Επίκαιρα

Ευχαριστία και Κόσμος PDF Εκτύπωση E-mail

Ευχαριστία και Κόσμος

(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών το Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008)

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας)

 

 

Σεβασμιώτατε, αγαπητοί πατέρες, κύριοι καθηγητές, κυρίες και κύριοι,

Επιτρέψτε μου να αρχίσω την εισήγησή μου εκφράζοντας την βαθιά ευγνωμοσύνη μου όχι μόνο για την πρόσκληση να είμαι για δεύτερη φορά ομιλητής στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, και μάλιστα στη θεματική που είναι αφιερωμένη στην Ευχαριστία, αλλά κυρίως διότι διαπιστώνω ότι η Ακαδημία αυτή με τη βοήθεια του Θεού και με τον κόπο και την εμπνευσμένη ηγεσία του Σεβασμιωτάτου, όχι μόνο ρίζωσε, αλλά αποτελεί πλέον μία πραγματική ελπίδα για τον τόπο μας. Ζούμε σε μία εποχή θεολογικής συγχύσεως, ενίοτε δε και θεολογικής αφασίας, ιδιαιτέρως στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, γι’ αυτό και θα έλεγα ότι τούτη η Ακαδημία εκπέμπει ζωντανό θεολογικό λόγο, που δεν είναι ο συνήθης ξύλινος λόγος του παρελθόντος, ο στείρος λόγος —γιατί δυστυχώς και η θεολογία έχει γίνει και αυτή εν πολλοίς ξύλινος λόγος— αλλά έναν λόγο ζωντανό που μιλάει στους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου. Γι’ αυτό και ως θεράπων της θεολογίας και της Εκκλησίας θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον Σεβασμιώτατο Άγιο Δημητριάδος και στους συνεργάτες του, γιατί υπάρχει αυτή η Ακαδημία. Εύχομαι να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο την πορεία και το έργο της, ώστε και με τη δική της συμβολή να ξεπηδήσει μια νέα θεώρηση της θεολογίας, η οποία θα μας απελευθερώσει από τον σχολαστικισμό του παρελθόντος, τον σχολαστικισμό τον οποίο δυστυχώς υιοθέτησε εν πολλοίς και η Ορθόδοξη θεολογία.

Εισαγωγή

Θα ήθελα ν’ αρχίσω με μερικές παρατηρήσεις για τη σπουδαιότητα του θέματος, που μου ανατέθηκε να αναπτύξω στην εισήγηση αυτή.

Η σύνδεση της Θείας Ευχαριστίας με τον κόσμο δεν είναι κάτι συνηθισμένο στη νεώτερη Ορθόδοξη θεολογία. Αν ανοίξετε μια από τις πιο γνωστές Δογματικές στην ελληνική γλώσσα, όπως εκείνες των αειμνήστων καθηγητών Ζήκου Ρώσση, Κωνσταντίνου Διοβουνιώτη, Χρήστου Ανδρούτσου, Παναγιώτη Τρεμπέλα και Ιωάννη Καρμίρη, θα αναζητήσετε μάταια στα κεφάλαια περί Ευχαριστίας κάποια αναφορά στη σχέση της με τον κόσμο. Όταν κάνουν λόγο για τη Θ. Ευχαριστία αναφέρονται οι Δογματικές αυτές αποκλειστικά σε θέματα όπως η ίδρυση του Μυστηρίου από τον Κύριο, η μεταβολή των στοιχείων της Ευχαριστίας σε σώμα και αίμα του Χριστού, ο χαρακτήρας της ως θυσίας, και το ζήτημα της τελέσεώς της από χειροτονημένο ή όχι λειτουργό.

Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το γεγονός αυτό είναι ενδιαφέρον να σημειωθούν. Ο κύριος λόγος είναι ότι τα θέματα αυτά, που ανέφερα, είναι ακριβώς εκείνα που απασχόλησαν τη δυτική θεολογία, Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική, από τον Μεσαίωνα και εξής, μάλιστα δε μετά τον 16ο αιώνα, οπότε αναπτύχθηκε η ομολογιακή θεολογία και ο αντίλογος μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών. Η Ορθόδοξη θεολογία εγκλωβίστηκε μέσα στη διαμάχη αυτή, υιοθέτησε τον προβληματισμό της, και προσπάθησε να πάρει θέση μέσα στη συζήτηση αυτή.

