Επίκαιρα

Αρχική arrow Σύνοψη arrow ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010 PDF Εκτύπωση E-mail

Το Σάββατο 5 Ιουνίου 2010 συνεχίστηκαν οι εργασίες του Διεθνούς Συνεδρίου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Το συνέδριο μεταδίδεται απευθείας από το δια-δικτυακό τηλεοπτικό σταθμό www.intv.gr με παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά και αγγλικά.

Στην πρώτη πρωινή συνεδρία ομιλητές ήταν ο Assaad Kattan διευθυντής του Κέντρου Θρησκευτικών Σπουδών και καθηγητής στην έδρα Ορθόδοξης θεολογίας στο Παν/μιο του Munster, και ο Διακ. John Panteleimon Manoussakis επ. καθ. Φιλοσοφίας στο κολλέγιο Τιμίου Σταυρού Worcester- Η.Π.Α.

Κατά την εισήγηση του Assaad Kattan με τίτλο «Η επανεξέταση της ουσιοκρατίας. Ο μύθος μιας μη- ερμηνευτικής προσέγγισης στην ορθόδοξη παράδοση» αν και ένα μεγάλο τμήμα της ορθόδοξης θεολογικής σκέψης με επιρροή, διατύπωνε με έμφαση και εξακολουθεί να εμφαίνει ότι η Παράδοση είναι μια δυναμική και ανοικτή πραγματικότητα της ζωής του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, δεν είναι σε καμιά περίπτωση σπάνιο να δει κανείς την ορθόδοξη προσέγγιση της παράδοσης ουσιοκρατικά, ως εάν να αποτελούσε μια κλειστή και αμετάβλητη οντότητα.

 

 

Η παρούσα εισήγηση προσπάθησε να δείξει πως δεν είναι πλέον επιτρεπτό, στο πλαίσιο της ορθόδοξης θεολογίας, αναφορικά με μια πρωτότυπη προσέγγιση στο ζήτημα της παράδοσης, να παρακάμπτονται οι μετανεωτερικές ερμηνευτικές μέθοδοι, τόσο σε σχέση με τις συνέπειες που έχει η ιστορική απόσταση για την κατανόηση, όσο και σε σχέση με τη δυναμική εμπλοκή των προϋποθέσεών και φιλοδοξιών μας στην διαδικασία της ερμηνείας.

 

Ο διακ. John Panteleimon Manoussakis ανέπτυξε το θέμα « (Ένα παράδειγμα) από το φάσμα του νέου ξεκινήματος της ελληνικής θεολογίας». Με επίκεντρο τη θεολογική σκέψη ενός σύγχρονου έλληνα θεολόγου του Παντελή Καλαϊτζίδη, επιχειρήθηκε μια κριτική αξιολόγηση του έργου και των προϋποθέσεων της σκέψης του Π. Καλαϊτζίδη όσο και του έργου της Ακαδημίας Θεολογικών σπουδών στο πλαίσιο της ανανέωσης στο χώρο της ελλαδικής ορθόδοξης θεολογίας. Eπίσης μέσα από την ίδια προοπτική ερευνήθηκε και η σχέση μεταξύ λόγου και Θεο-λογίας, η σχέση μεταξύ γλώσσας και της ερμηνείας του κειμένου, τη σχέση τελικά μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας.

 

Στην δεύτερη πρωϊνή συνεδρία πήραν μέρος ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και ο καθ. Πατρολογίας του Πανεπιστημίου του Durham π. Andrew Louth.

