Επίκαιρα

Αρχική arrow Άρθρα - Μελέτες arrow Περιλήψεις Εισηγήσεων arrow Καταστατικός Χάρτης και Συνοδικότητα. Νομικό status Θρησκευτικών Κοινοτήτων και «Μάχη των Συμβόλων»
Καταστατικός Χάρτης και Συνοδικότητα. Νομικό status Θρησκευτικών Κοινοτήτων και «Μάχη των Συμβόλων» PDF Εκτύπωση E-mail

Θεόφιλος Αμπατζίδης, Master Θεολογίας ΑΠΘ, Συνεργάτης Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών

 

Σάββατο 27 Μαΐου 2006

 

Το πρόβλημα της επαναθεώρησης των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας έχει ήδη τεθεί. Πέρα από την συζήτηση εν όψει της επόμενης αναθεωρητικής βουλής, την οποία τελικά δεν θα απασχολήσει, την ουσιαστικότατη συζήτηση αξιώσεων στο πλαίσιο της φετινής θεματικής της Α.Θ.Σ., και την κατά καιρούς αρθρογραφία κυρίως διακεκριμένων νομικών, το θέμα έχει τεθεί, στον βαθμό που επιμέρους νομικές πράξεις (αναθεωρήσεις παλαιότερων νόμων και θέσπιση νέων) λαμβάνουν χώρα, παρά τους βραδείς ρυθμούς και την (καμιά φορά) χωρίς πρόθυμη συμφωνία τελική συγκατάνευση της εκκλησιαστικής διοίκησης.

Η με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επανεξέταση πτυχών που καθορίζουν την νεωτερική φυσιογνωμία του κράτους μας και χαλαρώνουν, παράλληλα, τον σφικτό εναγκαλισμό κράτους-Εκκλησίας, είναι γεγονός. Από την εδώ και δεκαετίες θέσπιση του πολιτικού γάμου

 

ως ισότιμου και ισόκυρου με τον θρησκευτικό μέχρι την πρόσφατη θέσπιση της καύσης των νεκρών διανύθηκε τεράστια απόσταση στην νοοτροπία και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, της Πολιτείας και της κοινωνίας.

Πράγματι, τα περισσότερα από τα ζητήματα που αφορούν στον κακώς λεγόμενο (κατά την εκτίμηση κάποιων ειδικών: Βενιζέλος-Κονιδάρης) «χωρισμό» Εκκλησίας-Πολιτείας, βρίσκονται ήδη σε διαπραγμάτευση, για κάποια έχουν ήδη παρθεί αποφάσεις, ενώ η συνολική πορεία των ζητημάτων είναι μάλλον «σε καλό δρόμο». Και ενώ η Ιεραρχία (και όχι η Εκκλησία) επέδειξε πολλές φορές απροθυμία και δυσκινησία για τον διάλογο αυτό, εν τούτοις ο τελευταίος είναι ένα γεγονός αναμφισβήτητο. Σίγουρα οι πρωτοβουλίες πηγάζουν από την Πολιτεία –άλλωστε αυτή έχει και τον τελευταίο λόγο νομοθετικά– όμως το αποτέλεσμα καθορίζει τις όποιες εξελίξεις στα ζητήματα αυτά. Το θέμα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας δεν πρέπει να τίθεται συγκυριακά ούτε να εξαρτάται από την διακύμανση του κύρους και της κοινωνικής απήχησης της Ιεραρχίας, κατά σοφή παρατήρηση του καθηγητή Βενιζέλου. Και μια που έχει πλέον τεθεί το ζήτημα, χρειάζεται να συνεχίσει και να καταλήξει σε συναινετικά αποτελέσματα επ’ ωφελεία τόσο της Εκκλησίας όσο και της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της ισονομίας και ισοπολιτείας, της προκοπής εν γένει της χώρας μας.

Μια δεύτερη κρίσιμη παρατήρηση είναι ότι δεν πρέπει να επιρρίπτονται μονόπλευρα οι ευθύνες. Ίσο μερίδιο ευθύνης έχει και η Πολιτεία, η οποία για λόγους «πελατειακών σχέσεων» με την Εκκλησία, δηλαδή λόγους ψηφοθηρικούς, όχι μόνο δεν λαμβάνει πρωτοβουλίες, αλλά ενίοτε «θολώνει τα νερά». Το ισχύον καθεστώς είναι περισσότερο αποτέλεσμα πρακτικών, παραδόσεων και νομοθετικής αδράνειας της Πολιτείας. Επιβλήθηκε σταδιακά από την τελευταία (μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ελληνικού κράτους και της εκκλησιαστικής Αυτοκεφαλίας), ως πρωτοβουλία της κρατικής εξουσίας για τον έλεγχο της Εκκλησίας. Κατά συνέπεια το σύνταγμα δεν είναι ο εσαεί ανασταλτικός παράγοντας μεταρρυθμίσεων. Επιτέλους πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η συντριπτική πλειονότητα των προς αναθεώρηση ζητημάτων (μηδέ της μετατροπής της Εκκλησίας από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ εξαιρουμένης) είναι υπόθεση του κοινού νομοθέτη και όχι του συνταγματικού.