Οι ρίζες του τρόπου αυτού προσεγγίσεως της Θ. Ευχαριστίας βρίσκονται ιστορικά στον ύστερο Σχολαστικισμό της Δύσεως. Όπως έδειξαν οι αείμνηστοι Καθολικοί θεολόγοι Henri de Lubac και Yves Congar, από τον 13ο αιώνα και εξής εμφανίστηκε στη Σχολαστική Θεολογία η τάση να απομονώνεται και να αυτονομείται η εκκλησιολογία από τα άλλα κεφάλαια της θεολογίας, ακόμα και από το κεφάλαιο περί Μυστηρίων, περιλαμβανομένης και της Ευχαριστίας. Η αυτονόμηση αυτή της Θ. Ευχαριστίας είχε ως συνέπεια να μη συνδέεται το Μυστήριο αυτό με θέματα όπως η Εκκλησία ή ο κόσμος. Η Ορθόδοξη θεολογία υπέστη, με τον τρόπο αυτό, αυτό που οι αείμνηστοι Florovsky και Schmemann ονόμασαν «Βαβυλώνεια αιχμαλωσία» στο Σχολαστικισμό, με αποτέλεσμα να ακούγεται παράξενο στους Ορθοδόξους θεολόγους –και μάλιστα στους λεγομένους «συντηρητικούς», που είναι και πιο αγκυλωμένοι στην προβληματική του Σχολαστικισμού– όταν γίνεται λόγος για ένα θέμα, όπως της εισηγήσεως αυτής.

Για να μπορέσουμε, συνεπώς, να προσεγγίσουμε σωστά το θέμα της σχέσεως Ευχαριστίας και κόσμου, πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε τη Θ. Ευχαριστία σαν ένα αυτοτελές Μυστήριο –ένα από τα επτά Μυστήρια– και να το διευρύνουμε τόσο πολύ ώστε να περιλάβει όλες τις πτυχές της πίστεως και της ζωής μας. Πρέπει να διευρύνουμε τόσο πολύ το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας ώστε να περιλάβει τα πάντα: ολόκληρη τη Θεία Οικονομία, τη δημιουργία, την Ιστορία, ακόμα και τα έσχατα.

Ειδικά ως προς το θέμα μας το ερώτημα είναι: πώς επιδρά η Θ. Ευχαριστία στη σχέση μας με αυτό που καλούμε «κόσμο»; Τί συμβαίνει και τί αποκαλύπτεται σε μας, κάθε φορά που τελούμε τη Θ. Ευχαριστία, ως προς τη σχέση μας με τον κόσμο;

Στην εισήγησή μας αυτή θα προσεγγίσουμε την έννοια «κόσμος» από δύο πλευρές. Ο όρος «κόσμος» σημαίνει, από το ένα μέρος, αυτό που ονομάζουμε «κτίση» ή «δημιουργία». Πώς συνδέεται η Θ. Ευχαριστία με τη δημιουργία του Θεού; Από το άλλο μέρος, όταν αναφερόμαστε στον κόσμο, εννοούμε την ανθρώπινη κοινωνία, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους και οργανώνουν την κοινωνική συμβίωσή τους. Η Θ. Ευχαριστία δεν είναι άσχετη και με αυτή την έννοια του όρου «κόσμος». Στην πρώτη περίπτωση η Θ. Ευχαριστία προσλαμβάνει περισσότερο οντολογική σημασία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η σημασία της είναι ηθική και κοινωνιολογική. Οι δύο αυτές έννοιες δεν είναι άσχετες μεταξύ τους, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε. Μια κοινωνιολογική προσέγγιση της Θ. Ευχαριστίας που αγνοεί ή δεν συνδέεται με το οντολογικό περιεχόμενο του ιερού Μυστηρίου είναι μονομερής και μπορεί να οδηγήσει σε παρανόηση του νοήματος της Ευχαριστίας.

