Επίκαιρα

Η Ευχαριστιακή Επίκληση PDF Εκτύπωση E-mail

Η Ευχαριστιακή Επίκληση:

Οικουμενική γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως

CESARE GIRAUDO sj

Καθηγητής Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών της Ρώμης

Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε

Μετάφραση: Πρωτοπρεσβύτερος Παύλος Κουμαριανός, Δρ. Θεολογίας

«Οι υποσημειώσεις με αστερίσκους * είναι επεξηγηματικές σημειώσεις του μεταφραστή. Η μετάφραση βασίστηκε στο Ιταλικό πρωτότυπο του συγγραφέα και ολοκληρώθηκε κατόπιν διευκρινήσεων που έκανε ο ίδιος ο καθηγητής Cesare Giraudo στον μεταφραστή. Όπου το ελληνικό κείμενο αποκλίνει από το γαλλικό, αυτό οφείλεται σε πιθανόν διαφορετική διατύπωση του ιταλικού».

1. Μία διαφωνία ελάχιστα εποικοδομητική: «υπέρ ή κατά της επικλήσεως;»

Μεταξύ των κλασσικών θεμάτων που χωρίζουν καθολικούς και ορθοδόξους αναφέρεται συνήθως η διαφωνία σχετικά με την σημασία της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος για τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας*. Η Καθολική και η Ορθόδοξη θεολογία ενώνονται όταν ομολογούν την πίστη τους στη πραγματικότητα της παρουσίας του Κυρίου της Ευχαριστίας, αλλά αλίμονο, είναι διηρημένες όταν ασχολούνται με την συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία αυτή η «παρουσία» -η μεταβολή των Δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού- πραγματοποιείται. Ενώ η Καθολική Εκκλησία διεκδικεί με τρόπο απόλυτο και αποκλειστικό να αποδίδει τον τελικό καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων στους λόγους του Κυρίου: «τούτο εστί το σώμα μου» / «τούτο εστί το αίμα μου», η Ορθόδοξη Εκκλησία φαίνεται να την συνδέει, με τρόπο επίσης απόλυτο και αποκλειστικό, με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η αντίθεση, που έχει τις ρίζες της σε μία καμπή της θεολογίας του Δυτικού σχολαστικισμού, βρήκε γόνιμο έδαφος στην αντιπαράθεση Ρώμης και Βυζαντίου. Για να καταλάβουμε καλύτερα τις συνέπειες αυτής της -τόσο λίγο εποικοδομητικής- αντιπαραθέσεως σχετικά με το μυστήριο που «οικοδομεί» την Εκκλησία, είναι χρήσιμο να ρίξουμε μια ματιά –έστω ακροθιγώς– στις ιστορικές συντεταγμένες υπό τις οποίες εκδηλώθηκε.

Είναι περί τα τέλη του 13ου αιώνα που αρχίζει να διαγράφεται μία ακαδημαϊκού τύπου σχολαστική αντιπαράθεση επί του θέματος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως (1). Από την μια μεριά ο ερχομός στην Ανατολή Καθολικών ιεραποστόλων έκανε γνωστή στα ξαφνιασμένα μάτια των Λατίνων την, όπως φαίνεται σε εκείνη τη φάση άγνωστη σε αυτούς, επίκληση του Αγίου Πνεύματος, που ακολουθεί τα λόγια του Κυρίου στην Θεία Ευχαριστία. Από την άλλη μεριά, η μετάφραση των έργων του αγίου Θωμά του Ακινάτη († 1274) έκανε να γνωρίσουν οι Βυζαντινοί την θέση των Σχολαστικών Δυτικών θεολόγων.

Σε υπεράσπιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι της κατηγορίας της ετεροδοξίας ξεσηκώθηκαν ο Νικόλαος Καβάσιλας († μετά το 1391) και ο Συμεών Θεσσαλονίκης († 1429).

