Επίκαιρα

Αρχική arrow Σύνοψη arrow ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 4 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 4 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010 PDF Εκτύπωση E-mail

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Την Πέμπτη 4 Ιουνίου 2010 συνεχίστηκαν οι εργασίες του Διεθνούς Συνεδρίου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Το συνέδριο μεταδίδεται απευθείας από το δια-δικτυακό τηλεοπτικό σταθμό www.intv.gr με παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά και αγγλικά.

Στην πρώτη πρωινή συνεδρία ομιλητές ήταν Διευθυντής Σπουδών στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Cambridge Marcus Plested, ο Αν. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο St. Thomas Διακ. Pavel L. Gravrilyuk και ο Κοσμήτωρ του Θεολογικού σεμιναρίου Αγ. Βλαδίμηρου π. John Behr.

Στην εισήγησή του με θέμα: «Η εμφάνιση της νεο-πατερικής σύνθεσης: περιεχόμενο, προκλήσεις και όρια» ο Marcus Plested ανέλυσε το οικοδόμημα της «Νεο-πατερικής σύνθεσης», θέτοντας υπό κρίση το βαθμό κατά τον οποίο μπορεί να θεωρηθεί, είτε ως «νέο-» είτε ως «πατερική», είτε ως «συνθετική». Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στη σύνδεση με ανάλογα φαινόμενα στο ρωμαιοκαθολικό πλαίσιο και αλλού. Η εισήγηση  σκιαγράφησε τόσο τα κατορθώματα όσο και τους περιορισμούς αυτού του πλούσιου, αλλά προβληματικού θεολογικού ρεύματος. Συγκεκριμένα ερεύνησε περαιτέρω το βαθμό στον οποίο προσδιορίζεται από ένα είδος ακριβώς μιμητικής και αντιδραστικής δυναμικής, που φαινόταν να ξεπερνά και να υπερβαίνει. Σ' αυτό το πλαίσιο η μεταχείρηση του Ακινάτη και άλλων «δυτικών» μορφών από τους Φλωρόφσκυ, Λόσσκυ κ. ά. αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον

Ο Διακ. Pavel L. Gravrilyuk ανέπτυξε το θέμα: Ο «Χριστιανικός Ελληνισμός» του Φλωρόφσκυ. Μια κριτική αξιολόγηση». Η  εισήγηση ερεύνησε τα πολεμικά κίνητρα και τις δημιουργικές φιλοδοξίες του προγράμματος για την επανακάλυψη των Πατέρων του Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Η «Νεο-πατερική Σύνθεση» του Φλωρόφσκυ, μακριά από το να είναι απλά μια ιστορική μελέτη των Πατέρων, υπήρξε ένα πρόγραμμα θεολογικής ανασυγκρότησης που σκόπευε να απελευθερώσει τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία από τη «δυτική αιχμαλωσία» της. Ο εισηγητής συζήτησε την κατανόηση εκ μέρους του, του Χριστιανικού Ελληνισμού, ως μιας ιδεατής στιγμής της μεταστροφής του πνευματικού πολιτισμού και υπογραμμίζω την τάση του να επιμένει ιδιαίτερα στη συμβολή των Ελλήνων Πατέρων. Επιπλέον πρότεινε ότι το θεολογικό πρόγραμμα του Φλωρόφσκυ έχει οδηγηθεί προς δύο κύριες κατευθύνσεις. Από τη μια μεριά, η εξιδανίκευση από τον Φλωρόφσκυ του Χριστιανισμού Ελληνισμού φαίνεται να έχει ευνοήσει την εμφάνιση, αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, ως «Πατερικός φονταμενταλισμός», εκκλησιαστική θριαμβολογία, μια στάση πνευματικής υπεροχής έναντι του «Άλλου» της Δύσης, ένας πνευματισμός απομονωτισμός, και μια ελληνοκεντρικότητα που αγγίζει την ειδωλολατρεία. Από την άλλη μεριά, όταν κατανοηθεί κατάλληλα, η Νεο-πατερική σύνθεση του Φλωρόφσκυ οδηγεί σε μια αντίθετη κατεύθυνση. Σε απόσταση από την ιεροποίηση της θριαμβολογίας, η κριτική έρευνα του Φλωρόφσκυ στην ρωσική θρησκευτική σκέψη προσκαλεί σε μια έντονη εκκλησιαστική αυτοκριτική. Αντίθετα από το να ενισχύει τον πατερικό φονταμενταλισμό, ο Φλωρόφσκυ καλεί τους ορθόδοξους θεολόγους να προσλάβουν το πατερικό πνεύμα, να εισέλθουν στο πνεύμα της πατερικής σκέψης. Αντίθετα από την ενίσχυση του απομονωτισμού, μια από τις λειτουργίες της Νεο-πατερικής σύνθεσης είναι να προσφέρει μια βάση για την υπέρβαση της διαίρεσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο Χριστιανικός Ελληνισμός αποτελεί μια θεολογική θεώρηση, η οποία αρνείται να υποτάξει την ιστορική θεία Αποκάλυψη σε κάποιο είδος φιλοσοφίας, η οποία θέτει σε κίνδυνο την κεντρική θέση της θείας Αποκάλυψης. Ανεξάρτητα από την κατά καιρούς παραπλανητική ρητορική του Φλωρόφσκυ, δεν είναι η πολιτιστική ηγεμονία ενός «ιερού Ελληνισμού», αλλά ο Χριστός των ευαγγελίων, ο Χριστός των επτά Οικουμενικών Συνόδων, ο Χριστός της Εκκλησίας, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο της Νεο-πατερικής σύνθεσής του.