Η παρατήρηση αυτή αναδεικνύει, πέρα από την ολιγωρία της Πολιτείας, την άμεση δυνατότητα «αλλαγής σκηνικού» σε ένα πλήθος ζητημάτων (π.χ. στους περίφημους «μεταξικούς νόμους») που θα προωθήσουν την ισονομία και ισοπολιτεία και θα ανταποκριθούν περισσότερο στις ανάγκες των σύγχρονων μετανεωτερικών κοινωνιών. Όσο τέτοιες κινήσεις δεν πραγματοποιούνται, διερωτώμεθα μήπως η συζήτηση τελικά αποβαίνει παραπειστική!

Σύμφωνα και με τις θέσεις διακεκριμένων συνταγματολόγων, πρέπει να διακρίνουμε τον σεβασμό από μέρους του κράτους στην θρησκευτική ελευθερία ακόμη και της μικρότερης μειονότητας, στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων του κάθε πολίτη, από την υποχρεωτική εφαρμογή συγκεκριμένων μοντέλων χωρισμού (π.χ. του Γαλλικού Έtat laϊque) ή της γενικότερης ιδεολογικοποίησης του ζητήματος των σχέσεων θρησκευτικών ομάδων και Κράτους. Κανένα σύγχρονο κράτος δεν πρέπει να «στρέφει τα νώτα» απέναντι στις θρησκευτικές ομάδες που υπάρχουν στην επικράτειά του με το πρόσχημα της νεωτερικής συνείδησης. Πολύ περισσότερο το Ελληνικό Κράτος απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Έπειτα, δεν υπάρχει μια έννοια ή εκδοχή ή μορφή της νεωτερικότητας Κατά συνέπεια άλλοι οι λόγοι που διαμόρφωσαν το πεδίο των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας στη δυτική Ευρώπη και άλλοι στην Ελλάδα όπου, κατά παρατήρηση του καθηγητή Μανιτάκη, η προέλευση του νεοπαγούς νεοελληνικού κράτους από την εναντίωση στον Οθωμανό δυνάστη υποχρέωνε τον τονισμό διαφόρων θρησκευτικών συμβολισμών. Σε μια Δημοκρατία ο νομοθέτης πρέπει να υπηρετεί πρακτικές κοινωνικές ανάγκες, λαμβάνοντας υπόψη του τις ευαισθησίες, τον πολιτισμό και τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης κοινωνίας, και όχι να στοιχεί a priori σε ιδεολογήματα και ανακλαστικά της επικαιρότητας.

Εκείνο που πρέπει να αναζητηθεί είναι η διάκριση μεταξύ της πίστης στην Ανάσταση, της πίστης στη νίκη πάνω στη φθορά και το θάνατο, της ελπίδας και της προσμονής της Βασιλείας, σ’ αντίθεση προς κάθε είδους ψυχολογικά και κοινωνικά δεκανίκια αυτασφάλισης. Να διακριθεί η Εκκλησία ως αναστάσιμη ευχαριστιακή κοινότητα, από κάθε είδους ιδεολογία (ακόμη και την «ελληνοχριστιανική»), από κάθε είδους θεσμό, παράγοντα κοινωνικής συνοχής και ευρυθμίας, από κάθε ιστορική μνήμη προσφοράς στην διατήρηση του Γένους σε καιρούς χαλεπούς. Να γίνει κατανοητό πως οι έννοιες του χριστιανού και του Έλληνα, περισσότερο του νεοέλληνα, δεν ταυτίζονται. Ότι η Ορθοδοξία, μπορεί να πλαισιώνεται, να διανθίζεται, ή και να εμπλουτίζεται ακόμη από το πανηγύρι της Εκκλησίας του χωριού, το σουβλιστό αρνί του Πάσχα και τα κόκκινα αυγά, τις δοξολογίες των εθνικών εορτών, τους γάμους και τις βαπτίσεις των νεοελλήνων, όμως ούτε ορίζεται, ούτε εξαντλείται, ούτε και έχει κάποια ουσιαστική σχέση προς όλα αυτά. Αυτό φυσικά δεν απαξιώνει την ιστορική προσφορά μιας τοπικής Εκκλησίας ούτε ακυρώνει τις όποιες πολιτισμικές εκφράσεις της. Τονίζει όμως το εν «ου έστι χρεία».

