Άρθρα - Μελέτες
Περιλήψεις Εισηγήσεων
Ευχαριστία και οίκος στην Καινή Διαθήκη | Ευχαριστία και οίκος στην Καινή Διαθήκη |
|
|
|
|
Ελένη Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη, Δρ. Θεολογίας Α.Π.Θ./ Συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου
Ευχαριστία και οίκος στην Καινή Διαθήκη: Από την ουτοπία στην εμπειρία υπέρβασης των κοινωνικών και πολιτισμικών διαφορών;
Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008
Δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων είναι η Ευχαριστία, η σύναξη δηλ. των μελών της κοινότητας «επί το αυτό… ομοθυμαδόν… εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας», όπως μαρτυρούν οι Πράξεις των Αποστόλων (2,44-46) και ο οίκος, δηλ. ο κυρίως χώρος συγκέντρωσης και τέλεσης του λειτουργικού τυπικού. Με ποιόν τρόπο οι δύο αυτοί παράγοντες επηρέασαν την εμπειρία και το βίωμα των πρώτων χριστιανών;
Οι ερευνητές που ασχολούνται με το
θέμα δηλώνουν ότι τα ερωτήματα που προκύπτουν, από τις ούτως ή άλλως
περιορισμένες μαρτυρίες των κειμένων, δεν έχουν μια και μοναδική απάντηση.
Κερδίζει, επίσης, συνεχώς έδαφος η άποψη ότι οι περί Ευχαριστίας αντιλήψεις και
η εμπειρία των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων δεν προκύπτουν μόνο από τα
συστατικά λόγια και τις άμεσες αναφορές της Καινής Διαθήκης στην Ευχαριστία
αλλά και από διηγήσεις, όπου ο Κύριος βρίσκεται σε δείπνα και με τη διδασκαλία,
τις πράξεις και τα θαύματά του ορίζει το περιεχόμενο της Βασιλείας του Θεού.
Κατ’ επέκταση, ο ερευνητής που επιθυμεί να προσδιορίσει το χαρακτήρα της Ευχαριστίας στην Κ.Δ. οφείλει να μην περιοριστεί στην εξέταση μόνο των ιδρυτικών λογίων (δηλ. κατά Ματθαίον 26, 26-29. κατά Μάρκον 14, 22-25. κατά Λουκάν 22,15-20. στον Παύλο Α΄ Κορινθίους 11,23-25) αλλά και στη μελέτη των έμμεσων, αποσπασματικών αναφορών περί Ευχαριστίας (ευχαριστιακός λόγος στο κατά Ιωάννην 6,51γ. 53-58), που για πολλούς εκτείνονται σε διηγήσεις θαυμάτων, όπως ο πολλαπλασιασμός των άρτων και των ιχθύων (Μτ.14, 15-21. Μκ. 6,30-44. Λκ. 9,10-17. Ιω. 6,1-14), στους υπαινιγμούς στα χωρία Εβρ. 13,10-16. Α΄ Κορ. 5, 6-8. Β΄ Κορ. 9,11 εξ. Αποκ. κεφ. 4-5 και σε διηγήσεις δείπνων όπου δίδεται από τον Ιησού η συγχώρηση των αμαρτιών ή εμπεριέχονται στο λόγο και την πράξη ευχαριστιακοί συμβολισμοί, κυρίως τέτοιοι που να συνδέονται με τη θυσία και το θάνατό του (π.χ. Μκ. 14,3-9 και παρ., κ.α.). Δε θα υπεισέλθουμε σε λεπτομερή ανάλυση των ερμηνευτικών προβλημάτων των διηγήσεων του Τελευταίου Δείπνου και της αναφοράς της Α΄ Κορινθίους. Γι’ αυτά μπορεί ο ενδιαφερόμενος να ανατρέξει στις μελέτες του Δρ. Δημητρίου Πασσάκου, Ευχαριστία και Ιεραποστολή και του καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη, Παύλος. Τομές στη Θεολογία του. Θα αναφέρουμε μόνο τη γνώμη του τελευταίου για το χαρακτήρα της Ευχαριστίας: «η κοινή τράπεζα των πιστών της πρώτης εκκλησίας (κοινό ποτήριο το ονομάζουμε σήμερα) κατά το Κυριακό δείπνο ήταν η κύρια εκδήλωση της έντονης προσμονής, αλλά και της πρόγευσης του καινούριου κόσμου της Βασιλείας του Θεού». Τα δείπνα των κοινοτήτων φιλοξενούνταν σε οίκους. Ο