Με τον ακόλουθο τρόπο ο Καβάσιλας συνοψίζει την θέση της Λατινικής Εκκλησίας:

«Ενταύθα δε τινες Λατίνοι των ημετέρων επιλαμβανονται. Φασί γαρ, μετά τον του Κυρίου λόγον, το “λάβετε, φάγετε” και τα εξής, προς το αγιασθήναι τα δώρα μηδεμιάς ευχής έτι δείσθαι, ως αν υπό του Κυριακού λόγου τελειούμενα» (2)

[Μετάφραση: Μερικοί Λατίνοι ασχολούνται εδώ με τα δικά μας. Λέγουν πραγματικά, ότι μετά το λόγο του Κυρίου, «λάβετε, φάγετε» και τα επόμενα, τα Τίμια Δώρα δεν χρειάζονται καμμιά ευχή για αγιασθούν, διότι τελειούνται από το λόγο του Κυρίου]

Αφού λοιπόν προσδιορίστηκαν οι θέσεις της διένεξης, ο Καβάσιλας περνάει στην επίθεση και επιχειρηματολογεί με βάση την ευχή της Ευχαριστιακής Αναφοράς της Εκκλησίας της Ρώμης**. Καταδεικνύει, λοιπόν, ότι και οι Λατίνοι αναπέμπουν στο Θεό μία αντίστοιχη επίκληση μετά τους λόγους του Κυρίου:

«Ο δε παντελώς αυτούς επιστομίζει, ότι και η των Λατίνων Εκκλησία, εις ην αναφέρειν δοκούσι, μετά τον του Κυρίου λόγον, εύχεσθαι υπέρ των δώρων ου παραιτούνται… Τις δε η ευχή; “Κέλευσον ανενεχθήναι τα δώρα ταύτα εν χειρί αγγέλου εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον”» (3)

[Μετάφραση: Εκείνο δε που τους αποστομώνει εντελώς είναι ότι και των Λατίνων η Εκκλησία, στην οποία αναφέρονται, δεν παραλείπει να εύχεται υπέρ των Δώρων μετά τον λόγο του Κυρίου… Ποια είναι αυτή η ευχή; «Διάταξε, Κύριε, να ανεβασθούν τα Δώρα αυτά με χέρι Αγγέλου στο υπερουράνιό Σου θυσιαστήριο.»]

Ο βυζαντινός απολογητής δεν έχει αμφιβολίες για τους υπευθύνους μίας τέτοιας παρανοήσεως. Έτσι καταγγέλλει:

«Φανερόν τοίνυν ως το ατιμάζειν την υπέρ των Δώρων ευχήν μετά τον του Κυρίου λόγον ουδέ της Εκκλησίας των Λατίνων εστίν απλώς, αλλ’ ενίων ολίγων και νεωτέρων, οίοι και τάλλα αυτήν ελυμήναντο, εις ουδέν έτερον ευκαιρούντες ‘η λέγειν τι και ακούειν καινότερον’ (Πράξεις 17,21)» (4).

[Μετάφραση: Είναι λοιπόν φανερό ότι το να περιφρονούν την ευχή υπέρ των Δώρων μετά τον λόγο του Κυρίου δεν είναι συνήθεια της Εκκλησίας των Λατίνων γενικώς, αλλά μόνον ολίγων καινοτόμων, οι οποίοι και σε άλλα θέματα την έφθειραν, άνθρωποι που δεν ευκαιρούν σε τίποτε άλλο «παρά να λέγουν και ν΄ ακούν κάτι νεώτερο»]

Υπεύθυνοι λοιπόν της Λατινικής ισχυρογνωμίας επί του θέματος είναι αυτοί, που αυτός καταγγέλλει ως «καινοτόμους» (5). Με αυτό το τρόπο κατηγορεί τους συστηματικούς θεολόγους του Δυτικού σχολαστικισμού ότι έχουν απομακρυνθεί από την ισορροπία που χαρακτηρίζει την Μυστηριακή θεολογία των πρώτων αιώνων (6). Εναντίον της σταδιακής σκληρύνσεως της θέσεως των Λατίνων, αυτός κατόρθωσε να καταδείξει και ακόμα και ο δικός τους «Κανόνας» [=Αναφορά], διαθέτει Επίκληση για τον καθαγιασμό και των Δώρων και της συνάξεως, και μάλιστα Επίκληση που επακολουθεί τους λόγους του Κυρίου (όπως δηλαδή και στις αντίστοιχες Βυζαντινές Αναφορές.