Η κτίση ως Ευχαριστία

Η Θ. Ευχαριστία εμφανίστηκε αρχικά ως «ανάμνηση» του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού. Τόσο το Ευαγγέλιο όσο και οι επιστολές του Απ. Παύλου προβάλλουν την εντολή του Κυρίου προς τους μαθητές «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Αλλά, όπως κατέδειξε η Βιβλική έρευνα, η «ανάμνηση» αυτή δεν αναφερόταν τόσο σε ένα γεγονός του παρελθόντος (στο Σταυρό) όσο στα έσχατα της Βασιλείας του Θεού. Όπως κατέδειξε ο Joachim Jeremias, πρόκειται για την ανάμνηση-μνημόσυνο του Μεσσία ενώπιον του Θεού την εσχάτη ημέρα. Για το λόγο αυτό, η Ευχαριστία συνδέθηκε από την αρχή με την προσδοκία της Παρουσίας και πάλι όχι τόσο του Εσταυρωμένου όσο του Αναστάντος Χριστού. Ο Σταυρός, άλλωστε, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο εκφράζει τη δόξα και όχι την ταπείνωση του Χριστού.

Η προσευχή που κυριαρχούσε στη Θ. Ευχαριστία ήταν «μαράναθά» (ο Κύριος ήλθε ή έρχου Κύριε), που σημαίνει ότι ο προσανατολισμός της Ευχαριστίας ήταν από την αρχή προς το μέλλον, μια «ανάμνηση του μέλλοντος». Έτσι εξηγείται και ότι, κατά τη μαρτυρία των Πράξεων, η «κλάσις του άρτου» επραγματοποιείτο «εν αγαλλιάσει», και όχι εν κατανύξει. Τρανή απόδειξη του αναστάσιμου χαρακτήρα της Ευχαριστίας ήταν το γεγονός ότι λάμβανε χώρα την Κυριακή, δηλαδή την ημέρα της Αναστάσεως ή, αργότερα, τις ημέρες μνήμης των μαρτύρων, που θεωρούνταν και αυτές μέρες χαράς, και ότι νωρίς –και μέχρι σήμερα– η Εκκλησία απαγόρευε την τέλεση της Ευχαριστίας σε ημέρες νηστείας και κατανύξεως.

Η σύνδεση αυτή της Ευχαριστίας με τη Βασιλεία του Θεού και με την Ανάσταση πολύ σύντομα κατέδειξε τη σημασία της Ευχαριστίας για τον υλικό κόσμο. Η Ανάσταση του Χριστού θεωρήθηκε πολύ νωρίς ως νίκη κατά του θανάτου, και γι’ αυτό η Ευχαριστία χαρακτηρίστηκε, ήδη από τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας και στη συνέχεια από τον άγιο Ειρηναίο, ως «φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη αποθανείν». Ο θάνατος και η αθανασία δεν αναφέρονται για τους Πατέρες αυτούς σε τίποτε άλλο από τον φυσικό θάνατο, το θάνατο της σαρκός και του σώματος. Η Ευχαριστία με τον τρόπο αυτό συνδέθηκε από την αρχή με την προσδοκία της αναστάσεως των σωμάτων, για την οποία κάνει λόγο και το Σύμβολο της πίστεως. Η μετοχή στην Ευχαριστία αποτελεί πρόγευση της αναστάσεως των σωμάτων, είναι «φάρμακον αθανασίας», διότι το ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού είναι το σώμα του Αναστάντος Χριστού.

Αλλά η ανάσταση των σωμάτων είναι αδιανόητη χωρίς την απαλλαγή από το θάνατο όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και όλης της κτίσεως. Το θέμα αυτό αποτέλεσε ζήτημα κατά τους πρώτους αιώνες: στη Βασιλεία του Θεού θα σωθεί μόνον ο άνθρωπος ή και η υλική κτίση; Ο Ωριγένης και αργότερα και ο Αυγουστίνος, έβλεπαν τη Βασιλεία του Θεού ως επιβίωση μόνο του ανθρώπου, αλλά άλλοι συγγραφείς, όπως ο άγιος Μεθόδιος Ολύμπου, διαφωνούσαν με την άποψη του Ωριγένη, και επέμειναν ότι και ο υλικός κόσμος θα σωθεί στη Βασιλεία του Θεού. Στην ίδια γραμμή και ο Μ. Αθανάσιος κάνει λόγο για «θέωση», όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και όλης της κτίσεως.

