Επίκαιρα

Αρχική arrow Άρθρα - Μελέτες arrow Περιλήψεις Εισηγήσεων arrow Ευχαριστία, Εκκλησία, Κόσμος-Χαιρετισμός
Ευχαριστία, Εκκλησία, Κόσμος-Χαιρετισμός PDF Εκτύπωση E-mail
του Παντελή Καλαϊτζίδη

Συντονιστή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών,

Παρέδρου ε. θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Εναρκτήριος χαιρετισμός υποδοχής στην όγδοη σειρά μαθημάτων

της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών,

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008

Για όγδοη συνεχή χρονιά η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος επιχειρεί να αρθρώσει σοβαρό θεολογικό λόγο και να παρέμβει κριτικά στα ερωτήματα που θέτει η εποχή μας, με τη σπουδή του θέματος: «Ευχαριστία, Εκκλησία, Κόσμος», και με μια σειρά από παράλληλες εκδηλώσεις. Για την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, βέβαια, η επιλογή του θέματος της Ευχαριστίας συνιστά, κατά κάποιον τρόπο, και ένα είδος επιστροφής στις πηγές. Ξεκινώντας από την εσχατολογία και από το ερώτημα για τη φύση και την ταυτότητα της Εκκλησίας, η Ακαδημία τόλμησε στη συνέχεια να ανοιχτεί στις προκλήσεις που θέτει ο σύγχρονος κόσμος και οι ραγδαίες κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις στη γρηγορούσα εκκλησιαστική συνείδηση, οργανώνοντας κύκλους διαλέξεων, σεμινάρια και συνέδρια με θέματα όπως:

 

«Ορθοδοξία και νεωτερικότητα», «Ορθοδοξία και πολυπολιτισμικότητα», «Θεολογία και Λογοτεχνία», «Ισλάμ και Φονταμενταλισμός-Ορθοδοξία και Παγκοσμιοποίηση», «Φύλο και Θρησκεία-Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία», «Η συμμετοχή των λαϊκών στη ζωή της Εκκλησίας», «Κράτος και Εκκλησία», «Ορθόδοξη θεολογία και σύγχρονη ναοδομία», «Ορθοδοξία και Ισλάμ-Το Ισλάμ στην Ευρώπη», «Ορθοδοξία, παράδοση και Ιστορία», «Γυναίκες και Θρησκείες: το πρόβλημα της βίας και του φονταμενταλισμού», «Συγχώρηση, καταλλαγή και ειρήνη», κ. ά. Όλη αυτή, όμως, η ενασχόληση της Ακαδημίας με τα θέματα αιχμής θα ήταν λάθος να διαβαστεί και να ερμηνευθεί ως ένας έξωθεν επιβαλλόμενος εκσυγχρονισμός, ως συσχηματισμός ή συμμόρφωση της θεολογίας στις απαιτήσεις της εκκοσμικευμένης κοινωνίας. Το εγχείρημα της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών δεν αποσκοπεί σε έναν αθεολόγητο ή δίχως ρίζες «εκσυγχρονισμό» της Εκκλησίας. Αντιθέτως, θέλει να υποδηλώσει και να υπογραμμίσει, τόσο τις συνέπειες από τη διαρκή Πεντηκοστή και τη θεολογία της Ενσάρκωσης για την πορεία της Εκκλησίας εντός της Ιστορίας, όσο και να φωτίσει τις ιστορικές εκκρεμότητες της Ορθοδοξίας και την απουσία της από τα δρώμενα του μετανεωτερικού πλουραλιστικού μας κόσμου, υπό το φως των συντεταγμένων που ορίζουν τόσο η βίωση της διαρκούς Πεντηκοστής όσο και το αίτημα της εκ νέου σάρκωσης της χριστιανικής αλήθειας για το Θεό, τον κόσμο και τον άνθρωπο.Η επιλογή του θέματος «Ευχαριστία, Εκκλησία, Κόσμος», λοιπόν, νομίζουμε πως συναιρεί με τον καλύτερο τρόπο τα παραπάνω ζητούμενα, καθώς η Ευχαριστία αναφέρεται τόσο στον πυρήνα της εκκλησια(στι)κής αυτοσυνειδησίας, όσο και στη σχέση Εκκλησίας-κόσμου.