Μετά τον Καβάσιλα εμφανίζεται στο πεδίο της μάχης ο Συμεών, επίσκοπος Θεσσαλονίκης. Και αυτός επίσης αναγνωρίζει την ύπαρξη Επίκλησης στην Ρωμαϊκή Αναφορά. Εντούτοις, ενώ ο Καβάσιλας είχε εντοπίσει την επίκληση στην παράγραφο Supplices της Αναφοράς (Iube haec perferri etc.) –και την εννοούσε ως επίκληση του Αγίου Πνεύματος η οποία επακολουθεί*** την εκφώνηση των λόγων «λάβετε, φάγετε κ.λ.π.» -ο Συμεών την βλέπει στην παράγραφο Quam oblationem, δηλαδή σε επίκληση της Ρωμαϊκής Αναφοράς, η οποία προηγείται των λόγων του Κυρίου. Στο έργο του Ερμηνεία περί του Θείου Ναού, όπου σχολιάζει θεολογικά την Θεία Λειτουργία, λέει τα εξής:

«Οι ανθιστάμενοι δε και από της σφων λειτουργίας εξελεγχέσθωσαν. Εύχονται γαρ και αυτοί τα προκείμενα σώμα γενέσθαι και αίμα Χριστού, και ευλογούσι τα δώρα, και εμφυσώσι παρά την θείαν παράδοσιν, ουκ αρκούμενοι ταις του Κυρίου μόνον φωναίς» (7)

[Μετάφραση: Αυτοί που έχουν αντίθετη γνώμη ας ελεγχθούν και από τη δική τους Λειτουργία. Διότι και αυτοί προσεύχονται ώστε τα προκείμενα δώρα να γίνουν σώμα και αίμα Χριστού, και ευλογούν τα δώρα, και εμφυσούν παρά την θεία παράδοση, χωρίς δηλαδή να αρκούνται στην εκφώνηση των λόγων του Κυρίου]

Η έκφραση «εμφυσώσι παρά την θείαν παράδοσιν» (8), που μεταφράζουμε ως «φυσάνε παρά την θεία παράδοση» μπορεί να κατανοηθεί στο φως δύο διαφορετικών λειτουργικών πράξεων που μαρτυρούνται από την Λατινική Εκκλησία. Δηλαδή, ή αναφέρεται στην μεσαιωνική συνήθεια που προέβλεπε οι λειτουργοί να ασπάζονται την εικόνα του Θεού Πατρός και του Εσταυρωμένου σε σχετικές στιγμές της Αναφοράς, δηλ. κατά τον πρόλογο [ο οποίος αναφέρεται στο πρόσωπο του Πατρός], και στην παράγραφο της Αναφοράς που αρχίζει με την φράση Te igitur [ο οποίος αναφέρεται στο πρόσωπο του Υιού]. Ή αναφέρεται στην συνήθεια κάποιων λειτουργών κατά την απαγγελία της Αναφοράς, να εκφωνούν αγκομαχώντας τους λόγους του Κυρίου στο Μυστικό Δείπνο.