Με αυτές τις θεολογικές προϋποθέσεις και η Θ. Ευχαριστία θεωρήθηκε πολύ νωρίς ως μυστήριο της σωτηρίας και του αγιασμού όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και του υλικού κόσμου. Ήδη από την εποχή του αγίου Ειρηναίου ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας θεωρήθηκαν ως αντιπροσωπευτικά του υλικού κόσμου. Το σώμα του Χριστού, στη βάση της διδασκαλίας του Απ. Παύλου, ήταν περιληπτικό «των πάντων», όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και όλης της κτίσεως. Αυτό είχε άμεση επίδραση στις ευχές και το τυπικό τελέσεως της Ευχαριστίας. Ήδη η Διδαχή των Αποστόλων (τέλη 1ου, αρχές 2ου αιώνος) συνδέει την Ευχαριστία με τη δημιουργία του κόσμου, και το ίδιο κάνουν στη συνέχεια όλες οι αρχαίες Λειτουργίες, περιλαμβανομένων και αυτών που χρησιμοποιούμε σήμερα. Αποκορύφωμα αυτής της συνδέσεως Ευχαριστίας και υλικού κόσμου είναι η εκφώνηση στις Λειτουργίες του Βασιλείου και του Χρυσοστόμου: «Τα σα εκ των σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα», και η ταυτόχρονη ύψωση των Τιμίων Δώρων προς το Θεό Πατέρα.

Η Ευχαριστία, συνεπώς, είναι Αναφορά προς το Θεό όλης της κτίσεως. Το γεγονός αυτό τείνει να λησμονηθεί ακόμα και από τους Ορθοδόξους. Σε παλαιότερες εποχές αποδιδόταν ιδιαίτερη σημασία στην προσφορά του άρτου και του οίνου από τους λαϊκούς στους διακόνους της Εκκλησίας και από αυτούς στους πρεσβυτέρους, για να δοθούν στα χέρια του επισκόπου, ο οποίος θα τα «ανέφερε», εξ ονόματος όλης της Εκκλησίας, στο θρόνο του Θεού με το αίτημα να καταπέμψει το Άγιο Πνεύμα Του για να τα μεταβάλει σε Σώμα και Αίμα του Χριστού. Αυτή η παρουσία και συμμετοχή του υλικού κόσμου στο Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας απουσιάζει από τη νεώτερη δογματική διδασκαλία της Ορθοδοξίας, ενώ είναι τόσο ουσιαστική. Ιδιαίτερα στις μέρες μας με το οξύτατο οικολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, η διάσταση αυτή της Ευχαριστίας είναι ανάγκη να τονιστεί τόσο στα δογματικά μας εγχειρίδια όσο και στα κηρύγματα και τα κατηχητικά μας.

Η Ευχαριστία, λοιπόν, περιλαμβάνει την υλική κτίση ως μέρος του Σώματος του Χριστού. Είναι «ευχαριστία» όχι μόνο για το λυτρωτικό έργο του Κυρίου, αλλά και γι’ αυτό τούτο το δώρο της δημιουργίας, για το ότι υπάρχει ο κόσμος. Η ύπαρξη του κόσμου είναι το πρώτιστο δώρο που μας δόθηκε. Κανένας μας δεν είναι αυτονόητος, όλοι οφείλουμε την ύπαρξή μας σε κάποιον ή κάτι άλλο. Όταν τελούμε τη Θ. Ευχαριστία λέμε στο Θεό «ευχαριστώ» και για το πιο ευτελές από τα όντα της κτίσεως –για το σκουλίκι, για το μυρμήγκι κτλ– γιατί χάρη και σ’ αυτό υπάρχει το σώμα μας, υπάρχουμε και εμείς. Όταν σκεπτόμαστε την αλληλεξάρτησή μας αυτή από τα λοιπά όντα της κτίσεως, η Ευχαριστία παίρνει αυτομάτως άλλο νόημα, έρχεται στην επιφάνεια η κοσμική διάστασή της, κάτι που η δογματική θεολογία μας έχει λησμονήσει.