Το εάν ο καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδας, για παράδειγμα, πάψει να είναι νόμος του Κράτους –που μάλιστα ψηφίζεται, σύμφωνα και με το άρθρο 72§1 του Συντάγματος, από την ολομέλεια της Βουλής– και γίνει ένας εσωτερικός κανονιστικός χάρτης λειτουργίας της Εκκλησίας, σύμφωνα προς τους Ι. Κανόνες και με σεβασμό στους νόμους του Κράτους, δεν αποτελεί καθόλου σοβαρό πρόβλημα για την ταυτότητα, την αυτοσυνειδησία, τη ζωή και το έργο της Εκκλησίας. Αντίθετα απελευθερώνει την τελευταία από την πολιτειοκρατική της ομηρία και αναδεικνύει την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδoς σε σώμα υπεύθυνο, με νουν Χριστού, με συνείδηση του χρέους και της αποστολής της απέναντι στο εκκλησιαστικό σώμα. Σ’ ότι αφορά στη Συνοδικότητα, γνωρίζουμε όλοι πως συνιστά θεμελιώδη αρχή της Εκκλησιολογίας μας, πραγματικότητα που ανάγεται στην εποχή της Κ.Δ., και που, χωρίς να εξωραΐζουμε το ιστορικό παρελθόν του χριστιανισμού, αποτέλεσε κεντρικό άξονα της ζωής της Εκκλησίας. ʼξονα τον οποίο αποθησαύρισε στους Ι. Κανόνες και ο οποίος στάθηκε μια από τις κυριότερες αιτίες του Σχίσματος.

Στην αιτίαση ότι η απάλειψη του Καταστατικού Χάρτη από τους νόμους του Κράτους συνεπιφέρει και ενδεχόμενη απάλειψη του συνοδικού χαρακτήρα, ένα τέτοιο ενδεχόμενο πρέπει λογικά να γεμίζει με προβληματισμούς και με όχι και τόσο υπερήφανα αισθήματα όλους τους χριστιανούς και ιδιαίτατα το σώμα των Επισκόπων. Συνιστά θλιβερή έκπτωση το να χρειάζεται ο «πέλεκυς του νόμου» για να διατηρηθεί η Συνοδικότητα στην Ιεραρχία μας, την ίδια στιγμή που αναθεματίζεται η Ρωμαιοκαθολική π.χ. Εκκλησιολογία για την ιεροκρατική δομή της και την παπική της αυθεντία. ʼλλωστε, ο σφικτός εναγκαλισμός Κράτους και Εκκλησίας και η πολιτειοκρατία δεν εμπόδισε την κρατική εξουσία και την υποχείριά της εκκλησιαστική, να καταργήσει, με τον επαχθέστερο τρόπο, τη Συνοδικότητα κατά την πρόσφατη περίοδο της επταετίας.

Αναφορικά με το status των θρησκευτικών κοινοτήτων στον τόπο μας το ζήτημα παραπέμπει ευθέως στην διαφοροποίηση του ΝΠΔΔ για την ορθόδοξη Εκκλησία, από εκείνο του ΝΠΙΔ για τα υπόλοιπα θρησκεύματα. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί πως τυχόν μετατροπή του νομικού προσώπου της Εκκλησίας από δημοσίου δικαίου σε ιδιωτικού, δεν θίγει στο ελάχιστο την αυτοσυνειδησία, την ουσία και την αποστολή της Εκκλησίας. Ασφαλώς το ζήτημα είναι σύνθετο στις πολλαπλές του παραμέτρους: π.χ. τη σχέση εκκλησιαστικής και κοσμικής δικαιοσύνης ή τη θέση του Μουφτή, ο οποίος υποχρεωτικά(;) είναι δημόσιος λειτουργός σύμφωνα προς τη συνθήκη της Λωζάνης. Τα θέματα όμως αυτά συνιστούν αρμοδιότητες κυρίως των νομικών.

