Επίκαιρα

Ακαδημαϊκό Έτος

 

2000-2001   2001-2002

2002-2003   2003-2004

2004-2005   2005-2006

2006-2007   2007-2008

2008-2009   2009-2010

Αρχική arrow Σύνοψη arrow Νέα Θρησκευτικότητα και Εσχατολογία
Νέα Θρησκευτικότητα και Εσχατολογία PDF Εκτύπωση E-mail

Του Στέλιου Παπαλεξανδρόπουλου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2000

 

Στην εισήγηση που ακολουθεί εξετάζουμε κάποια ζητήματα σχετικά με τη θέση της εσχατολογίας μέσα στη νέα θρησκευτικότητα. Τα ζητήματα αυτά αφορούν κυρίως στη συμβατότητα ή μη της εσχατολογίας με τη νέα θρησκευτικότητα και στις μορφές που η εσχατολογία παίρνει μέσα σ' αυτή. Όμως τι εννοούμε όταν λέμε "νέα θρησκευτικότητα" και τι όταν λέμε "εσχατολογία";

Ο όρος "νέα θρησκευτικότητα" παράγεται από τον όρο "νέες θρησκείες" ή "νέα θρησκευτικά κινήματα", που είναι με τη σειρά του ο τρέχων διεθνής όρος που χρησιμοποιείται προς δήλωση του φαινομένου, το οποίο στη χώρα μας ονομάζεται συνήθως "παραθρησκείες", "αιρέσεις" ή σέκτες". Οι όροι αυτοί είναι παραπλανητικοί, εφόσον οι θρησκείες ούτε δεν αποτελούν σέκτες κάποιας κύριας θρησκείας, ούτε αιρέσεις κάποιας θρησκείας που σε μια δεδομένη περιοχή αναγνωρίζεται ως ορθή. Ο όρος "παραθρησκείες" φαίνεται ότι δημιουργήθηκε με βάση την εντύπωση για το μέγεθος τους, συγκεκριμένα την αριθμητική τους δύναμη. Η αλήθεια σχετικά μ' αυτή τη δύναμη είναι ότι, αν και πολλές από αυτές δεν είναι πραγματικά παρά μικρές ομάδες, πολλές άλλες διαθέτουν τεράστιους αριθμούς πιστών π.χ. σε κάποιες ιαπωνικές νέες θρησκείες περισσότερους από τον πληθυσμό της Ελλάδας. Ωστόσο, το πραγματικό μέτρο της δύναμης των νέων θρησκειών είναι κάτι που βρίσκεται πέρα από τους αριθμούς

Το μέτρο αυτό είναι ο Βαθμός επηρεασμού και διαμόρφωσης του διάχυτου θρησκευτικού περιβάλλοντος τον οποίο ασκούν, και ο οποίος είναι πραγματικά εξαιρετικά μεγάλος. Συχνά μάλιστα, σε διάφορα μέρη του πλανήτη, μεγαλύτερος από εκείνον που ασκούν οι παραδοσιακές θρησκείες. Τέλος, λόγω της πολύχρονης παρουσίας τους πολλές απ' αυτές τις θρησκείες τείνουν να αποτελέσουν ένα συνηθές καθεστώς, όπως και οι παραδοσιακές, και να συμπεριλαμβάνονται στο κύκλο των υπαρχόντων θρησκειών. Για όλους αυτούς τους λόγους ας μου επιτραπεί η επιμονή στη χρήση του διεθνούς όρου και όχι αυτών που χρησιμοποιούνται στη χώρα μας.

Με τον όρο "νέα θρησκευτικότητα" εννοούμε τη θρησκευτικότητα που δημιουργείται από τα κοινά σημεία της ομάδας των νέων θρησκειών οι οποίες επικρατούν σε μια δεδομένη περίοδο. Αν και οι νέες θρησκείες με μια πρώτη ματιά προσφέρουν την εντύπωση ενός πολύχρωμου καλειδοσκοπίου, έχει παρατηρηθεί ότι οι περισσότερες αποτελούν παραλλαγές κάποιων βασικών θεμάτων. Με βάση αυτή την παρατήρηση μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ή να χωρισθούν σε ομάδες και έτσι να εξετασθούν ευκολότερα. Ωστόσο, παρ' όλο που οι ομάδες αυτές συνυπάρχουν δεν έχουν τον ίδιο βαθμό εξάπλωσης ή δημοτικότητας σε μια δεδομένη περίοδο. Έτσι η παραπάνω παρατήρηση πρέπει να συμπληρωθεί με μια δεύτερη, ότι δηλαδή μόνο κάποιες ή ακριβέστερα κάποιες απ΄' αυτές τις ομάδες επικρατεί στη διάρκεια της. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον οι νέες θρησκείες που αποτελούν την επικρατούσα ομάδα είναι παραλλαγές ενός βασικού θέματος που είναι κοινό μεταξύ τους, εκείνο που επικρατεί στη συγκεκριμένη περίοδο είναι το βασικό αυτό θέμα. Επειδή δε αυτό το θέμα είναι υπεύθυνο για τα κοινά σημεία της ομάδας, αυτό ακριβώς συνιστά την εκάστοτε νέα θρησκευτικότητα. Έτσι, ο εντοπισμός αυτού του θέματος μπορεί να μας δώσει την νέα θρησκευτικότητα, ώστε να εξετάσουμε ποια θέση έχει ή πως λειτουργεί κάποια θρησκευτική ιδέα, στη συγκεκριμένη περίπτωση η εσχατολογία, στα πλαίσια της. Στη συνέχεια, λοιπόν, πρώτα εντοπίζουμε σε κάθε φάση της ιστορίς των νέων θρησκειών το επικρατές θέμα και κατόπιν προσπαθούμε να περιγράψουμε τη σχέση της εσχατολογίας μ' αυτό.