οίκος όπως φαίνεται μέσα από τις μαρτυρίες των κειμένων έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιεραποστολική δραστηριότητα της πρώτης εκκλησίας και αποτέλεσε χώρο συνάντησης για το κήρυγμα, τη διδασκαλία, την προφητεία, τις αποκαλύψεις και τα οράματα, τα θαύματα, τη βοήθεια προς τους κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερους. Οι συγγραφείς των ευαγγελίων τονίζουν με ποικίλους τρόπους τη σημασία του οίκου για τη χριστιανική κοινότητα και το κήρυγμά της. Αρχικά διασώζουν μια σειρά από περιστατικά, τα οποία έλαβαν χώρα σε οίκους. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο 10:2-31, το οποίο αναφέρεται στην οργάνωση και τη μορφή του οίκου και των σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα σ’ αυτόν. Το ίδιο μοντέλο ακολουθεί και ο Ματθαίος αναφερόμενος στην αδελφική σχέση και τη συγχώρεση (18:1-35). Ο οίκος και η οικογενειακή ορολογία χρησιμοποιήθηκαν ευρέως στη συνοπτική παράδοση, πάντοτε, όμως, υποδηλώνοντας, σύμφωνα με τους ερευνητές, βασικά εκκλησιολογικά μοντέλα. Από τις διηγήσεις των ευαγγελίων φαίνεται ότι ο ίδιος ο Ιησούς κάνει το διαχωρισμό σε δύο τρόπους υποστήριξης και ενίσχυσης του έργου του από τους οίκους: από τη μια υπάρχουν οι μαθητές και οι μαθήτριες, οι οποίοι εγκαταλείποντας τους οίκους τους τον ακολουθούν «από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό» (Λκ. 8,1εξ.) και αυτοί, που χωρίς να εγκαταλείψουν τους οίκους, στηρίζουν το έργο του παρέχοντας φιλοξενία. Ο Ιησούς προτρέπει τους μαθητές του να δέχονται τη φιλοξενία σε οίκους κατά τη διάρκεια του ιεραποστολικού τους έργου (Λκ. 10:5-7. Μτ. 10:12-13). Επιπρόσθετα, αναφορές και λεπτομέρειες στις παραβολές, όπως π.χ. στην παραβολή του Μεγάλου Δείπνου (Λκ. 14:15-24), αποτελούν για τους βιβλικούς ερευνητές, ιδιαίτερα τους κοινωνιολόγους και ανθρωπολόγους, πηγή πληροφοριών για τη δομή, τα ήθη και τις συνήθειες του οίκου, τουλάχιστον για το χώρο της Παλαιστίνης. Μετά το σταυρικό θάνατο του Ιησού και την Ανάστασή του, στα πλαίσια ή ακόμη και εκτός των ορίων της Παλαιστίνης, οι οίκοι αποτελούσαν σημεία εξόρμησης και ιεραποστολικής δραστηριότητας. Σε συμφωνία με τη διδασκαλία και την ορολογία του Ιησού για την οικογένεια, οι απόστολοι συνέχισαν να θεωρούν τις κοινότητες ως οικογένειες και «οίκους Θεού» και κατανόησαν και περιέγραψαν τις σχέσεις και τις ευθύνες τους με καθαρά οικογενειακή ορολογία. Ο Θεός συνέχιζε να κατανοείται ως «Πατέρας» και η σωστική του ενέργεια ως «υιοθεσία» (Ρωμ. 8:14-23. Γαλ. 3:26-4:7), ενώ η αναγέννηση μέσα στην Εκκλησία με το βάπτισμα και την Ευχαριστία ουσιαστικά δήλωνε τη συμμετοχή του πιστού στη νέα οικογένεια του Θεού (Ιω. 3:3-6. Τιτ. 3:5. Α΄ Πετρ.1:3, 23). Είναι διάσπαρτοι οι οικογενειακοί όροι αδελφός, αδελφή, τέκνα Θεού, οι οποίοι αφορούν στις σχέσεις των μελών της κοινότητας. Τι σημαίνει όμως για την κοινότητα η ορολογία αυτή; Δηλώνει μόνο την πρόθεση για τη μεταμόρφωση και την αλλαγή των σχέσεων στο πλαίσιο της κοινότητας ή αποτελεί καταγραφή της βιωματικής εμπειρίας των πρώτων χριστιανών; Ήταν, δηλαδή, οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες