είναι ακριβώς αυτό : η συνάντηση του κόσμου με τον Θεό και η πηδαλιούχησή του προς τη μέλλουσα Βασιλεία, ώστε τελικά σύμπασα η κτίση να αναδειχθεί σε Σώμα του Χριστού και σε μέτοχο της Αγίας Τριάδας (Εφεσ, 1: 10, Α΄ Κορ, 15: 28). Η πόρευση της Εκκλησίας προς ΄"πάντα τα έθνη" (Ματθ. 28: 18-20) δεν θα πάψει παρά στα Έσχατα, οπότε όλα τα έθνη θα γίνουν πολίτες της Νέας Ιερουσαλήμ (’ποκ. 21:24). Με άλλα λόγια, η Ιεραποστολή αποτελείτο "εσχατολογικό ξυπνητήρι" της εκκλησιαστικής συνείδησης, διότι της υπενθυμίζει ότι η ιστορία είναι πορεία και ότι η ίδια η Εκκλησία δε μπορεί να γίνει κατεστημένο του αιώνος τούτου, αφού η ίδια τελεί σε εκκρεμότητα εν αναμονή της μέλλουσας πληρότητας.
Στην πραγματικότητα, ούτε η ρηματική αποδοχή της Ιεραποστολής, ούτε η νεφελώδης επίκληση της Εσχατολογίας αρκούν. Το πως αντιλαμβανόμαστε την Ιεραποστολή βρίσκεται σε άρρηκτη αντιστοιχία προς το είδος της Εσχατολογίας που πρεσβεύουμε και προς τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την Ιστορία : α. Αν η Βασιλεία θεωρηθεί ως ενδοϊστορική πραγματικότητα, τότε η Ιεραποστολή μπορεί να υποκύψει στον πειρασμό του ολοκληρωτισμού ? να αναγορεύσει, δηλαδή, κάποια φάση της Ιστορίας σε ιδεώδες και τελικό στάδιο της Ιστορίας και να επιστρατευτεί για την επιβολή του. Οι διάφορες "Χριστιανικές Αυτοκρατορίες" του Μεσαίωνα εμπνέονταν συνήθως από τέτοια ιδεολογία. β. Αν, αντιθέτως, η Βασιλεία θεωρηθεί μεταϊστορικό μέγεθος το οποίο οι πιστοί απλώς αναμένουν παθητικά, δεν έχει κανένα νόημα η Ιεραποστολή, όπως και καμία ανθρώπινη ιστορική δράση. γ. Αν η Βασιλεία θεωρηθεί μέγεθος μεταϊστορικό μεν, που έχει όμως ήδη αρχίσει να φωτίζει το παρόν, τότε η Ιεραποστολή συνιστά δημιουργική ιστορική δράση? εμπνέεται από το όραμα των Εσχάτων, αλλά δεν εκβιάζει την πορεία της Ιστορίας? συνεχίζει με νέες συνθέσεις την Σάρκωση του Αιωνίου μέσα στα μεταβαλλόμενα ανθρώπινα δεδομένα. Αυτή η άποψη αποτελεί την Ορθόδοξη οπτική, η οποία εκδέχεται τον πιστό ως συνεργό του Θεού και ως ιερέα της κτίσης. Ακριβώς επειδή η περί Ιεραποστολής αντίληψη φανερώνει την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, οι περιπέτειες του Χριστιανισμού στα νεώτερα χρόνια μπορεί να φωτίσουν μέσα από τη σπουδή της δυτικής "Ιεραποστολικής εποποιίας". Η έμφαση της Προτεσταντικής ορθοδοξίας στο δόγμα του απολύτου προορισμού εδραίωνε μια αμφιβολία για το νόημα της Ιεραποστολικής δράσης. Κυρίως, όμως, ο Πουριτανισμός στις αρχές του 17ου αιώνα μετακίνησε το κέντρο βάρους. Αποδεχόμενοι την άποψη του Καλβίνου ότι η ιστορία διαιρείται σε τρεις φάσεις (α. των αποστόλων, β. της κυριαρχίας του Αντίχριστου, δηλαδή του Παπισμού και γ. της εξάπλωσης του ευαγγελίου, η οποία θα απέληγε στην έλευση της Βασιλείας), τοποθέτησαν την εποχή τους στο πέρασμα από τη δεύτερη στην Τρίτη φάση. Ο ιεραποστολικός ζήλος θεωρήθηκε ως μοχλός επίσπευσης των εσχάτων, με ορμητήριο την Αμερική. Τον 19ο αι. διαμορφώθηκαν δύο μεγάλα ρεύματα, που διαδραμάτισαν αφάνταστα πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια πραγματικότητα : o Pre - millenialism και ο Post - millenialism. Ο πρώτος φρονούσε ότι η χιλιετής Βασιλεία του Χριστού ( Αποκ. 20) θα πραγματοποιηθεί μετά το Β΄ Παρουσία του Χριστού, ενώ ο δεύτερος ότι θα πραγματοποιηθεί πριν από αυτήν. O Pre - millenialism δίνει έμφαση στον ευαγγελισμό συχνά πιστεύοντας ότι η επίσπευσή του θα επιταχύνει την ένδοξη έλευση του Χριστού. O Post - millenialism αποπειράται λίγο - πολύ να οικοδομήσει τη βασιλεία στο παρόν. Δίνει έμφαση όχι στις ατομικές μεταστροφές, αλλά στον κοινωνικό μετασχηματισμό, στο "Κοινωνικό Ευαγγέλιο". Ο κοινωνικός μετασχηματισμός, όμως, σήμαινε εξάπλωση της δυτικής τεχνολογίας, της δυτικής δημοκρατίας και του δυτικού καπιταλισμού. Όσο κι αν μας φαίνεται ίσως αντιφατικό, το "αριστερό" αυτό κίνημα απέληξε συχνά σε πρακτορείο του Ιμπεριαλισμού. Τελικά, τόσο η έμφαση στην ενδοϊστορικότητα της Βασιλείας, όσο και η έμφαση στην ατομική σωτηρία της ψυχής, οδήγησαν σε παραθεώρηση (συχνά σε αληθινή λησμονιά) των Εσχάτων ως της μέλλουσας και πραγματικής πρωτοβουλίας του Θεού που θα ανακαινίσει την κτίση Του. Η Εσχατολογία ξαναβρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων τον 20ο αιώνα. Όλες οι "εσχατολογίες" που διατυπώθηκαν (υπό των Barth, Bultmann, Dodd, Cullmann, Florovsky, Moltman κλπ) "παράγουν" σύστοιχη ιεραποστολική αντίληψη. Ανοιχτό στοίχημα για την Εκκλησία αποτελεί το πως θα κομίσει το εσχατολογικό όραμα της σε πολιτισμούς των οποίων η αντίληψη του χρόνου είναι διαφορετική από την καθιερωμένη χριστιανική. Σύμφωνα, πχ., με κάποιες παραδοσιακές αφρικάνικες αντιλήψεις, τα γεγονότα της ζωής δεν πορεύονται προς το μέλλον, αλλά προς το παρελθόν, μέλλον δεν υπάρχει. Σε τέτοια ζητήματα, ποιες γέφυρες μπορεί να βρεθούν και ποιες ρήξεις αναγκαιοί να γίνουν, καλείται να το βρει η σοβαρή Ιεραποστολική σπουδή και η αγαπητική Ιεραποστολική πράξη. |