Ο π. Δρ. John Behr μίλησε για τη δυνατότητα να κινηθούμε «Επέκεινα της νεο-πατερικής σύνθεσης». Ρίχνοντας μια ματιά στον προηγούμενο αιώνα, η παρούσα εισήγηση εξέτασε πρώτα τη γένεση και τους περιορισμούς της Νεο-πατερικής σύνθεσης και στη συνέχεια την εξειδίκευση και τον κατακερματισμό της θεολογικής επιστήμης, δείχνοντας έτσι πιθανούς νέους δρόμους. Η επιστροφή στους Πατέρες, η οποία προωθήθηκε από τον Φλωρόφσκυ και άλλους Ρώσους της Διασποράς στη Δύση, θεωρήθηκε ταυτόχρονα ως μια απελευθέρωση από την «δυτικοποιημένη» θεολογία του παρελθόντος τους και ως μια αποστασιοποίηση από την «δυτικοποιημένη» θρησκευτική φιλοσοφία του Μπουλγκάκωφ. Ωστόσο απευθυνόμενος στο «πνεύμα» των Πατέρων και λιγότερο στα κείμενα τους, ο Φλωρόφσκυ άντλησε τελικά από το ίδιο ρεύμα του Ρομαντισμού και του Ιδεαλισμού. Η κληρονομιά της Νεο-πατερικής σύνθεσης είναι ανάμικτη: υπήρξε ένας αναγεννητικός άνεμος που ενέπνευσε πολλά σημαντικά έργα, αλλά την ίδια στιγμή έβαλε εμπόδια στο θεολογικό προβληματισμό, μη δίνοντας αφενός την πρέπουσα σημασία στην ιδιαιτερότητα κάθε Πατέρα, και αφετέρου δίνοντας την εντύπωση ότι η θεολογία μπορεί να λειτουργήσει μόνο με πατερικό ένδυμα. Επίσης η εξειδίκευση σε διαφορετικούς κλάδους της θεολογίας στη διάρκεια του περασμένου αιώνα αποτέλεσε μια ανάμεικτη ευλογία: από τη μια διέσπασε την ενότητα των επιμέρους κλάδων της θεολογίας, έτσι ώστε να είναι αδύνατο να διαπιστωθεί η ενότητά τους, ενώ από τη άλλη πρόσφερε με δραματικό τρόπο μια διαρκώς αναπτυσσόμενη κατανόηση και γνώση της ιστορικής συναφειακότητας της χριστιανικής πίστης και κάθε επιμέρους στοιχείου της, φτάνοντας στο σημείο να μπορούμε και πάλι να ακούμε τις διαφορετικές φωνές των άλλων. Σύμφωνα με τον Behr σ' αυτή την προοπτική το μέλλον της ορθόδοξης θεολογίας μπορεί να βρίσκεται όχι τόσο στην επιστροφή σε κάποιο χρυσό αιώνα καθαρότητας, που στην πραγματικότητα αποτελεί δική μας προβολή του εαυτού, αλλά στο να αφουγκραστούμε το διάλογο των χριστιανών μαρτύρων, μαθαίνοντας να παίρνουμε μέρος σ΄ αυτό το διάλογο και τότε έχοντας στη διάθεση μας όλες τις πηγές, να απευθύνουμε το Λόγο του Θεού στον 21ο αιώνα.