επηρεασμένες από τα δομικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του οίκου; Μήπως τελικά στα πλαίσια των χριστιανικών κοινοτήτων, με τα δείπνα της αγάπης και την επανάληψη της τέλεσης της Ευχαριστίας, το πατριαρχικό μοντέλο του οίκου αντικατέστησε ένα νέο ανατρεπτικό, για τα δεδομένα (θρησκευτικά και κοινωνικά) της εποχής, μοντέλο ισότητας και ισοτιμίας, ένας νέος ευχαριστιακός οίκος; Ή, μήπως οι χριστιανικές κοινότητες συνέχισαν να είναι δομημένες ιεραρχικά, με βάση το πρότυπο του οίκου; Αποτελούσαν σημείο συνάντησης και συνύπαρξης ατόμων διαφορετικών, σε κοινωνικό, οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο, τα οποία προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τις διαφορές και να βιώσουν τη νέα «εν Χριστώ» πραγματικότητα; Πως ορίζεται η νέα αυτή πραγματικότητα και με ποιον τρόπο βιώνεται από τα μέλη της; Μια πρώτη ομάδα ερευνητών υποστήριξε ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν πρεσβευτής της ισότητας, ο οποίος ίδρυσε κοινότητες με σκοπό να θέσει σε ισχύ την αρχή «της ισότιμης μαθητείας» (discipleship of equals). Ο Ιησούς αντικατέστησε το πατριαρχικό μοντέλο της εποχής του με ένα νέο μοντέλο ισότητας (egalitarianism). Χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της επίγειας δράσης του τους οίκους και έθεσε νέους κανόνες και νέες αντιλήψεις περί της σχέσης των μελών τους. Μια δεύτερη μεγάλη ομάδα ερευνητών υποστηρίζει ότι οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες ήταν οργανωμένες και δομημένες με βάση το μοντέλο του «οίκου» της εποχής και η δομή αυτή, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του πρώτου αιώνα, υπήρξε σταθερή και ενιαία. Οι χριστιανικές κοινότητες δε βίωσαν ποτέ την ισότητα και μαρτυρίες περί εμπειρίας και πρακτικής της ισότητας δε δηλώνονται άμεσα σε κανένα κείμενο της Καινής Διαθήκης. Ακόμη και το Γαλ. 3:28, το οποίο κατά κόρον χρησιμοποιείται για την απόδειξη του μοντέλου της ισότητας, δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, τουλάχιστον με την κοινωνική της προοπτική, αλλά με τη θεολογική της, δηλ. την «ενότητα εν Χριστώ». Γι’ αυτό υποστηρίζεται ότι οι κοινότητες, όπως και οι οίκοι, παρουσίαζαν ιεραρχική τάξη και δομή ανάμεσα στα μέλη τους, γεγονός που οδηγούσε σε συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Η κοινότητα της Κορίνθου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Αντί Επιλόγου Από την αρχή της πορείας τους οι χριστιανικές κοινότητες αντιμετώπισαν την ανθρώπινη αδυναμία, τις αστοχίες, τις διακρίσεις και την κοινωνική υπεροψία. Συνέχισαν, όμως, να πορεύονται δηλώνοντας μέσα στην ιστορική τους διαδρομή ότι μπορούν να διατηρούν ευαίσθητη τη συνείδηση των μελών τους και να ανανεώνονται μέσα από τις δικές τους δυνάμεις. Η ανανέωση αυτή επιτυγχάνεται μέσα από το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο θεωρείται η κατ’ εξοχήν «θεία κοινωνία». Στο γεγονός της Ευχαριστίας προεκτείνεται το γεγονός της Σαρκώσεως και της Σταυρώσεως, των γεγονότων δηλ. που δηλώνουν την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Η Ευχαριστία, ως