Σχετικά με τον όρο "εσχατολογία", αν και στη θεολογία χρησιμοποιείται συνήθως με την αρχική του σημασία, του λόγου περί των εσχάτων, στη θρησκειολογία χρησιμοποιείται συνήθως προς δήλωση της ιδέας, ότι ο τελικός σκοπός μιας θρησκείας πραγματοποιείται στο τέλος του χρόνου. Σ' αυτό τον ορισμό μπορούν να συμπεριληφθούν όλα τα είδη στα οποία μπορεί να διακριθεί η εσχατολογία, και βασικά εκείνα που προκύπτουν από το γεγονός ότι υπάρχουν ως γνωστόν, σχετικά με το τέλος και την αρχή, δύο βασικές θεωρήσεις του χρόνου, δηλαδή εκείνη του χρόνου που κινείται διαγράφοντας κύκλους, που δεν έχουν αρχή και τέλος και εκείνη του χρόνου που έχει αρχή και τέλος και κινείται ευθύγραμμα από το ένα στο άλλο. Στην περίπτωση ως εσχατολογία νοούνται αυτά που συμβαίνουν στο τέλος κάθε κύκλου? στο δεύτερο αυτά που συμβαίνουν στο τέλος του χρόνου ή της Ιστορίας. Στην πρώτη το τέλος είναι σχετικό? στη δεύτερη απόλυτο. Εξάλλου τι ακριβώς αναμένεται να συμβεί στο τέλος κάθε φάσης ή της Ιστορίας, δηλαδή το περιεχόμενο των εσχάτων όπως μπορούμε να το πούμε, διακρίνει όπως είναι φανερό τις εσχατολογίες αλλά και τις θρησκείες που τις χαρακτηρίζουν μεταξύ τους. Είναι λοιπόν φανερό ότι η εσχατολογία έχει πολλές μορφές. Μια εξέταση της θέσης της εσχατολογίας στη νέα θρησκευτικότητα πρέπει να αφορά την εσχατολογία υπό όλες της αυτές τις μορφές.

Στα όρια της νέας θρησκευτικότητας περιλαμβάνομε εδώ και το τμήμα εκείνο της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικότητας που μετά από την επιρροή που δέχεται από τη νέα θρησκευτικότητα στις διάφορες φάσεις της διαμορφώνεται ανάλογα μ' αυτή. Είναι φυσικό, επειδή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και με πολλή δύναμη του περιβάλλον, και επειδή σ' αυτά τα πράγματα σύνορα δεν υπάρχουν ή συχνά εξασθενούν, η νέα θρησκευτικότητα ή στοιχεία της να διεισδύουν και στο χώρο των παραδοσιακών κατά τόπους θρησκειών. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να δημιουργούνται απηχήσεις που αποτελούν καθ' όλα εκτός από το όνομα αποικίες των νέων θρησκειών μέσα στις κατεστημένες. Έχουν γίνει στατιστικές έρευνες για το πόσοι π.χ προτεστάντες, αλλά και βουδιστές κ.λ.π ενστιρνίζονται νεοεποχιακές ιδέες κ.τ.π. Όσοι έχουν ζήσει σε ορθόδοξες εκκλησίες που υπάρχουν σε ετερόθρησκα περιβάλλοντα ξέρουν καλά πόσοι πιστοί στην πραγματικότητα μετέρχονται κάτι άλλο, προερχόμενο από το ετερόθρησκο αυτό περιβάλλον, συχνά ανυποψίαστοι για τη διαφορά. Νομίζω ότι έχει γίνει έρευνα για το βαθμό στον οποίο π.χ η ιδέα της μετενσάρκωσης αποτελεί στοιχείο της θρησκείας των κατοίκων της χώρας μας. Αυτές οι απηχήσεις μπορούν να πάρουν μεγάλες διαστάσεις και ν' αλλοιώσουν τη θρησκεία στην οποία "φιλοξενούνται" σε μεγάλη έκταση. Αλλά άσχετα από τις διαστάσεις, εφόσον οι απηχήσεις αυτές είναι ουσιαστικά ίδιες με τη νέα θρησκευτικότητα που τις προκάλεσε, πρέπει να συνυπολογίζονται και να συνεξετάζονται μ' εκείνης. Αυτό θα κάνουμε και στη συνέχεια. Μετά την παρουσίαση της νέας θρησκευτικότητας κάθε φάσης θα παρουσιάζομε και την απήχηση της στον ορθόδοξο χώρο ως αναπόσπαστο μέρος της.