Επομένως, εάν δούμε την έκφραση αυτή του Συμεών με βάση την άμεση κατανόηση που θα μπορούσαν να έχουν οι Δυτικοί αναγνώστες, θα λέγαμε ότι αυτοί θα την καταλάβαιναν ή με την έννοια του ασπασμού των εικόνων του Ιερατικού, ή με την έννοια του αγκομαχητού κατά την εκφώνηση των λόγων του Καθαγιασμού. Αν όμως δούμε την έκφραση αυτή από την οπτική γωνία του Συμεών, μπορούμε να φανταστούμε ότι ο ίδιος ευρισκόμενος και στις δύο περιπτώσεις ενώπιον μίας πράξεως ελάχιστα γνωστής σε αυτόν, είχε κατά νουν κάτι πολύ περισσότερο [ή κάτι διαφορετικό]. Καθώς το ελληνικό ρήμα «εμφυσώ» χρησιμοποιείται σαν τεχνικός όρος για να δηλώσει την χορήγηση του Αγίου Πνεύματος στην Λειτουργική πράξη –σε συνάφεια με το χωρίο Ιωάν. 20,22– είναι πολύ πιθανόν ότι ο Συμεών έβλεπε και στην μία και στην άλλη περίπτωση εμφυσήματος ακριβώς μία αναφορά στην κάθοδο του Αγίου Πνεύματος (9).

Θέλησα ανακαλέσουμε στην μνήμη μας την αντίδραση των δύο μεγάλων βυζαντινών θεολόγων, Καβάσιλα και Συμεών. Από αγάπη προς την αλήθεια, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι από την βυζαντινή πλευρά δεν υπερέβαλαν διόλου στην ακριβή τοποθέτηση των θεμάτων της σύγκρουσης. Πολύ περισσότερο σκληρή και αδιάλλακτη ήταν η Λατινική στάση. Μπορούμε να την συνοψίσουμε στην θέση 34 της πραγματείας Mysterium Fidei [= Μυστήριο Πίστεως] του Maurice de La Taille († 1933), μία θέση προφανώς σύγχρονη, της οποίας όμως το περιεχόμενο είναι αυτό που υπήρχε τότε στην ατμόσφαιρα:

Η θυσία ολοκληρώνεται (τελειούται) με μόνον τον καθαγιασμό (της εκφωνήσεως «λάβετε, φάγετε κ.λ.π).». Προς τον σκοπό του καθαγιασμού η επίκληση (του Αγίου Πνεύματος) δεν παρέχει κανένα αποτέλεσμα και δεν είναι αναγκαία με κανένα τρόπο (λατινικά: δεν έχει καμμία αποτελεσματικότητα ούτε αναγκαιότητα η επίκληση), αν και καθιερώθηκε κατά ένα σοφό σχήμα και έχει μία κατάλληλη θέση (10).

Έτσι η Επίκληση κατέληξε να θεωρείται περιορισμένη σε ένα ρόλο καθαρά διακοσμητικό, μη όντας τίποτε άλλο στα μάτια του συγγραφέα του εγχειριδίου, παρά μία καθαρά τελετουργική εκφώνηση (11).

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι όλοι οι Λατίνοι συγγραφείς θεολογικών εγχειριδίων ήταν αναγκασμένοι, ενάντια στην θέλησή τους, να παραδεχθούν την ύπαρξη Επίκλησης στην Αναφορά. Θα ήταν πανευτυχείς προσωπικά, και η προπάθειά τους να διατυπώσουν συστηματική θεολογία θα γινόταν δεόντως ευχερέστατη, αν κατόρθωναν –σαν μ’ ένα μαγικό ραβδί– να διαγράψουν διαμιάς όλες τις Επικλήσεις από όλες τις Ευχαριστιακές Αναφορές. Αλίμονο, γνωρίζουν ότι δεν διαθέτουν κάποιο τέτοιο εργαλείο. Γι’ αυτό το λόγο, μοχθούν να δικαιολογήσουν με κάποιο τρόπο την παρουσία της.

Τέλος πάντων, μπροστά στην αποφασιστικότητα με την οποία οι εκφραστές των δύο θέσεων κρατούν τις ασπίδες τους και κραδαίνουν τα ξίφη τους, σου έρχεται να αναρωτηθείς: «Θα γίνει ποτέ δυνατόν να συμφιλιωθούν οι δύο θέσεις; Μα πώς να συμφιλιωθούν; Θα γίνει ποτέ δυνατό να βρεθεί ένας συμβιβασμός, με την προϋπόθεση, μάλιστα, ότι η μία από τις δύο πλευρές θα υποχωρήσει από την αδιάλλακτη τοποθέτησή της; Μα σε ποια πλευρά από τις δύο να γίνει η πρόταση να υποχωρήσει;».