ανάμνηση αυτής της θυσιαστικής αγάπης μετατρέπει την κοινότητα από απλή συγκέντρωση ατόμων με κοινές αντιλήψεις σε «κοινωνία προσώπων, συνερχομένων εν εκκλησία». Όπως επισημαίνει ο Αλέξανδρος Σμέμαν στο βιβλίο του Ευχαριστία, αυτή η ενότητα έπαψε να είναι αυτονόητη για τη σύγχρονη εκκλησιαστική συνείδηση: «σημειώνουμε ότι η γνώση της Ευχαριστίας σαν “μυστηρίου της Σύναξης” εξαλείφθηκε βαθμιαία και από την ευσέβεια… Η λειτουργική ευσέβεια έγινε άκρως ατομιστική, πράγμα που πιο εύγλωττα από κάθε τι μαρτυρεί η σύγχρονη πρακτική της Θείας Μετάληψης, που υποτάσσεται τελείως στην «ψυχική ανάγκη» του κάθε πιστού, και την οποία κανείς -ούτε ο κλήρος ούτε οι λαϊκοί- κατανοεί στο πνεύμα της ίδιας της ευχαριστιακής ευχής: «ημάς δε πάντας, τους εκ του ενός άρτου και του ποτηρίου μετέχοντας, ενώσαις αλλήλοις εις ενός Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν…». Σε μια εποχή διάσπασης, όπως η δική μας, που φόβος για το διαφορετικό, ο εγωκεντρισμός, η φιλαυτία, η εκμετάλλευση του συνανθρώπου, ο ασθενικός πολλές φορές προφητικός λόγος της θεσμικής Εκκλησίας, το πλήθος των παραβιάσεων του Ευαγγελίου, ακόμη και από αυτούς που πρώτιστα έχουν υποχρέωση να το διαφυλάττουν, τα βιβλικά κείμενα μας θυμίζουν ότι η Εκκλησία σε όλη την ιστορική της διαδρομή πορεύθηκε μέσα σε ένα συνεχή διάλογο του ιστορικού με το εσχατολογικό, του «ήδη» με το «επέκεινα».
* Η κ. Ελένη Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη σπούδασε Θεολογία στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Πραγματοποίησε Μεταπτυχιακές Σπουδές στην Ελλάδα και τη Γερμανία και έλαβε Μεταπτυχιακό και Διδακτορικό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης από το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Εργάστηκε ως Ειδική Μεταπτυχιακή Υπότροφος (1991-1997), στέλεχος του Κέντρου Ερευνών για θέματα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι., 2002-2003) και από το Σεπτέμβριο του 2003 είναι διορισμένη στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αποσπασμένη για το έτος 2007-2008 στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού. Έχει λάβει μέρος σε ερευνητικά και επιμορφωτικά προγράμματα του Τμήματος Θεολογίας, του Τμήματος Ψυχολογίας και του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ., ως επιστημονική συνεργάτης και επιμορφώτρια. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ευρωπαίων Γυναικών στη Θεολογική Έρευνα (1999-2001) και μέλος της συντονιστικής επιτροπής του Προγράμματος για τα γυναικεία θέματα του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (2002-2006). Δημοσιεύσεις: Φεμινιστική Ερμηνευτική. Ο παράγοντας φύλο στη σύγχρονη βιβλική ερμηνευτική, Πουρναράς: Θεσσαλονίκη 2003. Η Διήγηση της Μυράλειψης του Ιησού στα Ευαγγέλια (Ματθ.26:613//Μαρκ.14:3-9// Λουκ. 7:36:50 / / Ιω.12:1-8), Εκδόσεις Επίκεντρο: Θεσσαλονίκη 2006. Christina Breaban/ Sophie Deicha/ Eleni Kasselouri-Hatzivassiliadi (eds.), Women’s Voices and Visions of the Church. Reflections from Orthodox Women, WCC 2006. Άρθρα στα ελληνικά, αγγλικά και γερμανικά σε θεολογικά έντυπα. |














