Άρθρα - Μελέτες
Περιλήψεις Εισηγήσεων
Πλειοψηφία, Συνοδικότητα και Δημόσια Σύμβολα | Πλειοψηφία, Συνοδικότητα και Δημόσια Σύμβολα |
|
|
|
|
Νικήτας Αλιπράντης, Καθηγητής Νομικής στα Πανεπιστήμια Θράκης και Στρασβούργου
Σάββατο 27 Μαΐου 2006
Α. Συνοδικότητα και πλειοψηφία Στην ορθοδοξία οι δύο αυτές αρχές συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους: Η απόφαση της πλειοψηφίας ισχύει πάντοτε ως απόφαση της συνόδου. 1. Στο μέτρο που η συνοδικότητα αναφέρεται στη σύναξη επισκόπων προϋποθέτει συμμετοχή του συνόλου των επισκόπων στο εκάστοτε πλαίσιο (τοπικό ή οικουμενικό). Μόνο υπ αυτήν την προϋπόθεση έχει σημασία η πλειοψηφία. 2. Στο μέτρο που η συνοδικότητα εκφράζει γενικά το πνεύμα της εκκλησίας σε όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής (sobornost), το λαϊκό στοιχείο αποτελεί μέρος της συνοδικότητας, συμμετέχοντας στην εκλογή των επισκόπων, στις αποφάσεις ενοριών κλπ.
3. Εφαρμογή των αρχών αυτών στην Εκκλησία της Ελλάδος. α) Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (ΔΙΣ) είναι όργανο ολιγαρχικό, ξένο καθ εαυτόπρος την αληθή συνοδικότητα, το οποίο ενέχει επιπλέον τον κίνδυνο να λειτουργεί κατά καιρούς και ως «ενός ανδρός αρχή». Η κατάργησή του είναι απαραίτητη, προϋποθέτει όμως άμβλυνση του συγκεντρωτισμού και ικανή μείωση των δημοσίων διοιοκητικών εξουσιών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατ αυτόν τον τρόπο, το πράγματι συνοδικό όργανο, η Ιεραρχία, θα επιλαμβάνεται όλων των γενικότερων θεμάτων της Εκκλησίας, συνερχόμενη ίσως δύο φορές ετησίως. β) Η συνοδικότητα στην ευρύτερη εκδοχή της, που περιλαμβάνει και την συμμετοχή των λαϊκών, μπορεί και πρέπει να υιοθετηθεί στην εκλογή των επισκόπων και την ζωή των επί μέρους επισκοπών και ενοριών. Ο σκόπελος που πρέπει εδώ με κάθε μέσο να αποφευχθεί είναι η ανάμιξη των πολιτικών κομμάτων.
γ)
Στο τοπικό επίπεδο, η απαραίτητη εισαγωγή συλλογικότητας μπορεί να
πραγματοποιηθεί, πλην άλλων, με την υιοθέτηση του μητροπολιτικού συστήματος,
εις το οποίο οι περί τον μητροπολίτγν ευρύτερης περιφέρειας επίσκοποι θα
συναποφασίζουν με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Το θέμα στην Ελλάδα εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στην ύπαρξη εικόνων, κυρίως του Χριστού, σε δημόσια κτήρια (δικαστήρια, σχολεία κλπ.), πράγμα που αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της χώρας μας σε σχέση με σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρώπης και της Β. Αμερικής. Το επιστημονικό λάθος που μπορεί να διαπραχθεί στο θέμα αυτό είναι η παραγνώριση της θεμελιακά διαφορετικής ιστορίας και η ισοπεδωτική και άκριτη μεταφορά ξένων ρυθμίσεων ή νομολογίας.
Στην
Ελλάδα η δημόσια έκθεση εικόνων δεν επεβλήθηκε με κρατικό κανόνα, είναι
αποτέλεσμα ενός εθίμου που δημιουργήθηκε ως έκφραση του από αιώνων σεβασμού
τους από την συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Ελλάδος. Σεβασμό στο
πρόσωπο του Χριστού έχουν ως επί το πλείστον ακόμη και όσοι δεν πιστεύουν σ
αυτόν και αυτοί δεν ενοχλούνται από την ύπαρξη εικόνων, η οποία είναι βέβαιο
ότι δεν προσβάλλει την ελευθερία της συνείδησής τους. Αν κάποιοι ελάχιστοι
ενοχλούνται πολύ ή και εξοργίζονται από την θέα των εικόνων, απλώς προδίδουν
ότι εμφορούνται από ένα είδος μισαλλοδοξίας αντίστοιχης με εκείνη ορισμένων
φανατικών θρησκευόμενων. Από τη στιγμή που δεν παραβιάζεται η ελευθερία της
συνείδησης, πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι η θρησκευτική ελευθθερία δεν
επιβάλλει ούτε τον θρησκευτικό αποχρωματισμό του κράτους ούτε την απόλυτη
ουδετερότητά του έναντι κάθε θρησκευτικής κοινότητας. Όπου έγινε αυτό, ήταν
αποτέλεσμα συγκεκριμένων ιστορικών παραγόντων (είτε της αποστροφής προς μια
μορφή θρησκείας όπως στη Γαλλία, είτε της πρόθεσης να αποτραπούν θρησκευτικές
έριδες όπως στις Η.Π.Α., είτε μιας γενικότερης εκκοσμίκευσης θρησκευτικής αδιαφορίας.
|