Κατά την εκτίμηση μας, αφενός δεν είναι αναγκαία η μετατροπή του νομικού προσώπου της ορθόδοξης Εκκλησίας για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας. Ακόμη και ο χαρακτηρισμός του κράτους ως ουδετερόθρησκου δεν συνιστά πανάκεια, εφόσον έχουμε νωπά ακόμη τα παραδείγματα των πρώην καθεστώτων της σοβιετικής Ρωσίας ή της Αλβανίας ακόμη και της σημερινής Τουρκίας η οποία, ενώ επισήμως θεωρείται κοσμικό κράτος ουσιαστικά είναι μουσουλμανικό και ενώ διακηρύσσει τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας κρατά το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπό καθεστώς ομηρίας. Αφετέρου όμως είναι ανεπίτρεπτη κάθε είδους έμμεση ή άμεση «κατάχρηση εξουσίας» από την Εκκλησία, λόγω της προνομιακής θέσης της ως ΝΠΔΔ.

Συναφές είναι και το ζήτημα των συμβόλων, όμως πολύ πιο σύνθετο. Κατ’ αρχήν υφίσταται μια δυσκολία προσδιορισμού αυτού που ονομάζουμε θρησκευτικό σύμβολο. Είναι π.χ. ο Σταυρός, ως μέρος της ατομικής μας περιβολής, θρησκευτικό σύμβολο που χρωματίζει ανεπίτρεπτα δημόσιους χώρους, κατά το παράδειγμα της μαντίλας στην, κατά τα άλλα χώρα σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας, Γαλλία; Έπειτα πρέπει να διακρίνουμε τα σύμβολα ως προς την αξία, τη σημασία τους και την αναφορά τους στην ιστορική διαδρομή του Έθνους. Εάν π.χ. ο όρκος του Προέδρου στην «ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα» είναι σύμβολο χρωματισμού της δημόσιας ζωής, είναι σύμβολο ίδιας σημασίας με τον Σταυρό στη σημαία ή στον κοντό της σημαίας; Για τους λόγους αυτούς χρειάζεται να γίνει λόγος, έστω κωδικά, για κάθε σύμβολο χωριστά. Επιβάλλεται η επανενθύμιση δύο καθοριστικών παραμέτρων της συζήτησης: α) ο συμβολικός ή μη χρωματισμός του δημοσίου χώρου ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Πολιτείας, η οποία μπορεί και να αναλάβει την ανάλογη νομοθετική πρωτοβουλία, και β) ότι ο ενδεχόμενος αποχρωματισμός του δημοσίου χώρου από θρησκευτικά σύμβολα δεν παρεμποδίζει την Εκκλησία στην άσκηση του ουσιώδους λειτουργήματός της που είναι η θέωση του ανθρώπου.

Σ’ ότι βέβαια αφορά δημόσιες εκδηλώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα όπως: δοξολογίες, πανηγυρικούς εορτασμούς εθνικών ή κοινωνικών γεγονότων, αγιασμούς σε σχολεία ή αλλού, η απαλοιφή της αναγκαστικότητας του Πρωτοκόλλου (όπου αυτό υπάρχει), θα απελευθέρωνε την Εκκλησία από έναν άχαρο φολκλορικό ρόλο. Χρειάζεται όμως να γίνει γνωστό ότι πάρα πολλές εκδηλώσεις αυτού του είδους δεν συνιστούν μέρος νομικής ή θεσμικής υποχρέωσης. Απλά η Εκκλησία επιθυμεί τον εορτασμό από μέρους της κάποιων γεγονότων (όπως έχει το δικαίωμα σύμφωνα με το αρθρ.13 του Συντάγματος να κάνει) και καλεί την πολιτική ηγεσία η οποία παραβρίσκεται οικειοθελώς και εθιμοτυπικώς.

Για τη σχολική προσευχή, το σχολικό εκκλησιασμό, τη «σχολική» εξομολόγηση κ.τ.λ., οφείλω να σημειώσω ότι χρειάζονται άμεση κατάργηση. Καταρχήν διότι δεν εξυπηρετούν τίποτε, έχουν εκπέσει σε θλιβερές καρικατούρες και, σε περίπτωση που κάποιος μαθητής εξαναγκαστεί σε συμμετοχή με τον οιονδήποτε τρόπο, συντελείται ωμή και απροσχημάτιστη παρέμβαση στη συνείδηση και την ατομική ελευθερία. ʼλλωστε το σχολείο δεν είναι χώρος κατήχησης της Εκκλησίας. Κάθε τέτοια εκτίμηση την προσβάλλει και την υποτιμά. Με την ίδια λογική μπορεί να αντιμετωπιστεί και η ανάρτηση των εικόνων στα δικαστήρια και τα σχολεία σε θέση περίοπτη, επιβλητική και κατά κάποιον τρόπο τελετουργική. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την ανάρτησή τους σε θέση ουδέτερη. Κατά τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο που σε κάποια σχολεία υπάρχουν προσωπογραφίες του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη, αγάλματα του Δία, της Αθηνάς, του Ποσειδώνα, μπορεί να υπάρχει η εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων.