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας ανέπτυξε το θέμα «Επικαιρότητα και διαχρονικότητα της νέο-πατερικής σύνθεσης». Καταρχάς παρουσίασε κάποια γνωρίσματα της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας (π.χ. πατερικός φονταμενταλισμός, ιστορικισμός, ομολογιακή θεολογία, «βιβλικισμός», θεολογία συσχετισμού με τον κόσμο). Παρουσίασε τη διαμόρφωση και την κατανόηση της νέο-πατερικής σύνθεσης από τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Στη συνέχεια παρουσίασε τις παραμέτρους της νέο-πατερικής σύνθεσης σε σχέση με το διάλογο της θεολογίας με το σύγχρονο πολιτισμό (διάλογος με σύγχρονα ρεύματα φιλοσοφίας-τέχνης, τη χρήση από τη συστηματική ορθόδοξη θεολογία στη σχέση με τον δυτικό πολιτισμό, της οντολογίας ως αναγκαίου εργαλείου για τη συνάφεια). Στο ερώτημα εάν η ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να εκφραστεί με την ορολογία της νεωτερικότητας, να απαντήσει δηλ. π.χ. στις προκλήσεις της υπαρξιακής φιλοσοφίας (λ.χ. ελευθερία-ετερότητα κ.λπ.), στα κοινωνικά προβλήματα (λ.χ. δικαιώματα γυναικάς) στα ηθικά προβλήματα, (λ.χ. στο πρόβλημα του ατομικισμού - ανθρωπίνων δικαιωμάτων - δημοκρατίας, με μια εκκλησιολογία της κοινωνίας). Τέλος παρουσίασε κάποια «κλειδιά» για την κατανόηση της ορθόδοξης θεολογίας, ως συναφειακής (λ.χ. την υπαρξιακή ερμηνεία της τριαδικής θεολογίας, μια πνευματολογική εκκλησιολογία ως απάντηση π.χ. στο πρόβλημα της σχέσης ατόμου-κοινότητας, την ευχαριστιακή θεολογία για την κατανόηση της Εκκλησίας, την εσχατολογική προσέγγιση της παράδοσης). Επίσης δόθηκε θετική απάντηση στο ερώτημα του συνεδρίου για το εάν η ορθόδοξη θεολογία μπορεί να είναι συναφειακή.

 

Ο π. Andrew Louth ανέπτυξε το θέμα «Η αυθεντία των Πατέρων στη μεταπατερική ορθόδοξη θεολογία». Κατά την εκτίμησή του, δεν αποτελεί ερώτημα το εάν θα μπορούσε να υπάρξει ορθόδοξη θεολογία, η οποία θα αγνοούσε τους Πατέρες και αυτό για ένα θεμελιώδη λόγο: Οι ορθόδοξοι δεν κατασκευάζουν την πίστη τους, αλλά την παραλαμβάνουν από τους Αποστόλους και μάλιστα μέσω των Πατέρων. Η πίστη τους δεν αποτελεί το σύνολο κάποιων πεποιθήσεων για το Θεό, το κόσμο τον Χριστό κ.λπ. Αφορά στη συμμετοχή σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που έχει παραληφθεί. Και στην πραγματικότητα αυτό φαίνεται αναντίρρητο. Ανεξάρτητα από την πρόσφατη τάση ενός σημαντικού μέρους του ορθόδοξου θεολογικού στοχασμού να προβαίνει σε διάκριση ανάμεσα στη (εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου) λεγόμενη «φιλελεύθερη» θεολογία των Bukharin-Solov'ev-Bulgakov και τη Νεο-πατερική σύνθεση, στην πραγματικότητα η φιλελεύθερη πλευρά είναι η ίδια βαθιά αφιερωμένη στους Πατέρες. Το να εγκαταλείψει κανείς τη σοφία και τη μαρτυρία των Πατέρων φαίνεται αδιανόητο. Έτσι πρότεινε κάποιες αρχές με σκοπό την κατανόηση αυτής της μαρτυρίας. Πρώτα κάποιες αρνητικές πλευρές: Οφείλουμε να εγκαταλείψουμε κάθε ιδέα ότι όλοι οι Πατέρες λένε το ίδιο πράγμα. Είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε ότι αποτελούν ένα χορό με διαφορετικές φωνές. Μπορεί συχνά να φαίνεται σαν κακοφωνία. Άλλωστε το χρέος μας, ως θεολόγοι είναι να αναζητήσουμε την αρμονία. Η σκέψη των Πατέρων δεν πρέπει να περιορίζει τη δική μας σκέψη. Οφείλουμε να θέτουμε ερωτήματα που εκείνοι δεν έθεσαν, επειδή δεν είχαν προκύψει στην εποχή τους. Στη συνέχεια κάποια θετικά σημεία: Το κατόρθωμα των Πατέρων περιλαμβάνει μια σαφή εμπλοκή με το κυρίαρχο κοσμοείδωλο της εποχής τους, όχι βεβαίως άκριτα, αλλά οφείλει πολλά σε αρκετές όψεις της κοινής σοφίας της εποχής τους. Επομένως εάν είναι να ακολουθούμε τους Πατέρες, είναι ανάγκη να καλλιεργήσουμε μια παρόμοια στάση. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας κριτικός διάλογος με τη σοφία της εποχής μας-τις κοσμολογικές θεωρήσεις της σύγχρονης φυσικής (σχετικότητα κ.λπ.), τη θεωρία της εξέλιξης, πολλές από τις κατακτήσεις των σύγχρονων κοινωνικών και ανθρωπολογικών επιστημών, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψουμε την πεποίθηση μας για τη δημιουργία του κόσμου από έναν προσωπικό Θεό και τη διαμόρφωση ενός ηθικού σύμπαντος που επιτρέπει τον αυθεντικό αυτοπροσδιορισμό  και την υπευθυνότητα.