Στη δεύτερη συνεδρία απουσίασε ο Αρχιεπίσκοπος Βολοκολάμσκ Ιλαρίων Alfeyef και την ομιλία του διάβασε ο π. Mihail Asmus. Το θέμα της εισήγησης ήταν: «Ορθόδοξη Παράδοση και συναφειακή Θεολογία». Δεύτερη ομιλήτρια ήταν η Δρ. Tamara Grdzelidze, Υπεύθυνη Προγράμματος στο Τμήμα Πίστις και Τάξις του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών με θέμα: «Η συναφειακή διάσταση των Πατέρων της Εκκλησίας στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης». Η ομιλήτρια έθεσε το ερώτημα εάν είναι αναγκαίο για τους ορθοδόξους να βρουν μια θεολογική έκφραση εναρμονισμένη στη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Εάν ναι, τότε η ορθόδοξη θεολογία πρέπει να είναι ή είναι ήδη, συναφειακή. Είναι η ορθόδοξη θεολογία συμβατή με τα φιλοσοφικά συστήματα τα οποία προσφέρονται από τη νεωτερικότητα ή με τη συνεχιζόμενη απόρριψη αυτών των συστημάτων από τη μετα-νεωτερικότητα; Αντιμετώπισε η ορθόδοξη θεολογία την πρόκληση του Λόγου, και χωρίς να τον αγνοήσει ή να τον καταστρέψει, διατηρεί την εκκλησιαστική ζωή και τη μυστική εμπειρία σε αναμονή των εσχάτων; Για παράδειγμα μπορούμε να πούμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μπορούν να αποκτήσουν συναφειακή διάσταση σήμερα ή κατά το παρελθόν και το μέλλον; Ή τι θα μπορούσε να αντιπαραθέσει η ορθόδοξη θεολογία έναντι των βασικών εννοιών της συναφειακής θεολογίας όπως ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, την ανθρώπινη εμπειρία, το θεολογικό στοχασμό, που έχουν χρεωθεί με μια πρόκληση για χειραφέτηση; Θα είναι αλήθεια να πούμε ότι η μυστική και ποιμαντική εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας (η οποία έχει προσληφθεί ομόφωνα στο χώρο της ορθόδοξης Εκκλησίας) τους οδηγεί στη διαμόρφωση της ορθόδοξης θεολογίας; Αυτά ήταν μερικά από τα ερωτήματα που συζήτησε η ομιλήτρια και τόνισε ότι από τη στιγμή που το πλαίσιο αρχίζει με μια εμπειρία του οικείου πλαισίου κάποιου, μια εμπλοκή με την εμπειρία αποτελεί τη βάση κάθε θεολογικού στοχασμού. Το δίλλημα βρίσκεται στο να φέρουμε τα παραδοσιακά πρότυπα της θεολογίας, όπως η ορθόδοξη θεολογία, σε επαφή με το σημερινό πλαίσιο. Το να φέρουμε, όμως και τα δύο σε συνάντηση είναι ο μόνος τρόπος να διατηρήσουμε την πίστη ζωντανή.