Από την Καθολική πλευρά δεν έλειψαν οι θεολόγοι καλής θελήσεως που κάλεσαν τους συναδέλφους τους σε μετριοπάθεια, διαβλέποντας την δυνατότητα να συνδυάσουν την απόλυτη αποτελεσματικότητα των καθαγιαστικών λόγων του Κυρίου «λάβετε, φάγετε κ.λ.π.» με την εξίσου απόλυτη αποτελεσματικότητα της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος. Δύο εξ’ αυτών είναι του 16ου αιώνος: πρώτος ο δομηνικανός Αμβρόσιος Catarino († 1553), που έγραψε για τους πατέρες της συνόδου του Τριδέντου δύο έργα πάνω στο θέμα αυτό, και ο άλλος ο φραγκισκανός Χριστόφορος Cheffontaines († 1595), ο οποίος έγραψε για το θέμα αυτό και στα Λατινικά και στα Γαλλικά. Και οι δύο θεωρούν ως «τύπο» Ευχαριστιακού καθαγιασμού συνάμα και τους λόγους του Κυρίου και την Επίκληση. Όσο δε για την τελική καθαγιαστική αποτελεσματικότητα, αυτή ταυτίζεται με το στοιχείο εκείνο που υπεισέρχεται τελευταίο: για τους Λατίνους θα είναι οι λόγοι του Κυρίου που συμπληρώνουν την επίκληση που προηγείται, για όλους τους άλλους, συμπεριλαμβανομένων και των Βυζαντινών, θα είναι η επίκληση του Αγίου Πνεύματος, που έπεται και συμπληρώνει τους λόγους του Κυρίου. Φυσικά τα γραπτά των δύο συγγραφέων συμπεριελήφθησαν στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων.

Εις πείσμα όμως της καταδίκης, η θέση αυτή επαναλήφθηκε από επιφανείς λειτουργιολόγους του 18ου αιώνα –μεταξύ των οποίων ο Eusèbe Renaudot († 1720), και ο Pierre Lebrun († 1729)-, οι οποίοι προκάλεσαν μια χιονοστιβάδα αρνητικών αντιδράσεων. Ο τελευταίος που ξαναπρότεινε αυτήν την θέση τον 20ο αιώνα ήταν ο Max Σαξωνίας († 1951), ο οποίος καταδικάσθηκε με παρέμβαση του πάπα Πίου του 10ου (12).

Όσον αφορά την Καθολική πλευρά, πρέπει να πούμε καθαρά ότι στην ιεράρχηση των Ποντιφηκικών δηλώσεων αυτή η τοποθέτηση του Πίου του 10ου κατά της Επικλήσεως, συγκαταλέγεται στα ήσσονα ντοκουμέντα, καθόσον έχει τον χαρακτήρα επιστολής που απευθύνεται σε μεμονωμένα άτομα ή ομάδες ατόμων (13). Διότι όντως, η διδασκαλία που περιέχεται στις ανακοινώσεις που έχουν το κύρος επίσημης διδασκαλίας, πάντα περιοριζόταν στο να κατοχυρώνει την αποτελεσματικότητα των λόγων της συστάσεως του Μυστηρίου [= «λάβετε, φάγετε κ.λ.π.], χωρίς από την άλλη μεριά να επιφέρει περαιτέρω συγκεκριμένες δηλώσεις, που να αποκλείουν την σημασία και την αποτελεσματικότητα και της Επικλήσεως. Είναι ευθύνη κάποιων θεολόγων το ότι τέντωσαν τόσο πολύ την άποψή τους ώστε να φτάσει στον αποκλεισμό της Επικλήσεως, πράγμα που τα επίσημα ντοκουμέντα της δογματικής διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας φρόντισαν να αποφύγουν.



 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

5synedrio_2mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.