Πράγματι, η Θεία Ευχαριστία ―το κατ’ εξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας, το μυστήριο που συγκροτεί την Εκκλησία και συνάγει «επί το αυτό» τον διασκορπισμένο λαό του Θεού― σχετίστηκε από πολύ νωρίς ήδη με την εμπειρία πρόγευσης των εσχάτων και προληπτικής φανέρωσης της ερχόμενης Βασιλείας, καθώς η Ευχαριστία θεωρήθηκε εικόνα και σύμβολο των εσχάτων στην Ιστορία. Η ενεργός προσμονή της Βασιλείας και το όραμα μιας άλλης ζωής πέρα από την αδικία και τη διαίρεση, τη φθορά και το θάνατο σφραγίζει εξ αρχής τη θεολογία και τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας, ενώ αργότερα αποτυπώνεται και στην ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση που, αντίθετα από τις επικρατούσες συχνά αντιλήψεις, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί πρωτολογικά αλλά εσχατολογικά.

Η ταυτότητα της Εκκλησίας, η ειδοποιός διαφορά της Εκκλησίας από άλλες θρησκείες και από άλλες θρησκευτικές κοινότητες, αυτό που κάνει την Εκκλησία να είναι όντως Εκκλησία, για να θυμηθούμε μια κεντρική θέση του Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη (Ζηζιούλα), δεν είναι ούτε η ομολογία της πίστεως ούτε η ηθική τελειότητα ούτε η θεραπευτική μέθοδος ή η ψυχολογική υποστήριξη, αλλά η Θεία Ευχαριστία. Η τελευταία δεν είναι σακραμενταλιστική τελετή ή θρησκευτική ατομική εκδήλωση ευσέβειας, ούτε όμως και ευκαιρία επιβεβαιώσεως και τονισμού της εξουσίας και κυριαρχικότητας κάποιου μεμονωμένου προσώπου ή κάποιας αυτονομημένης «τάξεως» εις βάρος του εκκλησιαστικού Σώματος, λόγω της ιδιαίτερης θέσης που κατέχει κατά την τέλεση του μυστηρίου της συνάξεως, του επισκόπου εν προκειμένω ως προεστώτος της ευχαριστιακής συνάξεως ή των πρεσβυτέρων ως τελούντων την Ευχαριστία εξ ονόματος του επισκόπου. Δεν προσφέρεται, ακόμη, πολύ περισσότερο η Ευχαριστία για την προβολή ή ανάδειξη του ρόλου και της εξουσίας του κοσμικού άρχοντα, του καίσαρα, που χάρη σε μια ιδιότυπη ιεροκρατική αναγωγή θεωρείται εις τύπον και τόπον του βυζαντινού αυτοκράτορος ― και άρα και εις τύπον και τόπον Χριστού. Η Θεία Ευχαριστία, αντιθέτως, είναι μυστήριο ενότητας και κοινωνίας στο Σώμα του Χριστού, μυστήριο ισότητας και μετοχής, καθολικής συναδελφώσεως με το Θεό, τους συνανθρώπους και την κτίση, καθώς στη Θεία Ευχαριστία, ή