| Εκκλησιαστική Περιουσία και Μισθοδοσία των Κληρικών τον 19ο αι. |
|
|
|
|
Προτάσεις νέων ρυθμίσεων στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας
Σάββατο 6 Μαΐου 2006
Αρχίζω τον λόγο μου με μερικά περιστατικά που πιστεύω ότι θα μας βοηθήσουν να πλησιάσουμε καλύτερα στο θέμα μας: I. Όταν υποψιάσθηκαν οι Οθωμανοί την έκρηξη της επαναστάσεως «προσεκάλεσαν ευσχήμως εις Τρίπολιν και ως ενέχυρα καθείρξαν εις σκοτεινήν φυλακήν» τους οκτώ αρχιερείς. Και τούτων οι μεν πέντε του μακαρίου έτυχον τέλους εν τη ειρκτή τελευτήσαντες των δε λοιπών δύο μεν είδον πάλιν του ηλίου ημιθνήτες και σκελετώδεις».
II. Τη
μεν 5ην Απριλίου 1822 υπεγράφη νόμος «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών
σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών προς διατροφήν των αγωνιζομένων πενήτων,
και τας ανάγκας του πολέμου. Συνήχθησαν δε περίπου λίτραι δισχίλιαι τετρακόσιαι
(ή 800 οκάδες) αργύρου, και νόμισμα από τούτων ήθελεν κόπτεσθαι
»
III. Στις 8 Οκτωβρίου 1829 ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας έγραφε προς τους ιερωτάτους Μητροπολίτας, θεοφιλεστάτους Επισκόπους: «ότι η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείαν, είναι δύο υπηρεσίες αχώριστες ως μίαν εχούσας αρχήν, τον Πατέρα των Φώτων, και προς ένα συντρεχούσας σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν». IV. Σε γράμμα του Όθωνα προς τον πατέρα του Λουδοβίκο της Βαυαρίας διαβάζουμε: « η πνευματική αρχή του κλήρου της χώρας θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη για τον κοσμικό άρχοντα και θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος καθυποτάξεώς του». V. Γάλλος υπουργός σχολιάζει το γεγονός του χωρισμού της Εκκλησίας από το Πατριαρχείο ως εξής: «Έτσι συνέβηκε χωρίς δυσκολία και με την συναίνεση του ανώτερου κλήρου ο χωρισμός της Ελληνικής Εκκλησίας από την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα στο οποίο η Αντιβασιλεία είχε προσδώσει τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ο πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι εμφανώς να μετακινήσει τούς μελλοντικούς ισχυρούς τρόπους επιρροής της Ρωσσίας». VI. Ο αντιβασιλεύς Μάουερ θα ομολογήσει «Κι όσο για μένα, πείστηκα ότι αυτό το παγκόσμιας σημασίας ιστορικό κείμενο (του χωρισμού δηλ. της Εκκλησίας μας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) θα σφραγίσει την αρχή μίας νέας εποχής και όχι μόνο για την ελληνική εκκλησία». Τα τρία πρώτα περιστατικά συγκρούονται με τα υπόλοιπα τρία. Στα πρώτα απεικονίζεται η περιέχουσα το Γένος Εκκλησία και στα άλλα η μετάλλαξή της σε μία κρατική υπηρεσία, εξάρτημα μιας Γραμματείας. Σ' αυτή την εποχή ανάγεται και το συζητούμενο θέμα της Εκκλησιαστικής περιουσίας και του μισθολογίου των κληρικών μας. Στην Δ' Εθνική συνέλευση των Ελλήνων στο ʼργος στις 11 Ιουλίου 1829 αποφασίσθηκε: «Η κυβέρνησις θέλει συστήσει Γαζοφυλάκιον (Ταμείον) υπό την ιδίαν της άμεσον διεύθυνσιν, εις το οποίον θέλει αποτίθεσθαι τα συλλεγόμενα χρήματα, προσδιωρισμένα εξηρημένως εις βελτίωσιν του Ιερατείου, εις ... υποστήριξιν των αλληλοδιδακτικών σχολείων, ... δια ...