Η Εσχατολογία στην πνευματικότητα

Η νέα θρησκευτικότητα στην πρώτη της φάση, που αρχίζει από το τέλος του 19ου αιώνα και φτάνει μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ΄70 συνίσταται από το κοινό θέμα των νέων θρησκειών που επικρατούν στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι θρησκείες αυτές είναι ανατολικής προελεύσεως και αποτελούνται από διασκευές των διαφόρων παραδοσιακών σχολών κυρίως του Ινδουισμού και του βουδισμού. Το κοινό θέμα της συντριπτικής πλειοψηφίας, αν όχι όλων, αυτών των νέων θρησκειών συνιστάται στη λεγόμενη πνευματικότητα. Η πνευματικότητα (ή μυστικισμός) μπορεί να ορισθεί ως εκείνη η μορφή θρησκευτικότητας που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό α) τη θεώρηση του απολύτου καθεαυτού ως του μοναδικού τελικού προορισμού της θρησκευτικής δραστηριότητας και β) τη θεώρηση της ένωσης μ' αυτό του κυρίου ή και του μόνου σκοπού της. Μέσα σε μια Δύση στη θρησκεία της οποίας η ηθική και το κοινωνικό έργο αποτελούσαν βασικά θέματα, η ιδέα της ένωσης με το απόλυτο καθεαυτό, η ιδέα της άμεσης, προσωπικής εμπειρίας του απολύτου, η ιδέα ότι η επίτευξη αυτής της εμπειρίας είναι δυνατή μέσα από μια δραστηριότητα που ο ίδιος ο πιστός μπορούσε ν' αναλάβει, έπεσαν σαν βόμβα. Και δημιούργησαν ένα νέο θρησκευτικό σκοπό για μυριάδες ανθρώπους, δείχνοντας πόσο η άμεση εμπειρία του απόλυτου ήταν κάτι τόσο επιθυμητό όσο και κάτι που έλειπε.

Η πνευματικότητα χαρακτηρίζεται από την έμμονη ενασχόληση αφενός μεν με τον Θεό, αφετέρου δε, εφόσον θεωρείται ότι η ένωση μ' αυτόν μπορεί να επιτευχθεί με κάποια μέθοδο, με τις μεθόδους που μπορούν να οδηγήσουν σ' αυτό το σκοπό. Και τα δύο έχουν κάποιες συνέπειες σχετικά με την εσχατολογία, δηλαδή: α) Εφόσον ο ίδιος ο Θεός η το ίδιο το απόλυτο είναι σκοπός της, η πνευματικότητα ασχολείται κατά κύριο λόγο με το τι είναι το απόλυτο, με ποιο τρόπο υπάρχει η με το που υπάρχει και πολύ λιγότερο ή και καθόλου με το τι αυτό κάνει. β) Εφόσον η σωτηρία, δηλαδή η ένωση με το απόλυτο, επιτυγχάνεται με κάποια μέθοδο, στην πνευματικότητα δεν υπάρχει θέση για σωτηρία που πραγματοποιεί ο Θεός. Αν υπάρχει μια τέτοια ιδέα, αυτή περιορίζεται συνήθως μόνο σε επιβοηθητικές παρεμβάσεις. γ) Εφόσον το απόλυτο είναι κάτι το οποίο είδη υπάρχει, ο σκοπός της θρησκευτικής ζωής είναι κάτι ήδη δεδομένο, ήδη υπάρχον, και όχι κάτι καινούργιο που πρόκειται να έλθει στο μέλλον.

Αλλά λίγο - πολύ κοινά σημεία που χαρακτηρίζουν την θρησκευτικότητα της πνευματικότητας και που έχουν συνέπειες για την εσχατολογία είναι ένα κοσμολογικό (και ταυτόχρονα ανθρωπολογικό) σχήμα, σύμφωνα με το οποίο το απόλυτο εντοπίζεται στο βάθος του κόσμου όσο και του ανθρώπου. Το βάθος αυτό θεωρείται ως η αληθινή πραγματικότηα και των δύο, ως ο αληθινός τους εαυτός, με τον οποίο πρέπει να ενωθούν. Η ένωση αυτή πραγματοποιείται κατά κανόνα με κάποιο είδος διαλογισμού. Η τοποθέτηση αυτή του απολύτου έχει επίσης συνέπειες για την εσχατολογία, συγκεκριμένα ότι η θρησκευτική ζωή προσανατολίζεται α) στο χώρο και όχι στο χρόνο και β) προσανατολίζεται ειδικά εσωτερικά, προς τα μέσα. Δημιουργείται έτσι μια κίνηση υπέρβασης του έξω, μ' άλλα λόγια υπέρβασης του κόσμου για χάρη του έσω. Η θρησκευτική δραστηριότητα δεν αφορά τον κόσμο.

Είναι φανερό ότι η θρησκευτικότητα αυτή δεν έχει θέση για την εσχατολογία ως σκοπού της θρησκευτικής ζωής. Έτσι όπου αναπτύσσεται η πνευματικότητα αυτό γίνεται αυτόματα εις βάρος της ιδέας ότι η σωτηρία αυτή την επεξεργάζεται ο Θεός, εις βάρος της ιδέας της σωτηρίας του κόσμου (την οποία αντικαθιστά συνήθως με την ιδέα της σωτηρίας από τον κόσμο) και εις βάρος της μορφής εκείνης της εσχατολογίας, που έχει ως περιεχόμενο τη σωτηρία του κόσμου.