με αφετηρία τη Θεία Ευχαριστία, σχετικοποιούνται και υπερβαίνονται οι κάθε μορφής φυσικοί δεσμοί και ιεραρχήσεις, οι κάθε λογής κτιστοί και φθαρτοί τεμαχισμοί φύλου, φυλής, έθνους, γλώσσας, πολιτισμού, κοινωνικής τάξης, ιεραρχίας και προέλευσης. Το χαρακτηριστικότερο και αρχαιότερο παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση μας παρέχεται από τα γνωστά αποσπάσματα του βιβλίου των Πράξεων (2:42-47, 4:32-37. Πρβλ. 6:1-6), τα σχετικά με τη λατρεία και τη ζωή της πρωτοχριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων, όπου και η σύνδεση Ανάστασης και ριζικής κοινωνικής μεταμόρφωσης, Ευχαριστίας και εκούσιας κοινοκτημοσύνης, ευχαριστιακής τράπεζας και διακονίας των τραπεζών. Σύμφωνα με το κείμενο των Πράξεων, οι πρώτοι χριστιανοί που είχαν πιστέψει στην Ανάσταση του Χριστού, ήταν αφοσιωμένοι στη διδασκαλία των αποστόλων και στη μεταξύ τους κοινωνία, στην τέλεση της θείας Ευχαριστίας και στις προσευχές, και είχαν τα πάντα κοινά, τίποτα δεν τους χώριζε και δεν τους ξεχώριζε μεταξύ τους. Χωρίς το ευχαριστιακό και εσχατολογικό τους, όμως, θεμέλιο η κοινοκτημοσύνη και η εν γένει κοινωνική στράτευση χάνουν το μυστηριακό τους βάθος και εκπίπτουν στο επίπεδο του ακτιβισμού και της ρομαντικής ονειροπολήσεως, αλλά και χωρίς την κοινωνική της επαλήθευση και δυναμική η Ευχαριστία ακυρώνεται ως μυστήριο ενότητος και κοινωνίας, ως πρόγευση και προληπτική φανέρωση των εσχάτων, ως πράξη που μεταμορφώνει τον κόσμο και την Ιστορία, μεταβαλλόμενη σε απλή θρησκευτική συνάθροιση, σε σακραμενταλιστική μυστηριακή τελετή, σε ατομική εκδήλωση ευσέβειας. Η Θεία Ευχαριστία στην αυθεντική της εκδοχή και διάσταση, αν και τελείται από ιεράρχες/ιερείς, απεργάζεται την κατάργηση του ιεραρχημένου κόσμου, των ιεραρχικών του δομών και των εξουσιαστικών του διαστρωματώσεων που αντανακλούν την πεπτωκυία κοσμική τάξη πραγμάτων, καθώς αφ’ ενός εκβάλλει στη «Λειτουργία μετά τη Λειτουργία», στη διασύνδεση δηλαδή Ευχαριστίας και μυστηρίου της ενότητος, Ευχαριστίας και ριζικής κοινωνικής μεταμόρφωσης, και αφ’ ετέρου κατά την τέλεσή της προϋποθέτει την καθολική συμμετοχή και προσφορά του λαού και την υπέρβαση της μεσιτικής (ιουδαϊκής) ιερωσύνης από τη χαρισματική ιερωσύνη, σύμφωνα και με την προοπτική που διανοίγει η Προς Εβραίους Επιστολή.