τους αφιερωθησομένους εις την σπουδήν των τε επιστημών, των τεχνών...» Στην απόφαση αυτή της συνελεύσεως στηρίζει την υλοποίηση του σχεδίου του ο Κυβερνήτης Καποδίστριας καλώντας σε συνεργασία τους Επισκόπους « σκοπός του έθνους και της κυβερνήσεως, όστις είναι η βελτίωσις του κλήρου, .. ίνα σχολάζοντες των βιωτικών μεριμνών ενασχολώνται επιμελέστερον περί την υπηρεσίαν των θείων και την των ψυχών παιδαγωγίαν και προστασίαν». Η αντιβασιλεία του Όθωνος που έφθασε στην Ελλάδα στις 18 Ιανουαρίου 1833 θέλησε να δώσει συνέχεια χωρίς όμως να έχει γεύση της Ελληνικής πραγματικότητος. Καταργήθηκαν τετρακόσια περίπου Μοναστήρια η περιουσία αυτών περιήλθε στο δημόσιο και τα διατηρούμενα επλήρωναν φόρον, Ομοίως η περιουσία των ενοριακών ναών περιήλθε στους Δήμους. Διαβάζουμε στα πρακτικά της Επιτροπής: «Εκρίθ? επάναγκες, οι μεν επίσκοποι να μισθοδοτώνται αυτάρκως και αναλόγως του χαρακτήρος των κατ ευθε?αν παρά της Κυβερνήσεως.., οι δε πρεσβύτεροι διάκονοι και λοιποί υπηρέται των Εκκλησιών, κυρίως μεν παρά των Κοινοτήτων. όταν δε οι πόροι της Κοινότητος δεν εξαρκο?ν, η Κυβέρνησις να αναπληροί το ελλείπον από των προειρημένων πόρων». (Πρακτικά 26 Απριλίου 1833) «Ελήφθη υπ όψιν το περί μισθοδοσίας του κλήρου και απεφασίσθη, ότι πρέπει να συσταθή εις εκάστην κοινότητα Εκκλησιαστικόν Ταμείον εις το οποίον θέλουν σύγκεισθαι τα εκ των ανηκόντων εις τας Εκκλησίας κτημάτων εισοδήματα. Από το ταμείον τούτο .., θέλουν μισθοδοτείσθαι οι εν αυτώ υπηρετούντες. και ... ει ελλείπουσι, θέλουσι αναπληρούσθαι παρά της Κυβερνήσεως (δηλ. από τους προγραμματισμένους πόρους των μοναστηριακών κτημάτων)» (Πρακτικά 27 Απριλίου 1833). Το Ταμείο αυτό γρήγορα κατέρρευσε διότι η περιελθούσα στους Δήμους ενοριακή περιουσία κατασπαταλήθηκε ή αφομοιώθηκε με την δημοτική. Δημιουργήθηκε όμως Ειδικόν Ταμείον εκ της περιουσίας των Μοναστηριών. Διαβάζουμε: «Ελήφθησαν εις σκέψιν και εθεωρήθη επάναγκες το να συστηθή ιδιαίτερον ταμείον υπό την άμεσον διαχείρισιν της Κυβερνήσεως και την επιστασίαν επιτροπής επί τούτω διοριζομένης τούτο θέλει επαρκεί προς μισθοδοσίαν των Επισκόπων, ... προς εκπαίδευσιν του Κλήρου, προς οικοδομήν Εκκλησιών,» (Πρακτικά 28 Απριλίου 1833). «Εν τη σημερινή συνεδριάσει ενεκρίθη το Ταμείον τούτο να σύγκειται κυρίως από τα εισοδήματα των υπαρχόντων μοναστηρίων και των εις τας επισκοπικάς ανηκόντων κτημάτων Η Διοίκησις των κτημάτων τούτων ανατίθεται εις την Κυβέρνησιν δια την προσδιορισθείσαν χρήσιν». (Πρακτικά 29 Απριλίου 1833) Στο εισηγητικό κείμενο της Επιτροπής προς την Κυβέρνηση διαβάζουμε: «Η Ελλάς έχει πόρον πλουσιώτατον εις διατροφήν του κλήρου, τα κτήματα των μοναστηρίων... Ταύτα, καλώς διοικούμενα και οικονομούμενα, θέλουσι παρέχει άφθονα εισοδήματα. Αλλ εκτός των μοναστηριών υπάρχουν και άλλα των Επισκοπών? , και μόνον τα εις Εκκλησίας ανήκοντα ως μικρά, αφίνονται εις τας κοινότητας προς χρήσιν των Εκκλησιών και του κλήρου αυτών, δι επιτρόπων κατ έτος εκλεγομένων και υπευθύνων καθισταμένων Εύλογον προσέτι κρίνομεν να διοικώνται και οικονομώνται τα μοναστηριακά και επισκοπικά κτήματα παρ επιτροπής επίτηδες προς τούτο διωρισμένης, και όχι αμέσως παρά της επί των οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας, ούτε να συνάγωνται τα εισοδήματα αυτών εις το Ταμείον της Επικρατείας, ? η κυβέρνησις θέλει διαγράψει και τον τρόπον και τον κανονισμόν της οικονομίας και διοικήσεως των περί ων ο λόγος κτημάτων». Το υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε την εισήγησιν της επιτροπής κατά τις συνεδρίες των 27 και 28 Ιουνίου (9 και 10 Ιουλίου) 1833 και αποστέλλει την γνωμοδότησή του προς την Ιεράν Σύνοδο ζητώντας την όσο το δυνατόν ταχύτερον εγκριτική της απόφαση. Γράφει ο επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεύς Σ. Τρικούπης: «Περιμένοντες (λέγει),ό τάχιον, την απόφασιν της ιεράς Συνόδου...