 

Στην πρώτη απογευματινή συνεδρία εισηγητές ήταν οι Δρ. Michail Neamtu, Senior fellow of Cadi/Eleutheria-Ρουμανία, Δρ. Peter Bouteneff αναπληρωτής καθηγητής στο St Vladimir's Orthodox Theological seminary-Η. Π. Α. και ο Δρ. Aristotle Papanikolaou αναπληρωτής καθηγητής στο Fordham University.

Ο Δρ. Michail Neamtu μίλησε με θέμα «Η Εθνο-θεολογία στον κοινωνικό λόγο της σύγχρονης ορθοδοξίας. Παρατηρήσεις και ερωτήματα». Στην εισήγηση εξετάστηκε το ερώτημα για την εθνο-θεολογία, στην προοπτική της κυριαρχίας της στον απολογητικό λόγο μερικών ανατολικοευρωπαϊκών θεολόγων. Κατά τη διάρκεια του 19ου και καθόλον τον 20ο αιώνα, η σύγχρονη ορθοδοξία διαμόρφωσε το δικό της νομιμοποιητικό λόγο χρησιμοποιώντας ιδέες προερχόμενες από μια κολλεκτιβιστική και όχι απλά κοινοτική προσέγγιση για την ιστορία και την κοινωνία. Ένας εθνο-θεολογικός πανηγυρισμός της τοπικής ταυτότητας οδήγησε συχνά σε ένα τυφλό θρίαμβο ενός κοσμικού εθνικισμού, σε βαθμό αποκλεισμού της περισσότερο αυθεντικά χριστιανικής (και πατερικής) αξιολόγησης του ανθρώπινου προσώπου, θεωρούμενου ως μιας μη αναγωγικής και εικονικής πραγματικότητας. Διάφοροι θεολόγοι από την Ανατολική Ευρώπη έχουν συχνά προβάλλει ημι-μυθολογικές αναδομήσεις των ιστορικών αληθειών, προκειμένου να προωθηθεί μια κατά τα άλλα παραδοσιακή αντι-δυτική ατζέντα. Πως έχει συμβάλλει αυτή η εθνο-θεολογική τροπή της Ορθόδοξης απολογητικής στην αρνητική αντίδραση εναντίον της νεωτερικότητας, στο ναρκισσιστικό και αυτο-αναφορικό λόγο των αυτοκέφαλων Εκκλησιών, στην απουσία κάθε συνεπούς κοινωνικής διδασκαλίας στην Ανατολική Ευρώπη και τελικά στην έλλειψη μιας προφητικής αναμέτρησης με τον καθολικά διαβρωτικό λόγο των κοσμικών ιδεολογικών; Θα μπορέσουν οι τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες να επιβιώσουν μετά την αποσύνθεση των εθνών-κρατών, στην μορφή που τα έχουμε γνωρίσει στην διάρκεια των τελευταίων διακοσίων ετών; Από την άλλη μεριά πως θα πρέπει οι χριστιανικές κοινότητες να αντισταθούν σε μια άνευ όρων απορρόφηση σε ένα αδιαφοροποίητο και μαζικό πολιτισμό ειδικά στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης;