Στην πρώτη απογευματινή συνεδρία συζητήθηκε το θέμα της σχέσης των βιβλικών και θεολογικών επιστημών και η συνάντηση της ορθόδοξης θεολογίας με την ιστορικο-κριτική μέθοδο. Εισηγητές ο Αν. Καθηγητής στο Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας του Παν/μίου του Balamand Daniel Ayuch και ο Αν. Καθηγητής στο Τμήμα Θρησκευτικών Σπουδών στο Κολέγιο Saint Mary του Παν/μίου Notre Dame John Fotopoulos.

Ο Daniel Ayuch μίλησε με θέμα: «Βιβλικές σπουδές: μια νέα προσέγγιση σε μια επιστήμη. Η σχέση μεταξύ βιβλικών και θεολογικών σπουδών». Τόνισε ότι στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα η ορθόδοξη θεολογική εκπαίδευση έζησε την εμπειρία σημαντικών αλλαγών. Ωστόσο, δεν φαίνεται ότι κατάφερε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του μετανεωτερικού πολιτισμού. Οι ορθόδοξοι θεολόγοι καταφεύγουν στη λύση ποικίλων παραδειγμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται στην Εκκλησία και τη θεολογία με διαφορετικούς τίτλους: συντηρητική, νεο-πατερική ή δυτικοποιημένη κριτική θεολογία. Μέσα σ' αυτό το μεταβαλλόμενο πλαίσιο καθίσταται αναγκαίο να στοχαστούμε γύρω από τη σχέση μεταξύ των διαφόρων επιστημών που συναπαρτίζουν το σύγχρονο θεολογικό πρόγραμμα. Πέρα από την συζήτηση για ένα γενικότερο πρόγραμμα σπουδών, στην εισήγηση έγινε  προσπάθεια να υπογραμμιστούν τα θεολογικά επιχειρήματα για την αναγκαιότητα των βιβλικών μαθημάτων, με βάση τις σύγχρονες μεθοδολογικές προϋποθέσεις στο πλαίσιο του προγράμματος κάθε ορθόδοξης θεολογικής σχολής. Γιατί ο φοιτητής έχει ανάγκη από τα βιβλικά μαθήματα, τα οποία ασχολούνται με δυτικές θεωρίες; Για ποιό λόγο τα άλλα μαθήματα χρειάζονται φοιτητές ενημερωμένους στη βιβλική επιστήμη; Δεν επαρκεί η σπουδή των πατερικών υπομνημάτων σε σχέση με την μελέτη των ποικίλων επιστημονικών θεωριών ανθρώπων που μικρή σχέση έχουν με το μυστήριο της σωτηρίας; Με άλλα λόγια πως μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι σύγχρονες βιβλικές σπουδές μπορούν να έχουν θέση στο πλαίσιο των ορθόδοξων θεολογικών σχολών;