Στην προοπτική αυτή και τα εκκλησιαστικά λειτουργήματα ή «αξιώματα» που συνδέονται με την Ευχαριστία ξαναβρίσκουν τη χαμένη ευχαριστιακή και κατ’ επέκταση εσχατολογική τους αναφορά και θεμελίωση. Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένω ότι η Εκκλησία ως προληπτική φανέρωση και έκφραση της Βασιλείας του Θεού, δεν αντέγραψε την ιερατική τάξη ούτε μιμήθηκε την ιεραρχική δομή της ισραηλιτικής θρησκείας, αλλά περιστράφηκε γύρω από το πρόσωπο του Χριστού, όπως σωστά υπενθυμίζει ο καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης. Θα πρέπει, μ΄ άλλα λόγια, τα λειτουργικά (ιερατικά) αξιώματα, που υπάρχουν χάριν της Ευχαριστίας, των οποίων η raison d’être είναι η Ευχαριστία και η τέλεσή της μαζί με το λαό και όχι αντί του λαού, να εικονίζουν και να παραπέμπουν στην εσχατολογική εικόνα της συνάξεως του λαού του Θεού «επί το αυτό», γύρω από το Χριστό, με τον επίσκοπο «εις τύπον και τόπον Χριστού», και τους πρεσβυτέρους τύπους των αποστόλων. Στην προοπτική αυτή ο επίσκοπος, ο «προεστώς εν αγάπη» της ευχαριστιακής συνάξεως, δεν είναι βικάριος/αντιπρόσωπος ή τοποτηρητής του Χριστού στη γη, αλλά τύπος του Χριστού, εικόνα του Χριστού. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα λειτουργήματα («αξιώματα») της Εκκλησίας, τα οποία δεν μπορούν να αυτονομηθούν από την ευχαριστιακή/καθολική σύναξη του λαϊκού σώματος. Τα εκκλησιαστικά λειτουργήματα συνιστούν πρωτίστως λειτουργική διακονία εντός του Σώματος και όχι αυτονομημένα από την ευχαριστιακή/καθολική σύναξη του λαϊκού σώματος αξιώματα υπεράνω του Σώματος, μεταβαλλόμενα σε θέσεις εξουσίας και βαθμίδες μιας ξεχωριστής ιερατικής «τάξεως», αποκαλύπτοντας έτσι ότι η έμφαση, το «εκκλησιολογικό κέντρο βάρους», βρίσκεται στην εσχατολογική και όχι στην ιεραρχική (και συνεπώς εξουσιαστική) φύση και δομή της Εκκλησίας.

Ευχαριστία και εσχατολογία, καθολικότητα και οικουμενικότητα, συγκροτούν λοιπόν την ταυτότητα της Εκκλησίας και ορίζουν την αυτοσυνειδησία των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων. Ποια είναι όμως η σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα και πόσο αυτή συνάδει με την αρχέγονη εκκλησιακή/ευχαριστιακή αυτοσυνειδησία; Ποια η σχέση εκκλησιολογίας και Ευχαριστίας, μυστηρίων και Ευχαριστίας, και σε ποιο βαθμό η Ευχαριστία εξακολουθεί να έχει κοσμικές και κοινωνικές διαστάσεις; Ποια είναι η μαρτυρία και η απήχηση του ευχαριστιακού οράματος και ήθους στον σημερινό διασπασμένο και θρυμματισμένο κόσμο που αντιμετωπίζει επί πλέον στο όχι μακρινό μέλλον τον κίνδυνο μιας μη αναστρέψιμης οικολογικής καταστροφής; Ποια η σχέση Ευχαριστίας και ιεραποστολής, Ευχαριστίας και άσκησης, και σε ποιο βαθμό οι επιταγές της τελευταίας δεν ακυρώνουν την καθολική συμμετοχή του πληρώματος της Εκκλησίας στο γεγονός της Ευχαριστίας;