Ο Δρ. Peter Bouteneff ανέπτυξε το θέμα «Η Απελευθέρωση και οι φτωχοί: Προκλήσεις για τη σύγχρονη ορθοδοξία από τις συναφειακές θεολογίες». Κάθε έκφραση της θεολογίας είναι εκ φύσεως συναφειακή, αλλά κάποιες είναι με τρόπο περισσότερο συνειδητό. Ικανός αριθμός ιδεολογιών που εμφανίστηκαν από το 1960 έχουν σκόπιμα λάβει το αντίστοιχο κοινωνικό-οικονομικό και πολιτισμικό πλαίσιο τους ως σημείο εκκίνησής τους. Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον σε στοιχεία των Γραφών τα οποία δεν έχουν τυπικά προσελκύσει την προσοχή των σύγχρονων ορθόδοξων θεολόγων, ειδικά σχετικά με την κατάσταση των φτωχών και των καταπιεσμένων, (τα στοιχεία αυτά) θέτουν μια ευεγερτική πρόκληση στην σύγχρονη ορθόδοξη σκέψη. Ενώ, υπάρχουν πολλά που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής στις συναφειακές θεολογίες, ωστόσο αναδεικνύουν ένα σημαντικό κενό στην ορθόδοξη θεολογία. Οι συναφειακές θεολογίες του 20ου αιώνα, αρχίζοντας με τη θεολογία της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική, γεννήθηκαν μέσα στον Ρωμαιοκαθολικισμό από μια αντίδραση στην εξαθλιωτική φτώχεια και απανθρωποίηση, μαζί με μια αίσθηση ότι η κλασική θεολογία εμφανιζόταν ως άσχετη και αφηρημένη. Αυτό το διπλό ενδιαφέρον οδήγησε σε νέους τρόπους για τη σύλληψη της θεολογικής προσπάθειας και του περιεχομένου της ίδιας της σωτηρίας. Οι ίδιες αφορμήσεις οι οποίες προέκυψαν κάτω από τα πιεστικά καθεστώτα στην Λατινική Αμερική, αποτέλεσαν αντικείμενο εμπειρίας από πολλές κατηγορίες της κοινωνίας - γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, αφροαμερικάνοι, κι άλλοι- οι οποίοι έφτασαν να διαμορφώσουν τις δικές τους αντίστοιχες θεολογίες της απελευθέρωσης. Όσο προβληματικές κι αν είναι αυτές οι θεολογίες, το μόνιμο μότο τους για «την προνομιακή μεταχείριση των φτωχών από το Θεό» βρίσκει ξεκάθαρη υποστήριξη στις Γραφές. Η συναφειακή συνείδηση των ορθοδόξων θεολόγων του 20ου αιώνα εντοπίζεται κυρίως στην ανταποκριτικότητα προς την ευρωπαϊκή φιλοσοφία, μαζί με μια περισσότερο γενική ενημέρωση για τον ευρύτερο χριστιανικό κόσμο. Ποιά είναι η απάντησή τους προς το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο κάτω από το οποίο οι ίδιοι και οι ορθόδοξοι σύντροφοί τους υπέστησαν αφόρητες διώξεις και φτώχεια κατά τον προηγούμενο αιώνα; Αποτελεί η πολιτική θεολογία των Bulgakov και Berdyaev την τελευταία λέξη της Ορθοδοξίας για τους φτωχούς και για τη συστημική πολιτική αδικία; Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι δεν έχουν υπάρξει ούτε δεκτικοί προς τις θεολογίες της απευλεθέρωσης, ούτε απάντησαν κατά κανένα παρόμοιο τρόπο στην σοβαρή κατάσταση των φτωχών και καταπιεσμένων. Ένας λόγος είναι ότι η περιοδική διασύνδεση της θεολογίας της Απελευθέρωσης με τον Μαρξισμό προκάλεσε αρνητική εντύπωση για τους ορθόδοξους χριστιανούς οι οποίοι υφίσταντο αποδεκατισμό κάτω από αθεϊστικά μαρξιστικά καθεστώτα. Ένας περισσότερος προβληματικός παράγοντας εντοπίζεται στην ερμηνευτική της Βίβλου. Οι ορθόδοξοι θεολόγοι τείνουν να διαβάζουν τη Γραφή ως μια πηγή τριαδικών και χριστολογικών δεδομένων. Ωστόσο, όπως οι θεολόγοι της απελευθέρωσης μας θυμίζουν συχνά, οι Γραφές μιλούν για τη φτώχεια και τη δικαιοσύνη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η φωνή των προφητών ενισχυμένη και εκπληρωμένη στο κήρυγμα και τη δράση του Χριστού, απευθύνεται με μοναδικό τρόπο προς τους φτωχούς της κοινωνίας. Αυτό αναμφισβήτητα έχει αυθεντική θεολογική σπουδαιότητα, διότι αποτελεί ένα μεγάλο μέρος του γραφικού λόγου του Θεού για τον εαυτό του και τη δημιουργία του.