Αλλά η υλική κτίση «συστενάζει και συνωδύνει», κατά την έκφραση του Απ. Παύλου, γιατί τελεί και αυτή υπό το κράτος της φθοράς και του θανάτου. Η Θ. Ευχαριστία δεν είναι μόνο ευχαριστία για την ύπαρξη του κόσμου, αλλά συγχρόνως και διακήρυξη της λυτρώσεώς της από τη φθορά και το θάνατο. Αυτή η λύτρωση δεν μπορεί να δοθεί στην υλική κτίση παρά μόνο διά του ανθρώπου. Όπως γράφει ο Απ. Παύλος, η κτίση προσβλέπει («απεκδεχομένη») στη δόξα του ανθρώπου, για να συνδοξαστεί και αυτή. Στη Θ. Ευχαριστία ο άνθρωπος παίρνει στα χέρια του τον υλικό κόσμο, και ως «ιερεύς της δημιουργίας» τον εντάσσει στο Σώμα του Αναστάντος Χριστού, του νικητού της φθοράς και του θανάτου. Διά του ανθρώπου σώζεται ο υλικός κόσμος, διότι ο Σωτήρας του κόσμου έγινε άνθρωπος. Στη Θ. Ευχαριστία ο άνθρωπος ενεργεί ως εικόνα του Χριστού και ο Χριστός ως κεφαλή της ανθρωπότητας, και με τον τρόπο αυτό καταδεικνύεται ο ρόλος του ανθρώπου ως κρίκου που ενώνει τον υλικό κόσμο με το Θεό.

Ο άγιος Μάξιμος, ιδιαίτερα, έχει πολλά να πει γι’ αυτή την «κοσμική λειτουργία», που συντελείται σε κάθε Θ. Ευχαριστία, και για τη μεγάλη αποστολή του ανθρώπου, ήδη από τη στιγμή της κτίσεώς του, να ενώσει τον υλικό κόσμο με το Θεό, όπως τελικά, μετά την πτώση του Αδάμ, έκανε ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, ο Χριστός. Αυτή η κοσμική διάσταση της Λειτουργίας, η πρόγευση και ο πανηγυρισμός της σωτηρίας όλης της κτίσεως στη Βασιλεία του Θεού, εξηγεί γιατί η Εκκλησία μας πλούτισε τη Θ. Ευχαριστία με τόσα υλικά στοιχεία, όπως η αισθητική των ιερών εικόνων, των αμφίων, της μουσικής, του θυμιάματος κλπ. Η Θ. Λειτουργία δεν είναι έτσι ένα «πνευματικό», αλλά ένα βαθύτατα υλικό γεγονός, στο οποίο μετέχουν όλες οι αισθήσεις μας. Κάθε προσπάθεια αποσπάσεώς μας από τις αισθήσεις μας, για χάρη μιας «πνευματικής» δήθεν βιώσεως του Μυστηρίου, αναιρεί την κοσμική διάσταση της Λειτουργίας, που είναι ουσιώδες και ουσιαστικό στοιχείο της Ευχαριστίας.

Η Ευχαριστία ως κοινωνία

Ο όρος «κόσμος» έχει, όπως είπαμε, όχι μόνο την έννοια της κτίσεως, του φυσικού μας περιβάλλοντος, αλλά και εκείνης της κοινωνικής ζωής, ήδη από την κλασσική αρχαιότητα. Στην Καινή Διαθήκη, και ιδιαίτερα στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ο όρος χρησιμοποιείται με αρνητική σημασία: ο κόσμος «κείται εν τω πονηρώ» και υποκρύπτεται μια εσχατολογική προσέγγιση που στην ουσία καταργεί ή αποδυναμώνει την Ιστορία: «ελθέτω η χάρις και παρελθέτω ο κόσμος», τονίζει η Διδαχή των Αποστόλων. Πρόκειται για οξεία αντιπαράθεση Ιστορίας και Εσχατολογίας. Πώς τοποθετείται Θ. Ευχαριστία έναντι του κόσμου;

Η έννοια του κόσμου στην ιστορική και κοινωνική της σημασία συνδέεται άμεσα με το θέμα της ανθρώπινης ελευθερίας. Έτσι, ενώ ο φυσικός κόσμος μπορεί να προσληφθεί στο ευχαριστιακό γεγονός, ο ιστορικός και κοινωνικός κόσμος μπορεί, λόγω της ελευθερίας του ανθρώπου, και να αντιταχθεί σ’ αυτό. Στην περίπτωση αυτή εμφανίζεται αυτό που ονομάζουμε εκκοσμίκευση.

Στην εκκοσμίκευση, αντί ο κόσμος να προσληφθεί από την Ευχαριστία, η Ευχαριστία προσλαμβάνεται από τον κόσμο και αφομοιώνεται σ’ αυτόν. Το κρίσιμο, λοιπόν, ερώτημα είναι πώς η Ευχαριστία θα προσλάβει τον κόσμο, χωρίς να αφομοιωθεί από αυτόν, πώς δηλαδή θα διατηρήσει τον εσχατολογικό της χαρακτήρα χωρίς να απορρίψει την Ιστορία.