Την ίδια εποχή που η εξ ανατολών πνευματικότητα επεκτείνεται στη Δύση, σημειώνεται διεθνώς ένα σφοδρό ενδιαφέρον για την πνευματικότητα γενικά, οποιασδήποτε προελεύσεως. Ο μυστικισμός θεωρείται η ουσία της θρησκείας ή ο κοινός τόπος όλων των επιμέρους θρησκειών, μια ιδέα που πλανάται σ' όλο το χώρο της πνευματικότητας ή εκπροσωπείται ως η βασική διδασκαλία τους από νέες θρησκείες όπως η Philosophia Perennis (ή τραντισιολισμός). Στα πλαίσια του ενδιαφέροντος για το μυστικισμό και της δραστηριότητας που αυτό το ενδιαφέρον έθεσε η κίνηση, οι μυστικές παραδόσεις όλων των μεγάλων θρησκειών ανακαλύπτονται εκ νέου, ερευνώνται, τίθεται σε πράξη. Αναβιώνει τότε ο ισλαμικός μυστικισμός, ο ιουδαϊκός μυστικισμός, ο χριστιανικός μυστικισμός. Η ιδέα ότι ο μυστικισμός αποτελεί την ουσία της θρησκείας περνά μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία από διάφορα κανάλια, όπως π.χ. από ανάλογα επηρεασμένους θεολόγους, διανοούμενους κ.λ.π (βλ. π.χ την σχετική πρόταση του Βλ. Λόσσκυ, στο βιβλίο του για τη μυστική θεολογία της ανατολικής εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία ο μυστικισμός αποτελεί των πυρήνα τόσο της θρησκείας γενικά, όσο και της Ορθοδοξίας, τη μεταφορά ιδεών της Philosophia Perennis στα καθ' ημάς [ αποκαλυπτικές πληροφορίες για τις σχετικές πηγές κάποιων διανοούμενων που διαμόρφωσαν μεγάλο μέρος του κλίματος της πνευματικότητας στην Ελλάδα βλ. στο Παντελή Καλαϊτζίδη <<"In interiore homine"- Θεολογική περιήγηση στις προυποθέσεις της νεώτερης λογοτεχνίας>>, Σύναξη 70/1999, σ. 40] κ.α. ). Συνήθη θέματα του παγκόσμιου μυστικισμού, όπως εκείνου του θείου έρωτα, παρουσιάζονται σαν κάτι το καινούργιο και εντυπωσιακό στα μάτια ενός κοινού που αγνοεί τη θρησκειολογική κοινοτοπία τους. Ολόκληρη η ζωή και η διδασκαλία της Ορθόδοξης εκκλησίας ανακεφαλαιώνεται σε μια πνευματική διδασκαλία υπό το γνωστό όρο θέωση. Η θέωση, η ένωση με το Θεό, ανακηρύσσεται ο μόνος και τελικός σκοπός της ορθόδοξης χριστιανικής ζωής, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση σ' αυτήν στοιχείων ομοίων ουσιαστικά μ' αυτά που περιγράψαμε για την πνευματικότητα και την σοβαρότατη υποχώρηση της εσχατολογίας ως της σωτηρίας του κόσμου, και βέβαια των σχετικών θεμελιώδων θεμάτων της βασιλείας του Θεού ως της αναμενόμενης καινής κτίσης ή καινούργιου κόσμου, του αναστημένου Χριστού ως του πρώτου δείγματος της κατάργησης του θανάτου, που μαζί με την αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ δημιουργού και δημιουργίας θ' αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του καινούργιου κόσμου κ.λ.π. Επειδή είναι αδύνατο να εξηγηθεί πως η υπερανάπτυξη και ο μονοσήμαντος αν όχι και ο αποκλειστικός τονισμός της θέωσης άρχισεν να λαμβάνει χώραν την ίδια εποχή που τα ίδια ουσιαστικά πράγματα συνέβαιναν διεθνώς, θεωρούμε ότι η υπερανάπτυξη αυτή πρέπει να τοποθετηθεί στην εποχή της και να εξηγηθεί Ιστορικά ως η ορθόδοξη απήχηση της διεθνούς πραγματικότητας.

Η πίεση που ασκήθηκε πάνω στη θεολογία της θέωσης από την εναπομείνασα στην Ορθόδοξη εκκλησία συνείδηση της εσχατολογικής ταυτότητας του Χριστιανισμού, είχε ως αποτέλεσμα μία διορθωτική κίνηση σύμφωνα με την οποία η θέωση ολοκληρώνεται στα έσχατα. Μπορεί κανείς να διακρίνει εύκολα τις δύο φάσεις στην πορεία της σύγχρονης θεολογίας της θέωσης, εκείνη που εστιάζει στο παρόν κι εκείνη που, τώρα τελευταία, εστιάζει στο μέλλον και μάλιστα στο τέλος του χρόνου. Δεν πρόκειται όμως και πάλι παρά για πνευματικότητα μεταφερμένη απλώς στο τέλος του χρόνου. Γι' αυτό μπορούμε να ονομάσουμε αυτό το συνδιασμό πνευματική εσχατολογία.