Ο John Fotopoulos στην εισήγησή του με θέμα «Η ορθόδοξη θεολογία και η ιστορικο-κριτική μέθοδος» τόνισε ότι το κάλεσμα του Φλωρόφσκυ για μια επιστροφή στους Πατέρες είναι ευρέως γνωστό ως «Νεο-πατερική σύνθεση», την οποία έβλεπε ως μια «δημιουργική στροφή», στο «πνεύμα των Πατέρων». Παρά ταύτα αυτό το κάλεσμα για επιστροφή στους Πατέρες έγινε αντικείμενο οικειοποίησης από πολλούς ορθόδοξους επιστήμονες και κληρικούς. ‘Όσοι επιχείρησαν ‘επιστροφή στους Πατέρες', τις περισσότερες φορές επαναλάμβαναν όσα είχαν πει οι Πατέρες. Οι επιπτώσεις αυτής της επιστροφής στους Πατέρες στον 20ο αιώνα, είτε υπήρξε συνεπής είτε όχι προς το όραμα του Φλωρόφσκυ, έχει κυριαρχήσει ειδικά στο χώρο των βιβλικών σπουδών. Αν και η ιστορικο-κριτική μέθοδος αποτελεί την κυρίαρχη μέθοδο ερμηνείας της Γραφής για περισσότερα από εκατό χρόνια μεταξύ των Προτεσταντών και Ρωμαιοκαθολικών, έχει υποστεί σημαντική δυσφήμηση από ένα σημαντικό μέρος ερευνητών εντός και εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο, η ορθόδοξη επιστημονική χρήση της ιστορικο-κριτικής μεθόδου στη βιβλική ερμηνεία και η αναζήτηση της κυριολεκτικής σημασίας της Βίβλου είναι συνεπής με την πίστη στην αγία Γραφή, ως Λόγου του Θεού. Με απλά λόγια η ιστορική κριτική της Βίβλου δεν μπορεί σήμερα να αγνοείται από τους ορθοδόξους ερευνητές και να αντικαθίσταται απλά από την πατερική ερμηνευτική παράδοση. Ακόμη περισσότερο η ορθόδοξη επιστημονική χρήση της ιστορικο-κριτικής μεθόδου στη βιβλική ερμηνεία και η αναζήτηση της κυριολεκτικής σημασίας της Βίβλου μπορεί  να διευκολύνει μια καρποφόρα εμπλοκή και χρήση της Βίβλου στη ζωή των ορθόδοξων πιστών, επιτρέποντας τη χρήση των Γραφών στο λειτουργικό κήρυγμα, όπως επίσης διευκολύνοντας τη δυναμική συνάντηση με το μήνυμα της Βίβλου στη λατρεία μέσα στο πλαίσιο της ορθόδοξης Λειτουργίας.

Στην τελευταία συνεδρία  ομιλητές ήταν οι George Demacopoulos, Αν. Καθηγητής, συνιδρυτής-Διευθυντής του Προγράμματος Ορθόδοξων Σπουδών στο Παν/μιο Fordham, ο  Alexei Nesteruk, Ερευνητής-Λέκτορας στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου του Portsmouth Μ. Βρετανία και ο π. Δημήτριος Μπαρθέλλος, Δρ. King's College, Επισκέπτης Καθηγητής στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Cambridge, εφημέριος Ι. Ναού Αγίας Σοφίας Ντράφι Ι. Μητροπόλεως Μεσογαίας.