Με αυτήν την προβληματική και τα παραπάνω κρίσιμα ερωτήματα θα ασχοληθεί η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών στην εφετινή όγδοη σειρά μαθημάτων της με το γενικό θέμα: Ευχαριστία, Εκκλησία, Κόσμος. Σε παράλληλες δε εκδηλώσεις θα ασχοληθεί η Ακαδημία με θέματα όπως: Θεολογία και Λογοτεχνία (σε συνεργασία με το περιοδικό Νέα Εστία), Η συμμετοχή των ορθοδόξων γυναικών στην Οικουμενική Κίνηση (σε συνεργασία με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών), Θεολογική Εκπαίδευση: Προς μία ριζική επανεξέταση (σε συνεργασία με την Παγκόσμια Συνομοσπονδία Θεολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων [WOCATI] και το Πρόγραμμα Οικουμενικής Θεολογικής Εκπαίδευσης του Π. Σ. Ε.), «Μπροστά στις σύγχρονες ανάγκες του Μαθήματος των Θρησκευτικών: Βελτιώνουμε τη διδακτική μας πράξη» (Πρόγραμμα επιμόρφωσης θεολόγων εκπαιδευτικών), κ. ά.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου και από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω όλους όσοι στήριξαν και στηρίζουν αυτή την προσπάθεια, ιδιαιτέρως όμως τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, τον εμπνευστή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, για την εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλει το όλο εγχείρημα, καθώς και για τη σπάνια για τα ελλαδικά εκκλησιαστικά δεδομένα διαλογική ετοιμότητα που τον διακρίνει. Τους συνεργάτες της Ακαδημίας, που με την αποφασιστική συνδρομή του Σεβασμιωτάτου, χρόνο το χρόνο, μέρα τη μέρα, όλο και αυξάνουν, για την άριστη και υποδειγματική συνεργασία, καθώς και για την αγόγγυστη συνδρομή και παρουσία τους, πολλές φορές μάλιστα πέραν ή και εκτός ωραρίου. Τον κ. Γεώργιο Λαιμόπουλο, Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών· την κ. Aruna Gnanadason, Διευθύντρια σχεδιασμού δράσεων και σχέσεων με τις Εκκλησίες-μέλη του ΠΣΕ· τον κ. Dietrich Werner, Συντονιστή του προγράμματος «Θεολογική Οικουμενική Εκπαίδευση» και την κ. Fulata Lusungu-Moyo, Συντονίστρια του προγράμματος «Γυναίκες στην Εκκλησία και την κοινωνία» του ΠΣΕ, για το πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης στο σχεδιασμό των κοινών δράσεων ανάμεσα στην Ακαδημία και το Συμβούλιο των Εκκλησιών. Τον Καθηγητή και Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, και Πρόεδρο της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Θεολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (WOCATI) κ. Πέτρο Βασιλειάδη, για τη σημαντική βοήθεια στην προετοιμασία του προγράμματος για την Ευχαριστία και για την ιδέα πραγματοποίησης στην Ακαδημία μας μέρους του Διεθνούς Συνεδρίου του WOCATI. Το φίλο Διευθυντή του περιοδικού Νέα Εστία κ. Σταύρο Ζουμπουλάκη, για την πολύπλευρη στήριξή του στο έργο της Ακαδημίας, αλλά ιδιαιτέρως για τη συνέχιση του διαλόγου της θεολογίας με τη λογοτεχνία με το συνέδριο που σε λίγες μέρες θα λάβει χώρα σε αυτόν εδώ το χώρο. Το φίλο Διευθυντή του Ραδιοφωνικού Σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία» Νίκο Βαραλή, για την αναλογική και ψηφιακή αναμετάδοση των εργασιών της Ακαδημίας, και τη δυνατότητα επικοινωνίας με τα πέρατα του κόσμου που δι’ αυτού του τρόπου μας παρέχει. Τον υπεύθυνο του Συνεδριακού Κέντρου Θεσσαλίας π. Γεώργιο Δεληκώστα και όλο το προσωπικό, για την πρόθυμη συνεργασία και υποστήριξη κατά την προετοιμασία και πραγματοποίηση των εκδηλώσεών μας στον καλαίσθητο και φιλόξενο αυτό χώρο. Τον π. Αλέξανδρο Σαγάνη, για την αδιάλειπτη καταγραφή σε οπτικά και ακουστικά ντοκουμέντα των εργασιών της Ακαδημίας για οκτώ συνεχόμενα χρόνια τώρα. Τους εκλεκτούς εισηγητές μας, τους σημερινούς και όσους θα ακολουθήσουν σε αυτό εδώ το βήμα, για τον κόπο της προετοιμασίας και του ταξιδιού. Και τέλος όλους εσάς, «τους μακράν και τους εγγύς», τους συμφωνούντες και τους διαφωνούντες, που οκτώ χρόνια τώρα στηρίζετε με την παρουσία σας και τη συμμετοχή σας αυτή την προσπάθεια.

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

7synedrio_2mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.