Επειδή η διατήρηση της ισορροπίας αυτής δεν είναι εύκολη, η Εκκλησία προσπαθώντας να περισώσει τον εσχατολογικό της χαρακτήρα πολύ συχνά αποσύρεται από την Ιστορία. Αυτό συνέβη με την εμφάνιση του Μοναχισμού στην αρχαία Εκκλησία, και παρατηρείται και σήμερα όσες φορές η Εκκλησία περιορίζεται στο λεγόμενο «θρησκευτικό» της ρόλο και αδιαφορεί για το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Στην περίπτωση αυτή η Θ. Ευχαριστία γίνεται τελετή, ένα μέσο που προωθεί τον ατομικό ευσεβισμό, χωρίς κανένα υπαρξιακό αντίκρισμα στην κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων και γενικά στον πολιτισμό και την Ιστορία.

Μια τέτοια προσέγγιση της Ευχαριστίας προσκρούει ευθέως στην ίδια τη φύση της. Η Ευχαριστία πήρε στην αρχαία Εκκλησία δύο ονόματα που αποκαλύπτουν την κοινωνική της φύση. Ονομάστηκε «Σύναξη» και «Κοινωνία». Η Ευχαριστία είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό γεγονός. Δεν μπορεί να τελεστεί παρά μόνο με τη σύναξη των ανθρώπων «επί το αυτό», και είναι αδιανόητη χωρίς την «κοινωνία» των στοιχείων που την αποτελούν. Η Ευχαριστία είναι το πλέον αντι-ατομοκρατικό γεγονός στην Ιστορία, διότι ενώ όλες οι άλλες κοινωνικές ενότητες έχουν κάποια μορφή αποκλειστικότητας (ιδεολογική, φυλετική, εθνική ή και ηθική), η Ευχαριστία είναι καθολική με όλη τη σημασία της λέξεως, και αποκλείει μόνο ένα πράγμα: τον αποκλεισμό. Όλα τα επιτίμια της ακοινωνησίας έχουν ως λογική τους την καταδίκη του αποκλεισμού. Στα πρώτα ευχαριστιακά κείμενα (Διδαχή κλπ) αποκλείονται της Θείας Κοινωνίας όσοι δεν έχουν συμφιλιωθεί με τους αδελφούς τους, πράγμα που τηρείται ακόμη και σήμερα από σωστούς πνευματικούς. Χωρίς το «αγαπήσωμεν αλλήλους» η Ευχαριστία καταρρέει. Ακόμη και τα άλλα επιτίμια που εισήχθησαν αργότερα (σαρκικές παρεκτροπές κλπ) έχουν κατά βάθος κοινωνικό χαρακτήρα (Γρηγορίου Νύσσης Κανόνες).

Η Ευχαριστία, συνεπώς, καλλιεργεί ένα βαθύτατα κοινωνικό ήθος, το οποίο οι πιστοί καλούνται να μεταφέρουν στον κόσμο και την Ιστορία. Ήδη από τις πρώτες ευχαριστιακές κοινότητες, όπως τις περιγράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων, η Ευχαριστία συνοδευόταν από την κοινωνία όχι μόνο του ευχαριστιακού Άρτου, αλλά και των υλικών αγαθών. Η ευχαριστιακή κοινωνία διαχέεται στον κόσμο ως φιλανθρωπία και μοίρασμα της ζωής μας με τους άλλους.

Η Ευχαριστία με τον τρόπο αυτό εισάγει στον κόσμο το ίδιο ήθος που καλλιεργεί ο γνήσιος ασκητισμός, δηλαδή την απαλλαγή από τη φιλαυτία, τη μητέρα όλων των παθών, κατά τον άγιο Μάξιμο. Η παραίτηση από τη φιλαυτία εισάγει στην κοινωνία ένα ήθος που ουσιαστικά ανατρέπει κοινωνικές αξίες, όπως η δικαιοσύνη και η ισότητα, ή η διεκδίκηση των ατομικών δικαιωμάτων, αφού καλεί τον άνθρωπο να παραιτηθεί από αυτό που του ανήκει και να το προσφέρει στον άλλο. Έτσι, η Ευχαριστία εισάγει στις κοινωνικές σχέσεις κάτι που η κοσμική ηθική δεν μπορεί να συλλάβει: την προτεραιότητα του άλλου στην κοινωνική συμβίωση.