κρίνομεν ουσιωδέστατον το περί συστάσεως του Εκκλησιαστικού Ταμείου, καθ όσον αφορά τα Εκκλησιαστικά κτήματα, συμφώνως με τα εις το α΄ ψήφισμα της εν ʼργει Δ Εθνικής Συνελεύσεως διαλαμβανόμενα. Η απάντηση κρίνεται κατεπείγουσα, καθ όσον, εκτός της μισθοδοσίας του ιερού Κλήρου, τα σχολεία του Κράτους, παραμεληθέντα τοσούτους ήδη μήνας δι έλλειψιν χορηγίας διαρκούς, κινδυνεύουν να παραλύσουν». Στην απάντησή της η Ιερά Σύνοδος υπογραμμίζει: «τα εισοδήματα εκ της περιουσίας των μοναστηρίων προορίζονται για την διατήρησιν του κλήρου, εις την ευκοσμίαν των ναών και εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν». Στις 13 Οκτωβρίου 1834 δημοσιεύθηκε το Διάταγμα «περί συστάσεως Εκκλησιαστικού Ταμείου» Σε τέσσερα χρόνια είχε δοθεί ήδη η εικόνα, ότι το Εκκλησιαστικό Ταμείο είχε ξεφύγει από τον αρχικό σκοπό χωρίς καμία οικονομική συμπαράσταση του κλήρου. Η Πολιτεία για να καλύψει τα ακάλυπτα προέβη σε δήθεν μεταρρύθμιση και εξέδωκε στις 13 Ιανουαρίου 1838 διάταγμα «Περί διαλύσεως της Επιτροπής του Εκκλησιαστικού Ταμείου». Με το διάταγμα αυτό για λόγους οικονομίας οι αρμοδιότητες της προηγουμένης Ειδικής Επιτροπής περιέχονται «εις την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν». Αλλά και πάλι στις 29 Απριλίου 1843 με άλλο Διάταγμα η όλη κινητή και ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία περιέρχεται εις το Δημόσιο του οποίου η επί των οικονομικών Γραμματεία αναλαμβάνει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις «αποκλειστικώς εις την βελτίωσιν του κλήρου καθόσον, η της υπηρεσίας ταύτης ειδικότης εγγυάται πληρεστέραν εις αυτήν επιτυχίαν». Δεν συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια ζωής του Εκκλησιαστικού Ταμείου και μία τεράστια Εκκλησιαστική περιουσία καταπόθηκε στην κρατική χοάνη και σπαταλήθηκε άσωτα χωρίς να ανταποκριθή ούτε επ ελάχιστον στις βασικές υποχρεώσεις του απέναντι στον εφημεριακό κλήρο. Μετά 85 χρόνια ο Μητροπολίτης Αθηνών και Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου Μελέτιος Μεταξάκης θα εκφράσει την απορία του για την κατασπατάληση αυτή και θα ζητήσει εξηγήσεις για την περιουσία. Πρότεινε εφ όσον το Κράτος δεν δύναται να ανταποκριθεί στις αναληφθείσες υποχρεώσεις του «να επιστραφή η περιουσία αυτή στην Εκκλησία». Ο ίδιος θα γράψει ότι η απάντησις του Υπουργείου επί του τεθέντος θέματος ήταν: « τα βιβλία του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, τα κτηματολόγια και τα λογιστικά της περιουσίας ταύτης δεν υφίστανται πλέον, καέντα εις πρόσφατον εν τοις γραφείοις του Υπουργείου Πυρκαϊάν».
Ωστόσο
και μετά το 1850 όταν άρχισαν να δημιουργούνται οι υποδομές του Κράτους
παραχωρήθηκαν διαφοροτρόπως προς αυτό εκ μέρους της Εκκλησίας μεγάλης αξίας
οικοπεδικές εκτάσεις. Επ αυτών ανηγέρθησαν κτίρια που όχι μόνον κάλυψαν και
καλύπτουν θρησκευτικές, εθνικές, πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες αλλά και
στόλισαν οικοδομικά την πόλη των Αθηνών.
* Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμος (κατά κόσμο Ιωάννης Λιάπης) γεννήθηκε το 1938 στα Οινόφυτα Βοιωτίας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα. Χειροτονήθηκε το 1967 Διάκονος και Πρεσβύτερος. Διετέλεσε Πρωτοσύγκελλος της Ι. Μ. Θηβών και Λεβαδείας (1967-1978) και Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1987-1991). Εξελέγη και χειροτονήθηκε Μητροπολίτης το 1981. |