Ολισμός και Εσχατολογία

Ένα από τα πιο ισχυρά είδη νέας θρησκευτικότητας είναι εκείνο που συνιστά η αντίληψη του απολύτου ως "ενός" ή "όλου", αλλέως ως "ενότητας" ή "ολότητας". Αυτό το είδος θρησκευτικότητας (που φυσικά, είναι "νέο" στο βαθμό που αποτελεί την επανάδυση αυτής της αντίληψης στην εποχή μας στα πλαίσια πολλών νέων θρησκειών), αν και υπάρχει, με βάση αυτήν την ιδιαίτερη αντίληψη ως χωριστό είδος, συνήθως απαντά σε συνδυασμό με άλλες θρησκευτικότητες όπως η πνευματικότητα, αλλά και ο κοσμοθεϊσμός (βλ. παρακάτω, την ενότητα "κοσμοθεϊσμος"). Ο ολισμός συνίσταται κατά βάση στην αντίληψη του απολύτου ως άπειρο , δηλαδή ενός μεγέθους αντιθέτου προς την οριακότητα. Επειδή η οριακότητα υπάρχει σε διάφορες μορφές, όπως η ατομικότητα, η μερικότητα ή η πολλαπλότητα, όταν αντιδιαστέλλεται προς αυτές το απόλυτο συλλαμβάνεται ως ενότητα ή ως ολότητα. Από αυτές τις ιδέες η τελευταία, δηλαδή η ιδέα του όλου, χρησιμοποιείται προς δήλωση αυτής της αντίληψης και έτσι δημιουργείται ο όρος "ολισμός". Καμία φορά λέγεται επίσης "ενισμός". Πρέπει όμως να έχομε υπόψη ότι αυτές οι ιδέες είναι μορφές τις βασικής ιδέας του απείρου.

Με τον ίδιο τρόπο που όλο και το ένα είναι μορφές της ιδέας του απείρου, άλλες ιδέες που αντιτίθενται στην οριακότητα υπό τις διάφορες μορφές της, είναι μορφές του όλου ή του ενός. Έτσι η ιδέα της "κοινωνίας", εφόσον αντιτίθεται στην ατομικότητα, κλίνει προς το ένα παρά προς τα πολλά και έτσι, μ' όλο που φαίνεται σαν να είναι άλλη από τη ιδέα του ενός ή του όλου ή σαν να είναι κάτι το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στα πολλά και στο ένα - όλο, είναι μια, ας πούμε, ωχρότερη ποικιλία η μορφή του ενός και τείνει προς αυτό. Το ίδιο συμβαίνει με ιδέες όπως "σχέση" και " συνύπαρξη". Όλες αυτές μαζί αποτελούν ένα σύστημα που μπορεί να ονομαστεί το σύστημα του όλου: μπορούμε να το φανταστούμε σαν ένα πολυέλαιο που έχει στην κορυφή του την ιδέα της "απειρίας", από κάτω τις ειδικότερες ιδέες του "όλου" και του "ενός" και από κάτω τις ακόμα ειδικότερες ιδέες της "κοινωνίας", της "συνύπαρξης", της "σχέσης", του "δικτύου", του "οργανισμού" κ.τ.π. Όλο μαζί το σύστημα του όλου αντιτίθεται στο ανάλογο σύστημα της οριακότητας, και καθεμιά από τις ιδέες που αποτελούν εκείνο, πχ. στην "ατομικότητα", την "πολλαπλότητα", τη "διαφορά", την "ιδιαιτερότητα" κ.λ.π.

Τώρα, εάν ένα φιλοσοφικό ή θρησκευτικό σύστημα οικοδομηθεί γύρω ή με κέντρο μια από τις ιδέες του συστήματος του όλου, π.χ γύρω από την ιδέα της " σχέσης" ή της "κοινωνίας" ή της "συνύπαρξης", το φιλοσοφικό ή θρησκευτικό αυτό σύστημα ανήκει, έστω κι αν αυτό δεν φαίνεται αμέσως, στο σύστημα του όλου και αποτελεί ένα είδος ολισμού.

Πολύ συχνά, ο ολισμός εμφανίζεται, όπως είπαμε, σε συνδυασμό με την πνευματικότητα : Συνήθως η πνευματικότητα, αν και τοποθετεί το Θεό στο βάθος του κόσμου ταυτόχρονα τον διαφοροποιεί από τον κόσμο· αυτή η διαφοροποίηση, η ιδέα δηλαδή ότι ο Θεός είναι κάτι άλλο από τον κόσμο, έχει συχνά ως κατάληξη έναν απόλυτο αποφατισμό. Θεός και κόσμος βλέπονται τότε ως δύο διαφορετικά μεγέθη, χωρίς να εννοείται μ' έναν ορισμένο τρόπο και έτσι να εξειδικεύεται. Συχνά όμως η ίδια διαφοροποίηση αποκτά έναν ολιστικό ή ενιστικό χαρακτήρα. Αυτό συμβαίνει, όταν ο Θεός εννοείται ως διαφορετικός από ένα κόσμο, ο οποίος συλλαμβάνεται ως ένα σύνολο μεγεθών, των οποίων ως κύριο χαρακτηριστικό θεωρείται ο περιορισμός, ο εγκλεισμός σε όρια, ή για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που συνηθίζεται στην ανατολή , η μορφικότητα . Ο Θεός συλλαμβάνεται τότε ακριβώς ως κάτι αντίθετο προς την οριακότητα, δηλαδή ως άπειρος, άμορφος ή ως ενότητα ή ολότητα. Ως παραδείγματα μπορούν να προσαχθούν όλες σχεδόν οι νέες θρησκείες ανατολικής προελεύσεως.

Όταν τώρα η ένωση μ' ένα τέτοιο, ολιστικού χαρακτήρα απόλυτο είναι κάτι που αναμένεται να συμβεί στο τέλος του χρόνου, έχομε μια ολιστική πνευματική εσχατολογία (π.χ στο σύστημα του Ken Eilder). Αυτή η εσχατολογία μπορεί να διατυπωθεί απλά με τη φράση, όλα στο τέλος θα επιστρέψουν στο Ένα.