Ο Δρ. Aristotle Papanikolaou ανέπτυξε το θέμα «Ορθόδοξος Φιλελευρισμός: Η Πολιτική θεολογία μετά τις αυτοκρατορίες». Η πολιτική θεολογία στο πλαίσιο της ιστορίας της Ορθόδοξης χριστιανικής σκέψης, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Αυτή η απουσία μιας πολιτικής θεολογίας αποδεικνύει ότι η θεολογία μέσα στη ορθόδοξη παράδοση είναι συναφειακή στο βαθμό που φανερώνει ότι η θεολογική έκφραση εξαρτάται από την επείγουσα ανάγκη εντός της παράδοσης να αντιμετωπίσει ιδιαίτερα ερωτήματα τα οποία δεν μπορεί πλέον να εξακολουθεί να αγνοεί - η θεολογία δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις ερωτήσεις της οποίας το είναι καλείται να απαντήσει. Η κατάσταση μέσα στη χριστιανική -ρωμαϊκή- αυτοκρατορία ήταν τέτοια, ώστε ερωτήματα συνδεόμενα με το τι είναι πολιτική θεολογία δεν είχαν κεντρικό ενδιαφέρον, όπως τα ερωτήματα σχετικά με τη Χριστολογία. Χρειάστηκε να φτάσουμε στον 19ο αιώνα στη Ρωσία, όπου οι ορθόδοξοι αναγκάστηκαν να αναπτύξουν ερωτήσεις σχετιζόμενες προς την πολιτική θεολογία, καθότι η ίδια η ύπαρξη της θρησκείας δεχόταν επίθεση από μη-ορθόδοξες φιλοσοφίες και ιδεολογίες. Η διαμόρφωση αυτής της πολιτικής θεολογίας διακόπηκε από την κομμουνιστική κυριαρχία στην πλειονότητα των ορθοδόξων λαών. Στην παρούσα μετα-αυτοκρατορική και μετα-κομμουνιστική εποχή της ιστορίας της, η ορθόδοξη παράδοση βρίσκεται ακόμη μια φορά  αντιμέτωπη με την αναγκαιότητα να αναπτύξει μια πολιτική θεολογία, αν και αντιμετωπίζει μια πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα διαφορετική από εκείνη στη Ρωσία τον 19ο αιώνα. Οι σύγχρονοι ορθόδοξοι θεολόγοι δεν έχουν αναπτύξει μια πολιτική θεολογία, αν και έχουν γράψει, για συναφή προς την πολιτική θεολογία θέματα. Μια κοινή συνισταμένη στην ορθόδοξη σκέψη, τόσο στα γραπτά ορισμένων θεολόγων, όπως και στα επίσημα κείμενα κάποιων αυτοκεφάλων ορθοδόξων εκκλησιών αποτελεί η επίθεση έναντι του σύγχρονου πολιτικού φιλελευρερισμού, ειδικά σε σχέση με την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το χωρισμό Εκκλησίας-κράτους, ως εγγενώς αθεϊστική ατομικιστική, μη ηθική και κοσμική. Στην παρούσα ανακοίνωση υποστηρίχθηκε ότι αυτές οι κριτικές τίθενται εσφαλμένα και ότι μια ορθόδοξη πολιτική θεολογία, στην τρέχουσα παγκόσμια κατάσταση, απαιτεί την επιβεβαίωση μιας τροποποιημένης μορφής του πολιτικού φιλελευθερισμού και ότι μια τέτοια πολιτική θεολογία είναι περισσότερο συνεπής με την καρδιά της ορθόδοξης θεολογίας- την αρχή της θεανθρώπινης κοινωνίας.