Με τον τρόπο αυτό η Θ. Ευχαριστία διαφοροποιεί την Εκκλησία από τον τρόπο που συγκροτείται η κοσμική κοινωνία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) Η έννοια της ιεραρχίας και της εξουσίας, που την συνοδεύει. Η ευχαριστιακή κοινότητα είναι δομημένη ιεραρχικά. Ο επίσκοπος είναι η κεφαλή της, οι πρεσβύτεροι έπονται, ακολουθούν οι διάκονοι και έπειτα ο λαός. Είναι λάθος να λέμε ότι η Ευχαριστία καταργεί την ιεραρχία (ο όρος «ιεράρχης» δεν προέκυψε από επίδραση κοσμική, αλλά ευχαριστιακή). Συνεπώς, μεταφερόμενο στην κοινωνία το ήθος της Ευχαριστίας ενθαρρύνει και απαιτεί τις ιεραρχικές δομές. Η παρατηρούμενη σήμερα ισοπέδωση δεν συνάδει στο ευχαριστιακό ήθος. Αυτό που απαιτεί η Ευχαριστία είναι να μη μετατρέπεται ή χρησιμοποιείται η ιεραρχία ως μέσο καταπίεσης και στέρησης της ελευθερίας.

Ο πρώτος έχει την τιμή και προηγείται μόνο γιατί ελεύθερα τον αποδέχονται οι μετ’ αυτόν. Το πρότυπο της ευχαριστιακής ιεραρχίας είναι η Αγία Τριάδα, στην οποία σαφώς και υπάρχει ιεραρχία (βλ. «ο Πατήρ μου μείζων μου εστί»), αλλά η προσωπική ιεράρχηση (ποτέ π.χ. δεν μπορούμε να βάλουμε πρώτο το Άγιο Πνεύμα ή τρίτον τον Υιό), δεν συνεπάγεται μείωση της ουσίας, δηλαδή οντολογική ιεράρχηση: τα τρία πρόσωπα είναι ίσα και ταυτίζονται κατά την ουσία. Η ιεράρχηση στο προσωπικό επίπεδο (ο Πατήρ αίτιος, ο Υιός αιτιατόν, το Πνεύμα αιτιατόν διά του αιτιατού) δεν αίρει τη βασική και κατ’ ουσίαν ισότητα των Τριαδικών προσώπων. Το ίδιο και μέσα στην ευχαριστιακή κοινότητα, και κατ’ επέκταση στην Εκκλησία, όλοι είναι εξ ίσου μέλη του σώματος και όλοι έχουν ανάγκη αλλήλων, αλλά δεν είναι όλοι το ίδιο. Η έννοια της κεφαλής ταυτίζεται από τον Απ. Παύλο και εισάγεται και στο ευχαριστιακό και κανονικό λεξιλόγιο της Εκκλησίας, ακριβώς γιατί οι ρίζες της βρίσκονται στην ίδια την Αγία Τριάδα, της οποίας εικόνα είναι η Εκκλησία.

β) Η έννοια της δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων δεν μπορεί ποτέ να είναι η ίδια μεταξύ Ευχαριστίας και κόσμου. Ο κόσμος δεν μπορεί να περιλάβει στην ηθική του τον Σταυρό, δηλαδή την εκούσια παραίτηση από κάθε δικαίωμα. Ο χριστιανός που μεταφέρει το ευχαριστιακό ήθος στον κόσμο πρέπει να είναι έτοιμος να σταυρωθεί. Η κοινωνική ηθική αποβλέπει στην ευδαιμονία του ατόμου, η ευχαριστιακή ηθική στη θυσία.