Κοσμοθεϊστική φάση

"Κοσμοθεϊσμός" είναι ένας όρος που μπορεί να προσδιοριστεί το βασικό θέμα της νέας θρησκευτικότητας στη φάση που διαδέχεται εκείνη της πνευματικότητας, δηλαδή περίπου από το τέλος της δεκαετίας του ΄70 ως και τις μέρες μας. Κοσμοθεϊσμό έχομε όταν το απόλυτο μιας θρησκείας είναι είτε ένα εγκόσμιο μέγεθος, δηλαδή μια οποιαδήποτε όψη, όν η φαινόμενο του κόσμου ή ακόμα το σύνολο του κόσμου κάθε αυτόν. Η συνδρομή πολλών νέων θρησκειών, των οποίων τα απόλυτα είναι ακριβώς αυτού του είδους, χαρακτηρίζει αυτή τη φάση. Τέτοια απόλυτα μπορεί να είναι από την κοσμική ενέργεια ή γονιμότητα ως τα βάθη του σύμπαντος, από τον παγκόσμιο αστρολογικό ή άλλο νόμο έως συγκεκριμένες εγκόσμιες θεότητες, από τα UFO έως τους πολύτιμους λίθους, από μεταθανάτιες ή άλλες διαστάσεις έως διάφορες εγκόσμιες δυνάμεις. Όταν ο κόσμος ως όλον θεωρείται ως απόλυτο ( η πανθεϊστική περίπτωση του κοσμοθεϊσμού), τότε έχομε την κοσμοθεϊστική εφαρμογή του ολισμού, γι' αυτό αυτού του είδους τον ολισμό μπορούμε να τον ονομάσουμε κοσμοθεϊστικό ολισμό. Βέβαια το εγκόσμιο μέγεθος που θεοποιείται μπορεί να αφορά και σε τμήματα του κόσμου που μπορούν να εννοηθούν ως όλο (π.χ η γη : η νέα θρησκεία της Γαίας ή λεγόμενη βαθειά η φεμινιστική οικολογία έχουν ακριβώς αυτό το χαρακτήρα ). Μπορεί επίσης ν' αφορά σε εγκόσμιες πραγματικότητες που φέρουν χαρακτήρα τέτοιο που να τις εντάσσει στο σύστημα της ιδέας του όλου. Τέτοιες είναι πραγματικότητες που αντιτίθενται στην οριακότητα σ' όλες τις μορφές της, όπως είναι η "σχέση" ή "κοινωνία" ή η "συνύπαρξη".

Η κύρια διαφορά του κοσμοθεϊστικού ολισμού από τον πνευματικό βρίσκεται στο ότι το μέγεθος που εννοείται ως όλο ή ως κάτι σχετικό με το όλο και απολυτοποιείται, είναι κάτι εγκόσμιο. Η διαφορά με την προηγούμενη φάση φαίνεται καθαρά στην περίπτωση νέων θρησκειών που προέρχονται από παραδόσεις όπου και τα δύο είδη ολισμού υπάρχουν, π.χ. από το Βουδισμό. Ενώ στην προηγούμενη φάση (εκείνη της πνευματικότητας) ολιστικό απόλυτο ήταν το απόλυτο σχολών του Βουδισμού, σύμφωνα με τις οποίες αυτό βρίσκεται στο βάθος του κόσμου αλλά είναι διαφορετικό απ' αυτόν ως προς την απειρία η αμορφία του , τώρα ολιστικό απόλυτο είναι το απόλυτο σχολών της ίδιας θρησκείας, σύμφωνα με τις οποίες αυτό είναι ο ίδιος ο κόσμος ως σύνολο· ή είναι η παγκόσμια σχεσιακότητα των όντων, τα οποία υπάρχουν μέσω της συνύπαρξης (όπως στη σχολή Μαντυαμίκα) · ή είναι το παγκόσμιο δίκτυ ή πλέγμα των όντων, το οποίο είναι, έτσι, και ένα και πολλά (όπως συμβαίνει στη σχολή Κεγκόν, που γνωρίζει ακριβώς αυτή την περίοδο αναβίωση). Προς περιγραφή του σχεσιακού τρόπου ύπαρξης έναντι του ατομικού, χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων και η δάνεια από το δυτικό περσοναλισμό ιδέα του "προσώπου" και του "ατόμου".

Γενικά αυτήν την εποχή, η ιδέα της "σχέσης" ή της συγγενούς της ιδέας της "κοινωνίας" αποκτούν την ίδια δημοτικότητα που έχουν άλλες περισσότερο σαφώς ολιστικές ιδέες, όπως η ενότητα ή η ολότητα. Το "είναι εν κοινωνία" ή το " είναι εν σχέσει" θεωρείται ότι συμπίπτει με την αληθινή πραγματικότητα και απολυτοποιείται. Και αυτό όχι μόνο από νέες θρησκείες που προέρχονται από ανατολικές θρησκείες, αλλά γενικά από την παγκόσμια παράδοση του ολισμού, από οπουδήποτε δηλαδή αυτός έχει κάνει την εμφάνισή του ανά τους αιώνες, όπως βέβαια και από θρησκείες, που αποτελούν καινούργια δημιουργήματα και έχουν ισχυρά ολιστικό χαρακτήρα, όπως είναι η Νέα Εποχή.

