Επίκαιρα

Αρχική arrow Άρθρα - Μελέτες arrow Περιλήψεις Εισηγήσεων arrow Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία στον 20ο αιώνα
Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία στον 20ο αιώνα PDF Εκτύπωση E-mail

Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία και η αναγέννηση της ορθόδοξης θεολογίας στον 20ο αιώνα:

π. Νικόλαος Afanassieff, π. Αλέξανδρος Schmemann, Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας

Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

του π. Γεώργιου Μπασιούδη

Η Εκκλησία είναι ένα δώρο του Θεού στους ανθρώπους. Η περιγραφή αυτού του δώρου ονομάζεται εκκλησιολογία, λόγος περί εκκλησίας. Αυτό το δώρο παραδίδεται στους αποδέκτες του μέσω της θείας ευχαριστίας, η οποία αποτελεί το κεντρικό γεγονός της εκκλησίας, στα πλαίσια του οποίου, και ως προεκτάσεις του οποίου λαμβάνουν χώρα και όλα τα υπόλοιπα. Γι' αυτό και το κύριο χαρακτηριστικό της Εκκλησίας είναι η προσφορά της Ευχαριστίας. Τρεις εξέχοντες ορθόδοξοι θεολόγοι του 20ου αιώνα, ο π. Νικόλαος Αφανάσιεφ (1893-1966), ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν (1921-1983) και ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας (1931- ), με επιστημονική κατάρτιση γερά θεμελιωμένη στους πατέρες και στην λειτουργική παράδοση, προσπάθησαν να πουν στον κόσμο τί είναι Εκκλησία, και κατ' επέκτασιν τί είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία κατανοεί τον εαυτό της ως ενσάρκωση εν τόπω και χρόνω της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού.

Ο π. Αφανάσιεφ καθιερώνει πρώτος τον όρο “ευχαριστιακή εκκλησιολογία”. Η ενότητα και το πλήρωμα της Εκκλησίας δεν πρέπει να αναζητούνται στο σύνολο ή στη ‘συνομοσπονδία’ των τοπικών Εκκλησιών, αλλά στην εσωτερική πραγματικότητα της κάθε μίας. Ωστόσο, καμμία Εκκλησία δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον εαυτό της από τις άλλες. Όλες είναι ενωμένες εν Χριστώ με την αγάπη, την αγάπη όλων των Εκκλησιών για την κάθε τοπική και της κάθε τοπικής για όλες τις

άλλες. Αυτή είναι μία από τις βασικές θέσεις του Αφανάσιεφ. Η τοπική Εκκλησία έχει προτεραιότητα, το μυστήριο της Εκκλησίας έτσι όπως βιώνεται στην Ευχαριστία, αυτό που αποτελεί την “εσωτερική πραγματικότητα” της κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας.

Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν, εκπρόσωπος μίας νεότερης γενιάς θεολόγων σε σχέση με τον

Αφανάσιεφ, τολμά να ταράξει τα νερά μιλώντας για κρίση στους κόλπους της Εκκλησίας. Καταρχήν περιγράφει τη λειτουργική κρίση. Διαπιστώνει ένα χάσμα μεταξύ της αγάπης των πιστών για τη Λατρεία και της κατανόησης της Λατρείας και του σκοπού της. Οι παρατηρήσεις του είναι ιδιαίτερα οξείς και διεισδυτικές. «Οι πιστοί αγαπούν τη Λατρεία όχι για το νόημά της, αλλά για μια συναισθηματική εμπειρία η οποία προκαλείται από τη γεμάτη προσευχή, μυστήριο και ομορφιά ‘ατμόσφαιρα’ της Λειτουργίας. Πολλές φορές μάλιστα λένε ότι δε χρειάζεται να καταλαβαίνεις τη Λατρεία: αρκεί να την αγαπάς και να την αισθάνεσαι». Ακόμη περιγράφει με ακρίβεια την κρίση στη θεολογία και την κρίση της εκκκλησιολογικής συνείδησης. Βεβαίως δεν περιορίζεται σε μία στείρα κριτική, αλλά προτείνει και τον τρόπο εξόδου από την κρίση. Ο τρόπος αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από την επανανακάλυψη των εκκλησιολογικών, υπαρξιακών, κοσμολογικών διαστάσεων του γεγονότος της ευχαριστίας και η σύνδεση ολόκληρης της εκκλησιαστικής ζωής με το γεγονός αυτό.

Το 1967, με τη δημοσίευση της μελέτης του Η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου και ο σύγχρονος άνθρωπος, μία μελέτη η οποία κινείται στα πλαίσια μίας ανανεωμένης, πατερικής κατανόησης του μυστηρίου της Ευχαριστίας και των εκκλησιολογικών, εσχατολογικών, κοσμολογικών, ηθικών, κοινωνικών και ιεραποστολικών της διαστάσεων, ο Ιωάννης Ζηζιούλας ανοίγει νέες προοπτικές στον ευρύτερο ελλαδικό θεολογικό και πνευματικό χώρο. Η Ευχαριστία είναι πρόγευση των εσχάτων, που όσο κι αν εισδύουν στην ιστορία, τονίζει συχνά ο άγιος Περγάμου, δεν μεταβάλλονται σε ιστορία, κάτι που θα υποστηρίξει συχνά και σε διεθνές θεολογικό και διεκκλησιαστικό επίπεδο.

