| Πολιτικός Γάμος, Πολιτική Ονοματοδοσία, Πολιτικός Όρκος, Πολιτική Κηδεία και Καύση των Νεκρών |
|
|
|
|
Προτάσεις νέων ρυθμίσεων στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας
Σάββατο 6 Μαΐου 2006
Αρχιμ. Χρυσόστομος Σαββάτος, Επ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Όλες οι παραπάνω αναφορές, εκφράζουν την τάση της νομοθετούσας Πολιτείας, να επιβεβαιώσει την αρχή, ότι σε ένα δημοκρατικό κράτος, όλες οι εκφάνσεις και οι παράμετροι του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας είναι όχι μόνο δυνητικά εφαρμόσιμες αλλά και νομοθετικά σεβαστές, συγχρόνως δε φαίνεται, ότι αποτελεί και μια πρώτη κίνηση εκτόνωσης του έντονου αιτήματος, για συνταγματική αναθεώρηση και θεσμική αλλαγή του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, έστω και αν οι καιροί δεν είναι ακόμη ώριμοι.
Στην
παρούσα εισήγηση δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν, ούτε βέβαια να αξιολογηθούν,
όλες αυτές οι προτάσεις, θα προσπαθήσουμε όμως να δώσουμε το πλαίσιο και τα
κριτήρια εκείνα με τα οποία η Ορθόδοξη ποιμαίνουσα Εκκλησία και η διδάσκουσα
Θεολογία θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την δέσμη αυτή των παραπάνω
μεταρρυθμίσεων, γιατί θεωρώ ότι τα
θιγόμενα ζητήματα δεν άπτονται μόνο του τρόπου έκφρασης και σεβασμού του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας αλλά πρωτίστως υποδεικνύουν έναν άλλον τρόπο ύπαρξης και συνεπάγονται μια διαφορετική στάση ζωής. Υπάρχει μια σειρά ερωτημάτων, τα οποία οριοθετούν αφενός τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι των συγκεκριμένων αιτημάτων και αφετέρου τον καθορισμό των κριτηρίων εκείνων με τα οποία οφείλει να κατηχήσει και να διδάξει το ποίμνιό Της, ώστε να μην απωλέσει την αξιοπιστία της, έναντι του ποιμνίου Της, αλλά ούτε και να περιθωριοποιηθεί. Επιπλέον θεωρώ, ότι δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τα παραπάνω θέματα με τον μανδύα μιας ομολογιακής αντίληψης, έναντι των άλλων εκκλησιαστικών ομολογιών ή θρησκειών, ούτε βέβαια με την απολυτότητα του περιεχομένου της έννοιας της «επικρατούσας θρησκείας», στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, ούτε τέλος ως μία ιδεολογικοποιημένη έκφραση μιας θρησκευτικής κοινότητας, η οποία προσπαθεί να διατηρήσει τα κεκτημένα δικαιώματά της, αδιαφορώντας παράλληλα για τους άλλους, τους ομολογιακά ή θρησκευτικά «ξένους». Τα κριτήρια όμως αυτής της προσέγγισης πιστεύω, ότι απορρέουν από δύο βασικά ερωτήματα: Ποια είναι η σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον κόσμο της εποχής μας; Με ποιο τρόπο καθορίζει το περιεχόμενο των «ατομικών δικαιωμάτων» και την έννοια της ελευθερίας; Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα αποτελεί την προϋπόθεση για την ποιμαντική αφύπνιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η προσέγγιση του δεύτερου ερωτήματος οριοθετεί το περιεχόμενο του «ατομικού δικαιώματος» όχι μόνο ως συστατικό στοιχείο της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά και του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση των παραπάνω θεμάτων θα μας οδηγήσει στις ατραπούς μιας στοιχειοθετούμενης νομικής επιχειρηματολογίας, η οποία τόσο για την ποιμαίνουσα Εκκλησία όσο και για την διδάσκουσα Θεολογία είναι terra incognita. Μέσα όμως από αυτήν την διαλεκτική αντίδοση και αλληλοπεριχώρηση Εκκλησίας και κόσμου, η ποιμαίνουσα και διδάσκουσα Εκκλησία και Θεολογία επωμίζεται την αυξημένη ευθύνη έναντι του ποιμνίου και της ιστορίας να κατηχήσει και να διδάξει και αυτό μπορεί να το επιτύχει αρκεί να κατορθώσει να συλλάβει τα σημεία των καιρών, να καταναλωθεί σε μία βαθειά όσο και πιστή ερμηνεία της Παράδοσής Της και να χρησιμοποιήσει μια τέτοια γλώσσα, η οποία θα την καταστήσει κατανοητή μέσα στην ιστορία. Η προσέγγιση των παραπάνω θεμάτων, με βάση την «αρχή του ετεροκαθορισμού», για την Ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία, νομίζω ότι είναι πολύ ουσιαστική, για να μπορέσει να εκφράσει τα κριτήρια εκείνα, με βάση τα οποία οφείλει να διδάξει και να κατηχήσει το ποίμνιό Της και να τοποθετηθεί έναντι των προκλητικών ερωτημάτων τα οποία τίθενται από την «κοινωνία».
Βρισκόμαστε
ήδη σε ένα διάλογο μεταξύ του Κράτους και της Εκκλησίας, για τη ρύθμιση των
μεταξύ τους σχέσεων, ο οποίος όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι έχει ως
σημείο αναφοράς την κοινωνία, τον πολιτισμό και τον άνθρωπο, μια κοινωνία η
οποία δεν είναι άθροισμα ατόμων αυτοβεβαιούμενων και αυτοκαθοριζόμενων αλλά
πλέγμα σχέσεων, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η απόλυτη ετερότητα των
προσώπων και ο πολιτισμός του «άλλου». Σ αυτόν τον διάλογο τόσο η Εκκλησία όσο
και το Κράτος ας επισπεύσουν τη συνεργασία τους στην αντιμετώπιση και στην
επίλυση των προβλημάτων, γιατί όλοι μαζί, σε τελική ανάλυση, είμαστε
θεματοφύλακες του ίδιου πολιτισμού, ο οποίος δεν μας επιτρέπει να υπάρχουν
περιθώρια για αντιπαλότητα και πολυτέλειες για διαμάχες. |