Ο George Demacopoulos παρουσίασε το θέμα: «Ιστορία, μετά-αποικιακή θεωρία και κάποιες νέες δυνατότητες για την ανάκτηση του παρελθόντος της θεολογίας».       Η μετα -αποικιακή θεωρία ξεκίνησε στα μέσα του 20ου αιώνα, ως ένα μέσο για την αποδόμηση και την καταπολέμηση των εναπομείναντων αποτελεσμάτων της δυτικής εκμετάλλευσης του αποικιακού θέματος, σε όλο το φάσμα των πολιτισμικών, πολιτικών και οικονομικών εκδηλώσεών του. Η οικειοποίηση της μετα-αποικιακής θεωρίας στη μελέτη της θρησκείας και της θεολογίας έχει περιοριστεί σε μια έρευνα για το πως οι προ ή μη αποικιακές χριστιανικές παραδόσεις μπορούν να διαταράξουν και να ανασυστήσουν τον κυρίαρχο χριστιανικό λόγο. Ο εισηγητής πρότεινε την πιθανότητα χρήσης της μετα-αποικιακής θεωρίας με εντελώς νέο τρόπο, υποστηρίζοντας τη χρήση της για τη μελέτη της Χριστιανικής Ανατολής, μια κοινότητα η οποία ήταν χριστιανική πριν τον αποικισμό της. Πράγματι αν και η ιστορία της Χριστιανικής Ανατολής  με πολλούς τρόπους αψηφά το καθιερωμένο αποικιακό/κατώτερο παράδειγμα, η εισήγηση υποστήριξε ότι η μετα-αποικιακή θεωρία μπορεί παραταύτα να βοηθήσει στην εξήγηση των ριζικά αποκλινουσών προσπαθειών από τους σύγχρονους ορθόδοξους συγγραφείς να αυτοτοποθετηθούν (θεολογικά, πολιτικά, και πολιτισμικά) μέσα στη δυτική πνευματική παράδοση. Χωρίς να αρνούμαστε την ύπαρξη διακριτών θεολογικών προοπτικών στη χριστιανική ιστορία, η  ανακοίνωση υποστήριξε ότι πολλές ορθόδοξες περιγραφές του 19ου και 20ου αιώνα μιας διχοτόμησης μεταξύ χριστιανικής Ανατολής και χριστιανικής Δύσης παρακινούνταν (και διογκώνονταν) από εσωτερικά ερωτήματα που σχετίζονταν με τον αυτοπροσδιορισμό έναντι της Δύσης. Αλλά την ίδια στιγμή, αυτή πρότεινε ότι ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός θα μπορούσε να έχει τοποθετηθεί με ιδιαίτερη δεκτικότητα απέναντι στην αξιολόγηση της προσπάθειας του Dipesh Chakrabarty να ερευνήσει αυτό που αποκαλεί «κατώτερο παρελθόν», ιδιαίτερα τις θρησκευτικές πρακτικές και πεποιθήσεις οι οποίες δεν υποτάσσονται στις ηγεμονικές κατηγορίες του Δυτικού Διαφωτισμού.