 

Στην τελευταία συνεδρία ομιλητές ήταν οι Δρ. Radu Preda, αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο Babes-Bolai-University, Cluj-Napoca, διευθυντής του INTER και η Δρ. Ελένη Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη διδάσκουσα στο ΕΑΠ και μέλος της επιστημονικής ομάδας της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών.

Ο Δρ. Radu Preda μίλησε με θέμα «Ορθόδοξη κοινωνική θεολογία ως συναφειακή θεολογία». Το θέμα του συνεδρίου διαμορφώνεται με όρους ενός διλήματος: Χρειάζεται η ορθόδοξη θεολογία των αρχών του 21ου αιώνα μια νεο-πατερική σύνθεση ή έχει ανάγκη περισσότερο από το κουράγιο να αναλάβει την πρωτοβουλία για ένα μετα-πατερικό λόγο; Κατά τη γνώμη του το δίλημμα είναι μόνο φαινομενικό. Εάν αντιλαμβανόμαστε τη νεο-πατερική σύνθεση με όρους εξάσκησης μιας στείρας πιστότητας προς την Παράδοση σ' αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική εναλλακτική πρόταση. Επιπλέον, εάν με τη μετα-πατερική θεολογία κάποιος αντιλαμβάνεται τον εκσυγχρονισμό τού ανατολικού τρόπου του σκέπτεσθαι, την ενσωμάτωσής της στην ιστορική στιγμή, σύμφωνα με το υπόδειγμα των Πατέρων της Εκκλησίας, τότε δεν υπάρχει, πράγματι βιώσιμη προς αυτό αντιπρόταση. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει επιλογή για τη θεολογία μεταξύ του μουσείου και της ζωής, μεταξύ της αποστέωσης και της δυναμικής. Εάν είναι μόνο μουσείο και αποστέωση τότε δεν μπορεί να είναι ζωή και δυναμική. Το ένα παράδειγμα αποκλείει το άλλο. Η γόνιμη αντινομία του να είναι κανείς μέσα στην Παράδοση και την ίδια στιγμή να θεωρεί το παρόν ως προθάλαμο του έσχατου δεν είναι δυνατό εκτός κι εάν αναλάβει να χρησιμοποιήσει τον τύπο πραγμάτωσης και συναφειακότητας που χρησιμοποιήθηκε από τους Πατέρες. Πόσο δύσκολη είναι αυτή η εξέλιξη και κατά τρόπο συμμετρικό πόσο εύκολη είναι η παραμονή στην άνεση της «εξαγοράς των ιδεών για το τίποτα» κατά τον Flaubert - αυτό καθίσταται φανερό στην διαδικασία διαμόρφωσης μιας ορθόδοξης κοινωνικής θεολογίας. Η παρούσα παρέμβαση προσπάθησε να ανανεώσει κάποιες από τις προκλήσεις και ευκαιρίες που η ηθική της σύγχρονης ορθοδοξίας έχει μπροστά της.