Στην ορθοδοξία θα βρούμε απηχήσεις του κοσμοθεϊστικού ολισμού οπουδήποτε οι ιδέες που ανήκουν στο σύστημα του όλου επικρατούν ή απολυτοποιούνται. Μ' άλλα λόγια η νέα αυτή θρησκευτικότητα διείσδυσε στην ορθόδοξη σκέψη μέσω της ιδέας της οικουμενικής ενότητος κ.λ.π., αλλά εξίσου (και επειδή λιγότερο εύκολα διαγνωστά, λιγότερο ευδιάκριτα) μέσω της σχεσιοκρατίας και της κοινωνιοκρατίας που διακρίνει κάποιες από τα πιο διαδεδομένες σύγχρονες νεοελληνικές θεολογίες.

Η Εσχατολογία της Νέας εποχής

Όταν η πραγματοποίηση του σκοπού του ολισμού, που είναι η ενοποίηση, η ολοποίηση, η επίτευξη μιας παγκόσμιας κοινωνίας κ.λ.π. τοποθετείται στο τέλος του χρόνου, μπορεί να ονομασθεί κοσμοθεϊστική ολιστική εσχατολογία. Υπό τη μορφή της ενοποίησης μπορεί να διατυπωθεί απλά με τη φράση " στο τέλος τα πάντα θα γίνουν ένα" Η πραγματοποίηση στο τέλος του χρόνου όλων των ιδεών που ανήκουν στο σύστημα του όλου ανήκει σ' αυτού του είδους την εσχατολογία. Ουσιαστικά δεν είναι παρά ολισμός που πραγματοποιεί τον εαυτό του απλώς αντί για τώρα, στο τέλος του χρόνου. Αυτό ακριβώς ο ολισμός είναι εκείνος που χαρακτηρίζει τη νέα θρησκεία που είναι γνωστή με το όνομα Νέα Εποχή. Αν και υπό το όνομα αυτό μπορεί να διακριθούν διάφορα κινήματα, εκείνα που από αυτά που φέρουν ολιστικό χαρακτήρα και μάλιστα εσχατολογικό είναι μεταξύ εκείνων που έχουν μεγάλο βαθμό παρουσίας στον αστερισμό της Νέας Εποχής. Η Νέα Εποχή είναι από τις λίγες νέες θρησκείες που φέρουν εσχατολογικό χαρακτήρα, που τοποθετούν δηλαδή την πραγμάτωση του σκοπού τους, ο οποίος δεν είναι παρά η ολοποίηση η ένωση των πάντων, στο τέλος του χρόνου. Βέβαια εφόσον η αντίληψη του χρόνου που επικρατ4ί στη Νέα Εποχή είναι η κυκλική, το τέλος αυτό είναι σχετικό.

Μια από τις εφαρμογές της ολιστικής εσχατολογίας στα πλαίσια της Νέας Εποχής, η οποία (εφαρμογή) συχνά παίρνει το όνομα "Νέα τάξη πραγμάτων" είναι η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί παρά μια συγκεκριμένη έκφραση του ολισμού και σκοπεύει στην πραγματοποίηση της ιδέας που εκπροσωπεί σ' αυτό το απόλυτο είναι το όλο και επομένως το σχετικό είναι κάθε τι επιμέρους η ατομικού υπό τις ποίκιλες εκδοχές του. Αν και τελευταία συνδέεται από πολλούς με την ύψιστη, πριν το τέλος, εσχατολογική εκδήλωση του κακού, καθώς και με τον αριθμό του θηρίου της αποκάλυψης, η ολιστική του πλευρά δεν λαμβάνεται συνήθως υπόψη.

Μια ορθόδοξη χριστιανική απήχηση η αποικία της ολιστικής εσχατολογίας και συνεπώς μιας εσχατολογίας ουσιαστικά συγγενούς μ' εκείνη της Νέας Εποχής έχει δημιουργηθεί μέσα από την υιοθέτηση της αντίληψης ότι ο σκοπός της χριστιανικής πίστης είναι η εσχατολογική πραγματοποίηση της ενότητας ή της σχέσης ή της κοινωνίας. Όταν έτσι η πραγματοποίηση αυτών των ιδεών επενδύεται χριστιανικό χαρακτήρα και τοποθετείται στα έσχατα, έχομε ένα συνδυασμό που μπορούμε να ονομάσουμε χριστιανική ολιστική εσχατολογία. Μπορεί να δεχθεί ότι στην ιστορία της νεολληνικής θεολογίας, όπως η πνευματική εσχατολογία έρχεται μετά τη θέωση που πραγματοποιείται στο παρόν, έτσι και η ολιστική εσχατολογία έρχεται μετά από τον ολισμό με μορφή συστημάτων που έχουν ως κέντρο τους την ιδέα της σχέσης, της κοινωνίας ή της συνύπαρξης. Η χρονική αυτή διαδοχή, που συμπίπτει ακριβώς με τις φάσεις της νέας θρησκευτικότητας, μπορεί να θεωρηθεί και ως ένδειξη ότι οι θεολογίες αυτές αποτελούν και χρονικά συμπίπτουσες απηχήσεις αυτών των φάσεων.