Η συμβολή των τριών αυτών θεολόγων και εκκλησιαστικών ανδρών στην αναγέννηση της ορθόδοξης θεολογίας στον εικοστό αιώνα είναι τεράστια και αναμφισβήτητη. Το κριτικό ερώτημα ωστόσο είναι γιατί δεν έχει προχωρήσει αυτή η αναγέννηση όσο χρειάζεται για μία γνήσια ανανέωση της ορθόδοξης θεολογίας και της εκκλησιαστικής ζωής.

Η απάντηση μας φέρνει αντιμέτωπους με το βασικό ψυχολογικό και υπαρξιακό πρόβλημα των περισσοτέρων ανθρώπων της Εκκλησίας. Αισθανόμαστε μεγάλη ευθύνη απέναντι στον τεράστιο πλούτο της πίστης και της παράδοσης, που μας έχει κληροδοτηθεί με κόπους και θυσίες, με περηφάνια και αγάπη από τους προγόνους τους, αλλά ξεχνούμε ότι μέρος του συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς είναι και η συνεπής βίωση αυτής της κληρονομιάς στο παρόν.

Δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο κόσμος έχει αλλάξει πάρα πολύ σε σχέση με τον πολιτισμό και την κοινωνία που παρήγαγε τα μνημεία της πίστης και της παράδοσης, και ότι οι προσληπτικές δυνατότητες των σύγχρονων ανθρώπων είναι πολύ διαφορετικές, σε σημείο μάλιστα να μεταβάλλονται αυτοί οι θησαυροί σε “μουσειακό είδος”, χωρίς δύναμη μετάδοσης της σωτήριας αλήθειας του Χριστού και της Εκκλησίας. Η αρρώστια αυτή της εκκλησιολογικής συνείδησης ονομάζεται ανιστορικότητα. Από την αρρώστια αυτή δεν έχουν ξεφύγει ούτε και τεράστια αναστήματα, όπως ο άγιος Περγάμου.

Δυστυχώς δεν συζητούμε ελεύθερα και απροϋπόθετα, με ρεαλισμό, τα προβλήματα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής, όπως –για παράδειγμα– το εκκλησιολογικό πρόβλημα της διασποράς, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούμε διγλωσσία και να μας διακρίνει ο στρουθοκαμηλισμός, πράγματα τα οποία αρχίζουν και τα διακρίνουν ξεκάθαρα οι συνομιλητές μας στον διαχριστιανικό χώρο. Μία μικρή αναφορά στη μελέτη του προτεστάντη θεολόγου Miroslav Volf, με τίτλο After our Likeness. The Church as the Image of the Trinity“ (=Καθ' ομοίωσιν. Η Εκκλησία ως Εικόνα της Τριάδος), στην οποίαν ο συγγραφέας ασχολείται κριτικά με το έργο του Ζηζιούλα μας δίνει την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι ο διαχριστιανικός διάλογος αποτελεί μία ευλογία για την ορθόδοξη Εκκλησία γιατί λειτουργεί ως καθρέφτης που μας βοηθάει να δούμε τις αδυναμίες μας και τις ασυνέπειές μας και μας ωθεί να εγκαταλείψουμε την αυτοδικαιωτική και δοξολογική γλώσσα με την οποίαν περιγράφουμε το μυστήριο της Εκκλησίας, ταυτίζοντας εννοείται την επί γης Εκκλησία με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο π. Γεώργιος Μπασιούδης γεννήθηκε το 1971 στη Θεσσαλονίκη. Πραγματοποίησε σπουδές ορθοδόξου θεολογίας στο τμήμα θεολογίας του Α.Π.Θ., όπου πήρε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στον οικουμενικό τομέα. Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ με θέμα της διατριβής του: «Η συμβολή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν στη Λειτουργική και την Ορθόδοξη Εκκλησία». Από τον Δεκέμβριο του 2003 είναι ιερατικώς προϊστάμενος της ενορίας Mannheim (Heidelberg, Schwetzingen, Ladenburg, Weinheim, Lampertheim). Επίσης, από τον Ιούνιο του 2004 είναι Εκπρόσωπος (σε εθνικό επίπεδο) της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας στην Οικουμενική Προπαρασκευαστική Επιτροπή για την Εβδομάδα του Αλλοδαπού Συμπολίτη – Διαπολιτισμική Εβδομάδα. Από το 2006 είναι μέλος (εκπρόσωπος της ΙΜΓ) της Θεολογικής Επιτροπής της KOKiD, της διορθοδόξου επιτροπής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Γερμανία, ενώ από τον Νοέμβριο του 2007, είναι Πρόεδρος της ACK Mannheim, του διαχριστιανικού-οικουμενικού συμβουλίου του Μάννχαϊμ. Περιστασιακά διατέλεσε Παρατηρητής στην Επιτροπή θεολογικού διαλόγου της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας με την Σύνοδο των Ρωμαιοκαθολικών Επισκόπων της Γερμανίας. Έχει πραγματοποιήσει εισηγήσεις σε ιερατικά συνέδρια της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας, ομιλίες για ορθόδοξα θέματα σε ετερόδοξα ακροατήρια, εισηγήσεις σε οικουμενικά συνέδρια, σεμινάρια εισαγωγής στην Ορθοδοξία στο Οικουμενικό Εκπαιδευτικό Κέντρο του Μάννχαϊμ.

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

1synedrio_3mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.