***

Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για τον κίνδυνο εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας. Ας δούμε επιγραμματικά σε τί ακριβώς έγκειται αυτός ο κίνδυνος:

α) Στην πεποίθηση, που εισήγαγε η νεωτερικότητα, ότι η Ιστορία μπορεί να ελεγχθεί και να προγραμματιστεί από τον ανθρώπινο λόγο. Η Ευχαριστία έχει έντονο επικλητικό χαρακτήρα. Όλες οι βεβαιότητες, ακόμα και οι πιο ιερές, όπως τα συστατικά λόγια του Κυρίου «Τούτο έστι το σώμα μου» τίθενται στη διάκριση του Παρακλήτου. Ο Θεός και όχι η Ιστορία είναι το έδαφος της ασφάλειας της Εκκλησίας. Αυτό αποτελεί απαίτηση της Ευχαριστίας.

β) Επειδή ακριβώς η Ιστορία δεν αποτελεί το ασφαλές έδαφος της Εκκλησίας, η Εκκλησία δεν μπορεί να ταυτιστεί με ιστορικά μορφώματα, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά. Τέτοια μορφώματα μπορεί να είναι οι εθνικές ή ιδεολογικές ταυτότητες ή ο,τιδήποτε παράγει η Ιστορία ως μέσο διασφαλίσεως της επιβιώσεως και ευδαιμονίας των ανθρώπων. Η Εκκλησία δεν μπορεί να απολυτοποιήσει κοσμικούς θεσμούς οποιασδήποτε μορφής, διότι η Ευχαριστιακή θεώρηση της Ιστορίας της επιβάλλει να θέτει τα πάντα υπό το φως των εσχάτων.

γ) Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να αντλεί τη δύναμή της από κοσμικές οικονομικές, πολιτικές ή στρατιωτικές δυνάμεις, ούτε να διαπλέκεται με αυτές. Δύναμη της Εκκλησίας είναι η πίστη στην Ανάσταση, η οποία περνώντας από το Σταυρό, παρέχει μόνο μια βεβαιότητα στην Ιστορία: ότι τον τελικό λόγο τον έχει ο Θεός, ότι η αγάπη είναι πιο ισχυρή από το μίσος, και ότι τελικά ο θάνατος θα νικηθεί.

Αυτό είναι η πεμπτουσία του κηρύγματος της Εκκλησίας και από αυτό απορρέει το ήθος της. Η Θ. Ευχαριστία της υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία είναι εν τω κόσμω, αλλά όχι εκ του κόσμου.

* Ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης (Ζηζιούλας), είναι Διευθυντής του γραφείου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα, Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, Πρόεδρος της Διορθόδοξης Επιτροπής για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και γεννήθηκε στο Καταφύγιο Κοζάνης το 1931. Σπούδασε θεολογία στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ενώ πριν την αποφοίτησή του μεταβαίνει για σπουδές στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Bossey της Ελβετίας. Αμέσως μετά τη λήψη του πτυχίου της θεολογίας, το 1955, πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Harvard των ΗΠΑ. Διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής Αθηνών (1966), Γραμματέας του Τμήματος «Πίστις και Τάξις» του ΠΣΕ (1967), εκλέγεται το 1970 καθηγητής δογματικής θεολογίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Το 1973 εκλέγεται καθηγητής συστηματικής θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της διδασκαλίας του στη Μ. Βρετανία είναι η σύγκριση της δυτικής με την ορθόδοξη παράδοση καθώς και η προβολή της Ορθοδοξίας στη Δύση. Το 1984 μετακαλείται ως καθηγητής της δογματικής και συμβολικής θεολογίας στο ΑΠΘ όπου και θα διδάξει μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1998. Το 1986 εκλέγεται και χειροτονείται «αθρόον» (κατευθείαν από λαϊκός) σε επίσκοπο από το οικουμενικό Πατριαρχείο, ως εν ενεργεία Μητροπολίτης Περγάμου, διδάσκοντας παράλληλα μέχρι το 1987 στη Γλασκώβη. Από το 1989 είναι μόνιμος επισκέπτης καθηγητής στο Kings College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Δίδαξε επίσης ως επισκέπτης καθηγητής στο Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο της Ρώμης καθώς και στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ενώ τυγχάνει επίτιμος διδάκτωρ θεολογίας του Καθολικού Ινστιτούτου Παρισίων και της Ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής Βελιγραδίου. Το 1993 εξελέγη τακτικό μέλος. της Ακαδημίας Αθηνών, όπου για το έτος 2002 ασκησε τα καθήκοντα του Προέδρου. Πάνω από δέκα διδακτορικές διατριβές έχουν εκπονηθεί για το έργο του σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού.
 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

3synedrio_1mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.