Η εισήγηση του π. Nesteruk είχε  θέμα: «Η Ορθοδοξία στον αιώνα της επιστήμης; Από τη Νεο-πατερική σύνθεση στη ριζοσπαστική θεολογική δέσμευση». Ο αντικειμενικός στόχος  της εισήγησης ήταν να καταστήσει ριζοσπαστική την αναζήτηση για τη διαμεσολάβηση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης στην προοπτική της ανατολικής ορθόδοξης θεολογικής δέσμευσης, κατανοούμενη ως μια έκφραση των άμεσων υπαρξιακών ενδιαφερόντων της ανθρωπότητας. Η αναγκαιότητα μιας τέτοιας ριζοσπαστικοποίησης οφείλεται στο γεγονός ότι ένας σύγχρονος διάλογος μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, που έχει λάβει χώρα, κατά κύριο λόγο, στη Δύση, δεν έχει καμιά απολύτως επίδραση για την άσκηση των επιστημόνων. Αυτό οφείλεται στη ραγδαία επιστημονική πρόοδο η οποία μεταβάλλει τον ανθρώπινο πολιτισμό σε όμηρο της επιστημονικής εξέλιξης, με αποτέλεσμα η επιστημονική έρευνα και οι κατακτήσεις της σιγά-σιγά να μετατρέπονται σε επιστημονική ιδεολογία που οδηγεί στην άνθηση ενός εξελιγμένου είδους αθεϊσμού. Μια νέα επιστημονικά θεμελιωμένη ιδεολογία υποστηρίζει τον μονισμό και το αδύνατο του υπερβατικού. Την ίδια στιγμή δεν αρνείται την πνευματικότητα ως κομμάτι του κόσμου, αυτή η πνευματικότητα όμως δεν έχει ανάγκη το Θεό. Έτσι γίνεται λόγος για μια αθεϊστική πνευματικότητα, η οποία έμμεσα υποστηρίζεται από την επιστημονική ιδεολογία. Τότε η πρόκληση για την Ορθόδοξη θεολογία δεν είναι να υπάρξει διαμεσολάβηση σε θεωρητικό επίπεδο με την επιστημονική έρευνα, είτε για να την αφομοιώσει σε ένα θεολογικό σκοπό είτε για να προσαρμοστεί προς αυτή μέσω μιας προέκτασης της θεολογίας, αλλά το να απαντήσει και να αντισταθεί στην αθεϊστική πνευματικότητα, ως φανέρωση μιας περαιτέρω εκκοσμίκευσης και ενός επιθετικού απο-χριστιανισμού όλων των πλευρών της κοινωνίας, τοποθετώντας το ζήτημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αξίας της ζωής στο επίκεντρο της αντίστασής της. Σ' αυτή την περίπτωση η στάση της ορθόδοξης θεολογίας απέναντι στην επιστήμη δεν μπορεί να διαχωριστεί από το σφετερισμό της από τη σύγχρονη πολιτική, οικονομική και οικολογική κατάσταση στην οποία η επιστήμη παίζει ένα κεντρικό ρόλο. (Σ' αυτή την περίπτωση το ζήτημα αναδύεται μαζί με το ευρύτερο ζήτημα της σχέσης Ορθοδοξίας και Δύσης). Η απάντηση και η αντίσταση προϋποθέτει μια περισσότερο ριζοσπαστική δέσμευση, ως προτεραιότητα της χριστιανικής πίστης και της υπαρξιακής θεολογίας πάνω σε όλες τις κοσμικές μορφές σκέψης. Αυτή η δέσμευση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μια περαιτέρω σύνθεση προ-νεωτερικών ιδεών των Πατέρων της Εκκλησίας και της εκκλησιακής θεολογίας τους με τη σύγχρονη φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη, αντανακλώντας τη σύχρονη ανθρώπινη κατάσταση. Ο σκοπός αυτής της σύνθεσης είναι α) η επανεκτίμηση της σημασίας και των αξιών του χριστιανικού πολιτισμού σε εκείνους τους καιρούς, όπου η ακραία εκκοσμίκευση των κοινωνιών, όπως επίσης η απο-ανθρωποποίηση της φύσης και της ζωής καταστρέφουν την ισορροπία της ανθρώπινης ύπαρξης και την εκπλήρωση των θείων στόχων, β) πολεμώντας τον στρατευμένο και κρυφό αθεϊσμό στο σύγχρονο κόσμο να μπορέσει να επανεκτιμήσει το μυστηριακό νόημα της ανθρώπινης ζωής και την αναγκαιότητα της εκκλησιακής και ευχαριστιακής διάστασης της ύπαρξης για μια σχεσιακή υπερβατικότητα και σωτηρία.

Ο π. Δημήτριος Μπαθρέλλος ανέλυσε το θέμα: «Η συστηματική θεολογία ως μια νέα μορφή ορθόδοξης θεολογίας;» Πρότεινε τη διάκριση μεταξύ Δογματικής και Συστηματικής Θεολογίας. Η πρώτη εκφράζει την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας αναφορικά με τα θεμελιώδη της δόγματα. Η δεύτερη συνίσταται στη δημιουργική προσπάθεια επαναδιατύπωσης του χριστιανικού μηνύματος λαμβάνοντας υπόψη τις ιστορικές, πολιτισμικές, και θεολογικές προκλήσεις του χώρου και του χρόνου μας. Η συστηματική θεολογία πρέπει να θεμελιώνεται στη δογματική αλλά και να επεκτείνεται πέρα απ' αυτήν σε μια προσπάθεια να κρατήσει τη θεολογία ζωντανή και ικανή να απευθύνεται σε ανθρώπους που ζουν σε διαφορετικές χρονικές και τοπικές συντεταγμένες. Ο ομιλητής  υποστήριξε ότι η ανάπτυξη της συστηματικής θεολογίας αποτελεί σημαντική προτεραιότητα για το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας.

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

4synedrio_3mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.