Χιλιαστικά κινήματα

Τα κινήματα αυτά αποτελούν μια ειδική κατηγορία ανάμεσα στις Νέες θρησκείες. Ο όρος "χιλιαστικά κινήματα" (millenariants), ενώ κυριολεκτικά προέρχεται από την ιδέα ότι της τελικής βασιλείας του Θεού θα προηγηθεί μια χιλιετής βασιλεία του Χριστού πάνω στη γη, χρησιμοποιείται καταχράστηκα στη φράση "χιλιαστικά κινήματα" με την ίδια έννοια που είπαμε παραπάνω ότι χρησιμοποιείται και ο όρος εσχατολογικά κινήματα, δηλασή, γενικά προς δήλωση κινημάτων που η πραγματοποίηση του σκοπού τους τοποθετείται στο τέλος του χρόνου. Τα κινήματα αυτά είναι ποίκιλης προελέυσεως, όπως, μεταξύ άλλων χριστιανικής, βουδιστικής, ινδουιστικής κ.λ.π. Σ' αυτήν την διαφορετική προέλευση οφείλονται αρκετές από τις διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους σε κάποια σημεία. Έτσι κινήματα που προέρχονται από θρησκείες που έχουν κυκλική αντίληψη του χρόνου, όπως Βουδισμός και ο ινδουισμός, χαρακτηρίζονται από την ίδια αντίληψη, δηλαδή, το τέλος για το οποίο μιλούν είναι τέλος μιας κοσμικής περιόδου. Μετά από αυτή θα ανατείλει μια καινούργια αρχή, που θα έχει επίσης ένα τέλος κ.ο.κ. Έτσι πχ. συμβαίνει στη διδασκαλία του Μπράμα Κουμάρις, μιας νέας θρησκείας ινδουιστικής προελεύσεως, σύμφωνα με την οποία "η ανθρώπινη ιστορία επαναλαμβάνεται συνεχώς με βάση ένα προκαθορισμένο κύκλο 5.000 ετών, στην διάρκεια της οποίας η ανθρωπότητα "περιπίπτει" από μια καθαρή και ακάθαρτη κατάσταση. Στο τέλος μιας από αυτές τις περιόδους, ο Θεός κατέρχεται στο φυσικό σώμα (του ιδρυτή του κινήματος), για να προετοιμάσει τις πνευματικά καθαρές ψυχές (δηλαδή τους πιστούς του Μπράμα Κουμάρις) τόσο για την καταστροφή του κόσμου, όσο και για την αναγέννησή τους στη "Χρυσή Εποχή του επόμενου κύκλου και αυτό επ' άπειρον"(John Walliss, "The Development of Millenarianism in the Brahma Kumaris", Journal of Contemporary Religion,14, 1999, σ.377-8). Αντίθετα, ο χριστιανικής προελεύσεως Πεντηκοστιανισμός, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ένα βασικό εσχατολογικό προσανατολισμό, προσδοκεί μια επιστροφή του Χριστού, μια χιλιετή βασιλεία και μια αρπαγή των πιστών πριν αρχίσει η περίοδος της τιμωρίας των ανθρώπων, η οποία θα προηγηθεί της νέας κατάστασης, στην οποία θα περιέλθει ο κόσμος μετά το τελικό στάδιο του χρόνου, δηλαδή της βασιλείας του Θεού.

Η θεμελειώδης διδασκαλία των κινημάτων αυτών, την οποία, όπως στο Μπράμα Κούμαρις, συχνά υποτίθεται ότι ο ιδρυτής τους παρέλαβε από το Θεό μέσω μιας ιδιαίτερης αποκάλυψης με σκοπό να τη μεταφέρει στους ανθρώπους, είναι ότι ο κόσμος πρόκειται να καταστραφεί όχι στο άγνωστο απώτερο, αλλά στο άμεσο μέλλον. Συχνά η χρονική στιγμή του τέλους προσδιορίζεται πολύ συγκεκριμένα. Η στήριξη του ισχυρισμού ότι το τέλος είναι κοντά επιδιώκεται μέσα από τον τονισμό των καταστροφικών στοιχείων που διακρίνουν το παρόν χρονικό διάστημα, όπως η οικολογική κρίση, ο κίνδυνος πυρηνικού αφανισμού, οι φυσικές καταστροφές κ.λ.π. Τη συνολική καταστροφή πρόκειται να αποφύγουν μόνο λίγοι εκλεκτοί, συγκεκριμένα οι πιστοί που θα συμμερισθούν τη διδασκαλία και θα θέσουν σ' εφαρμογή προγράμματα, κατά κανόνα ασκητικά, που θα τους επιτρέψουν να κατακτήσουν τον εαυτό τους άξια για την τέλεια ζωή που θα αρχίσει με την καινούργια κοσμική περίοδο. Η ζωή αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί πάνω στη γη, μπορεί όμως και αλλού, όπως π.χ στη περίπτωση της νέας θρησκείας "Πύλη του Παραδείσου", σύμφωνα με την οποία τους πιστούς παραλάμβαναν, αφού θα προσέγγιζαν τη γη, διαστημόπλοια που ακολουθούσαν ένα κομήτη, για να τους μεταφέρει σ' έναν άλλο κόσμο.

Εσχατολογία και νεοπαγανισμός

Ο νεοπαγανισμός γνωρίζει την εσχατολογία μόνο με τη μορφή της καταστροφής της φύσης την οποία πιστώνει στο χριστιανισμό και στην αποϊεροποίηση της φύσης που αυτός επέφερε.

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

10synedrio_2mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη

Επισκεφτείτε την Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας πατώντας εδώ .

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.