Η Δρ. Ελένη Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη ανέπτυξε το θέμα «Η Φεμινιστική Θεολογία και η συναφειακότητα της: Πρόκληση ή ευκαιρία για την Ορθόδοξη Θεολογία;». Στόχος της εισήγησης υπήρξε η παρουσίαση και ανάλυση των ποικίλων προκλήσεων που προκύπτουν από τον πιθανό διάλογο της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας με τις φεμινιστικές. Η επίδραση του κοσμικού φεμινιστικού κινήματος, η ανάπτυξη και πρόοδος των γυναικείων σπουδών σε όλα σχεδόν τα γνωστικά αντικείμενα σε συνδυασμό με το συγγραφικό έργο, αρχικά τουλάχιστον- κυρίως αμερικανών φεμινιστριών θεολόγων, η Β΄ Βατικάνεια και η προσφορά του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών είναι κάποιοι από τους καταλυτικούς παράγοντες για την ανάπτυξη των διαφόρων φεμινιστικών θεολογιών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ως ένα σώμα θεολογικών προσεγγίσεων και μεθόδων εργασίας της χριστιανικής παράδοσης, οι φεμινιστικές θεολογίες είναι ιδιαίτερες και ξεχωριστές (πολιτισμικά, κοινωνικο-οικονομικά, θεωρητικά κ.α.) όπως και οι γυναίκες που ασχολούνται με αυτές. Παρά τη συναφειακή τους ποικιλία, όλες προκαλούν τις εκκλησίες και τις διάφορες χριστιανικές παραδόσεις με το να θέτουν ερωτήματα όπως: η έννοια και η σημασία της θεολογίας, της ανθρώπινης και της γυναικείας εμπειρίας, της εικόνας του Θεού, της θεολογικής γλώσσας, των ερμηνευτικών μεθόδων και εργαλείων, των ιεραρχικών δομών της εκκλησίας κ.ά. Δεν είναι τυχαίο ότι η φεμινιστική ανάγνωση της Γραφής και της χριστιανικής παράδοσης θεωρήθηκε  ως ένα από τα δυναμικότερα και ριζοσπαστικότερα ρεύματα του 20ου αιώνα.

Πως αντέδρασε η Ορθόδοξη θεολογία στις προκλήσεις και τα ερωτήματα των φεμινιστικών θεολογιών; Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι-άνδρες και γυναίκες- από όλα σχεδόν τα πλαίσια και τις τάσεις, εξέφρασαν κατά το παρελθόν αλλά σε πολλές περιπτώσεις μέχρι και σήμερα- δισταγμό και καχυποψία απέναντι σε μια φεμινιστική ανάγνωση της Γραφής και της Παράδοσης. Παρόλα αυτά, μερικά από τα κομβικής σημασίας θέματα και ερωτήματα που έθεσαν οι φεμινιστικές θεολογίες έδωσαν αφορμή και αποτέλεσαν ευκαιρία για συζήτηση και προβληματισμό, με κορυφαίο στην ατζέντα βέβαια το θέμα της χειροτονίας των γυναικών.

Στο τέλος της εισήγησης τέθηκε το εξής κεντρικό ερώτημα: είναι ή όχι μακρύς ο δρόμος πριν η φεμινιστική ανάγνωση και κριτική ενθαρρύνει και επηρεάσει τους/ τις Ορθόδοξους/ες θεολόγους ώστε να αφιερώσουν μέρος της ερευνητικής τους προσπάθειας σε θέματα που αφορούν τις κοινωνικές διακρίσεις, το ρατσισμό, το σεξισμό και τον αποκλεισμό;

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

3synedrio_3mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.