| Κοινωνία θεώσεως - Οι Θεολογικές Προϋποθέσεις της Εκκλησίας ως Κοινωνίας Εσχάτων |
|
|
|
|
Σταύρος Γιαγκατζόγλου, Δρ. Θεολογίας Διευθυντής του περιοδικού " Ίνδικτος".
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2000
Η εσχατολογία στη δυτική χριστιανική παράδοση υπήρξε το πιο πενιχρό και αδύναμο τμήμα της θεολογίας της. Είχε να κάνει απλώς με μια γραμμική αντίληψη εξέλιξη της Ιστορίας, όπου στο τέλος της διελάμβανε τη μετά θάνατο επιβίωση του ανθρώπου και μία προδιαγεγραμμένη πορεία του ιστορικού τέλους του κόσμου. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίστηκε, κυρίως στους προτεσταντικούς κύκλους, μία νέα εσχατολογική προοπτική που μετατόπισε την σημασία των εσχάτων από το τέλος της Ιστορίας στο εκάστοτε παρόν της Εκκλησίας. Αλλά και η νέα αυτή προσέγγιση της εσχατολογίας έμεινε σχεδόν ατελέσφορη. Τούτο οφείλεται, κυρίως στην έντονη εμμονή της δυτικής νοοτροπίας στα ιστορικά δεδομένα του παρελθόντος, στη βεβαιότητα που εξασφαλίζει, όχι τόσο η ενέργεια του Θεού μέσα στην Ιστορία αλλά η ανθρώπινη δραστηριότητα μέσω της ηθικής αποτελεσματικότητας και κυρίως της πολιτικοκοινωνικής δράσης.
Το πρόβλημα της εσχατολογικής προοπτικής συνδέεται κατεξοχήν με την σχέση μεταξύ Χριστολογίας και Πνευματολογίας στην Εκκλησιολογία. Η χριστιανική Δύση επέδειξε εξαρχής, λόγω των αυξημένων ενδιαφερόντων της για την θεσμική οργάνωση του βίου και της χρηστικής αντίληψης της πραγματικότητας, ιδιαίτερη έμφαση και προσήλωση σε μια στενά ιστορική προσέγγιση της Χριστολογίας. Η ορθόδοξη ανατολή, δίχως να μειώνει τη σημασία του ιστορικού και δεδομένου χαρακτήρα της θείας Οικονομίας, προσανατολίζεται ανέκαθεν στην πνευματολογική διάσταση της Χριστολογίας, συμπλέκοντας τα έσχατα με την Ιστορία. Η διαφορετική αυτή προτίμηση και αφετηρία, ενώ αρχικά δεν εμπόδιζε τη σύγκλιση και επιβεβαίωνε την ενότητα και αλληλοσυμπλήρωση μέσα από την ποικιλία, σταδιακά θα μετατραπεί σε ριζική αντίθεση και ρήξη. Μέσα από υστερογενή δόγματα που εκφράζουν την έντονη δυσαρμονία Χριστολογίας και Πνευματολογίας και εκβάλουν παραμορφωτικά στο χώρο της Εκκλησίας, η Δύση ακολούθησε ένα δρόμο διαφορετικό από την Ανατολή. Αν η ιστορία της Χριστιανικής Δύσης φανερώνει ότι η προτίμηση σε ένα είδος αυτόνομης από το έργο του Αγίου Πνεύματος Χριστολογίας σφράγισε τη θεολογική της νοοτροπία, η χριστιανική Ανατολή απέδωσε εξ αρχής εξέχουσα θέση στην Πνευματολογία. Ωστόσο, η ορθόδοξη θεολογία αναπτύχθηκε μέσα από έναν τιτάνιο και δραματικό αγώνα έναντι ποικιλώνυμων αιρέσεων. Η φυγόκεντρη τάση μιας πνευματοκρατικής εκτροπής, ως ακραίας εσχατολογίας, φαίνεται να είναι διαχρονικό πρόβλημα της πνευματικότητας στην καθ' ημάς Ανατολή. Ο Γνωστικισμός και ο Ωριγενισμός, παρότι καταδικάσθηκαν στην ορθόδοξη Ανατολή, σημάδεψαν και κληροδότησαν έναν ιδιότυπο πνευματομονισμό που θέλει να υπερβεί στην Ιστορία και να αποδράσει από τον κόσμο. Αλλά και στην εποχή μας, ορισμένοι ορθόδοξοι θεολόγοι, αντιμετωπίζοντας τον χριστομονισμό της δυτικής θεολογίας, προέβαλαν με ομολογιακή νοοτροπία τον πνευματολογικό παράγοντα ως το ιδιάζον χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας. Η ορθή σχέση Χριστολογίας και Πνευματολογίας στην Εκκλησιολογία σημαίνει τελικά την ορθή σύνθεση ως διαλεκτική σχέση μεταξύ Ιστορίας και Εσχάτων. Μία χριστομονιστική, ως απόλυτη ιστορική, προσέγγιση της Εκκλησίας διατρέχει τον κίνδυνο της εκκοσμίκευσης ( το παράδειγμα του δυτικού Χριστιανισμού), ενώ μία πνευματομονιστική θεώρηση διαμορφώνει μια διχοτομιστική πνευματικότητα της Εκκλησίας, ερήμηνή κατ' αντίθεση προς τον κόσμο και την Ιστορία ( το παράδειγμα της χριστιανικής Ανατολής). Εξάλλου, ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε έναν τύπο Εκκλησιολογίας, δίχως χριστολογικά θεμέλια. Ο Χριστός δεν αντιπροσωπεύει στη ζωή της Εκκλησίας την αντικειμενική και αναγκαστική όψη της Ιστορίας, σ' αντίθεση με την υποκειμενική, ελεύθερη στην εσχατολογική διάσταση την οποία εμπνέει το ’γιο Πνεύμα. Η οργανική σύνθεση και αμοιβαιότητα μεταξύ Χριστολογίας και Πνευματολογίας αναδεικνύει την Εκκλησία ως Σώμα του Χριστού, που προσλαμβάνει τον κόσμο μέσα στην Ιστορία, που προγεύεται και προσδοκά την έλευση των εσχάτων, αλλά και εικονίζει με τη δομή και τη ζωή της τη ζωή της Βασιλείας. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, η Εκκλησία μοιάζει τόσο απορροφημένη με τα προβλήματα του κόσμου, χωρίς καμιά σχέση με κάποιο τελικό και εσχατολογικό όραμα. Είναι, όμως, άλλο πράγμα η Εκκλησία να συμμετέχει στα προβλήματα του κόσμου ως πρόσληψη της Ιστορίας και άλλο να έχει μία θεώρηση της Βασιλείας ως εσχατολογικής θέας και εμπειρίας, για να προσφέρει στον κόσμο, νοηματοδοτώντας την πορεία του. Η Εκκλησία υπάρχει στον κόσμο για την απελευθέρωση της Ιστορίας από την αναγκαιότητα της φθοράς και του θανάτου και όχι απλώς για να ακολουθεί το ρεύμα της Ιστορίας. |