Η δε ορκωμοσία στα δικαστήρια ή η ορκωμοσία των Βουλευτών και αυτή του Προέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να αντιμετωπιστεί με γνώμονα τη βιβλική προτροπή του «μη ομώσαι όλως». Όμως, ως προς το εάν η ορκωμοσία του Προέδρου, της Βουλής και της Κυβέρνησης συνιστά εξάρτηση του Κράτους από το ορθόδοξο δόγμα, με κύρια συνέπεια να αποκλείονται αλλόθρησκοι ή άθρησκοι, οι ερμηνείες διίστανται. Υποστηρίζεται δηλ. ότι κατά το αρθρ.59§1 και 2 του Συντάγματος, καθένας που για λόγους θρησκευτικών πεποιθήσεων αρνείται να ορκιστεί ή να ορκιστεί επί του τύπου αυτού μπορεί να ορκιστεί σε άλλον τύπο ή να παράσχει διαβεβαίωση στην τιμή του. Προς μια τέτοια λογική στοιχεί και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της 18/2/1999 (υπόθεση Buscarini κατά Saint Marino). Η παρουσία της Συνόδου ή του Αρχιεπισκόπου στις προαναφερθείσες ορκωμοσίες αποτελεί πρόσφατη συνήθεια, η οποία πρέπει να διακριθεί από την καθαυτό παροχή όρκου στον/στην Πρόεδρο της Βουλής και στο Σώμα. Πάντως, το θέμα του όρκου εγγίζει την ίδια την καρδιά της Ιεραρχίας, δεδομένου ότι στα υφιστάμενα νομικά πλαίσια, ο κάθε Επίσκοπος υποχρεώνεται σε ορκοδοσία για την ανάληψη των καθηκόντων του.

Δεν είναι ίδιας σημασίας το ζήτημα της Προμετωπίδας του Συντάγματος και του Σταυρού στη Σημαία. Και αυτό όχι γιατί προσβάλλεται η Εκκλησία ή παρεμποδίζεται η λειτουργία της. Το πρόβλημα δεν αφορά στην ουσία και την αποστολή της Ορθοδοξίας. Αποτελεί όμως καίριο πλήγμα και προσβολή έναντι της ιστορίας, της συλλογικής μνήμης, των αξιών και της Παράδοσης του Έθνους, από μια επίπλαστη ιδεολογικοποιημένη νεωτερικότητα με σαφές αντιχριστιανικό complex.

Όσο η Ορθόδοξη Εκκλησία, σ’ αυτόν τον τόπο, δεν κατανοεί τον εαυτό της ως εσχατολογική κοινότητα που κομίζει στην ιστορία και στον άνθρωπο το μήνυμα της Ανάστασης, της θέωσης και της σωτηρίας, οι συζητήσεις αυτές θα εξακολουθούν και θα βαίνουν αυξανόμενες. Οι δε προδιαγραφές είναι μάλλον δυσοίωνες, αφού η τυχόν εμμονή της σ’ έναν «θεσμικό ρόλο», θα επιφέρει την προοδευτική της απαξίωση και περιθωριοποίηση. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν, φυσικά, ως στόχο να μετατρέψουν την Εκκλησία της Ελλάδος σε παθητικό αποδέκτη των μεταλλαγών που συντελούνται τόσο στην νεοελληνική κοινωνία όσο και παγκόσμια. Επιθυμούν μόνον να καταδείξουν την διαφορά όποιου εθνικού, κοινωνικού ή θρησκευτικού θεσμού εγκοσμιοκρατικών προδιαγραφών, από το «ταμιευτήριο» της Χάρης του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο «όλον συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας».


* Ο κ. Θεόφιλος Αμπατζίδης γεννήθηκε στην Πτολεμαΐδα το 1968. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. Πήρε το Μεταπτυχιακό του Δίπλωμα στη Συστηματική Θεολογία από την ίδια Σχολή. Συνεργάστηκε ως ερευνητής στο πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών «Ελληνισμός και Χριστιανισμός ως παράγοντες διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας». Διατέλεσε Αρχισυντάκτης στο περιοδικό Αναλόγιον που εξέδιδε η Ι. Μητρόπολις Κοζάνης. Από το Σεπτέμβριο του 2001 υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ από το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005 συνεργάζεται με την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

5synedrio_2mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.