| Η Συνταγματική Αναθεώρηση των Σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας. Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία; |
|
|
|
|
Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Σάββατο 8 Απριλίου 2006
Αν υπήρχε ένας σοβαρός λόγος για να ξαναγίνει τόσο σύντομα συνταγματική αναθεώρηση, αυτός θα ήταν, κατά την άποψή μου, η ανάγκη για μια νέα ρύθμιση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, την οποία βέβαια ο πρωθυπουργός, συνεπής με την έως τώρα στάση του κόμματός του να ταυτίζεται με τις θέσεις της εκκλησιαστικής ηγεσίας, απέφυγε να συμπεριλάβει στην πρότασή του.
Ποια θα
ήταν, όμως, μια τέτοια επιβαλλόμενη ρύθμιση; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:
είναι το σύστημα της σαφούς και αυστηρής διάκρισης των ρόλων, που ιστορικά
συνδέθηκε με την φιλελεύθερη και δημοκρατική ωρίμανση του σύγχρονου Κράτους και
συνήθως αποδίδεται με τον όρο «χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας». Επειδή δε συχνά το
σύστημα αυτό προβάλλεται σαν φόβητρο, σπεύδουμε να επισημάνουμε ότι το έχουν
υιοθετήσει, με ποικίλες παραλλαγές, όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη και σημαίνει,
πολύ απλά, ότι η κάθε πλευρά ασχολείται
με τα του οίκου της, χωρίς να παρεμβαίνει εξουσιαστικά στις υποθέσεις της άλλης. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας θεώρησης το μεν Κράτος επιβάλλεται να είναι «κοσμικό», δηλαδή θρησκευτικά ουδέτερο, ώστε να παρέχει τα εχέγγυα για μια αξιόπιστη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας αλλά και γενικότερα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας η δε επίσημη Εκκλησία οφείλει να απέχει από κάθε ενέργεια που την εμφανίζει, είτε άμεσα είτε έμμεσα και διαμεσολαβημένα, σαν προέκταση της κρατικής εξουσίας. Με άλλα λόγια, ο περίφημος χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας επιβάλλει, ταυτόχρονα, την αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους και την αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας, που προσλαμβάνουν, για κάθε χώρα, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κλιμακούμενες από το καθεστώς αυστηρού χωρισμού (π.χ. ΗΠΑ, Γαλλία) μέχρι το καθεστώς «ευμενούς ουδετερότητας» (το οποίο ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες). Είναι προφανές ότι το καθεστώς που προσιδιάζει περισσότερο στη χώρα μας είναι το τελευταίο, που μπορεί πράγματι να επιτευχθεί με «βελούδινο διαζύγιο», αρκεί όμως να είναι πραγματικό διαζύγιο και όχι «στάχτη στα μάτια», όπως αυτό που εξήγγειλε ο Αρχιεπίσκοπος, σε συμπαιγνία, κατά την άποψή μου, με την Κυβέρνηση... Τι πρέπει όμως να αλλάξει στο Σύνταγμα; Πρώτον πρέπει να απαλειφθεί η προμετωπίδα του και να τροποποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 2, περί ορκωμοσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, και του άρθρου 59 παρ. 1, περί ορκωμοσίας των βουλευτών, ώστε να παύσει να εμφανίζεται το πολίτευμά μας σαν ισχύον «ελέω Θεού» Δεύτερον πρέπει να καταργηθεί η όζουσα μισαλλοδοξίας διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 περί προσηλυτισμού. Τρίτον, πρέπει να καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 περί «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης» ώστε να παύσει να αποτελεί το άλλοθι του υποχρεωτικού κατηχητισμού. Τέταρτον, και σπουδαιότερον, πρέπει να καταργηθεί ή έστω να τροποποιηθεί ριζικά η ρύθμιση του άρθρου 3, περί «επικρατούσας θρησκείας», ώστε να καταστεί ανεπίδεκτο οποιασδήποτε αμφισβήτησης το αυτονόητο: ότι ένα δημοκρατικό Σύνταγμα δεν είναι δυνατόν να ευνοεί, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, τον θρησκευτικό χρωματισμό του Κράτους και των θεσμών του. Η ανωτέρω προοπτική βέβαια δεν είναι καθόλου ευχάριστη στην ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας, που μάχεται με νύχια και με δόντια θυμίζοντας κρατικοδίαιτη προβληματική ΔΕΚΟ να κρατήσει τα προνόμια που της εξασφαλίζει το σημερινό ερμαφρόδιτο καθεστώς. Στην προσπάθειά της αυτή επικαλείται με έμφαση αλλά ερήμην της ευρωπαϊκής ιστορίας, την μοναδικότητα των δεσμών της με το ελληνικό Κράτος και εν τέλει οχυρώνεται πίσω από θεοκρατικές αντιλήψεις, που υπερβαίνουν τα όρια ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς αποτελούν, στην ουσία μια παραλλαγή του αλήστου μνήμης «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» Με την εκκλησιαστική ηγεσία, ωστόσο, πέρα από τους ποικίλους «απολογητές» της έχει συστρατευθεί και μια άλλη πλευρά, ενίοτε με ιδεολογικά αλλά συνήθως με μικροπολιτικά (ψηφοθηρικά) κίνητρα, που ναι μεν υπεραμύνεται του σημερινού status quo αλλά προσπαθεί, ταυτόχρονα, να τηρήσει και κάποια προσχήματα, με το επιχείρημα, ιδίως, ότι όλα τα ζητήματα των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας μπορούν να επιλυθούν από τον κοινό νομοθέτη. Αφηρημένα, το επιχείρημα αυτό φαίνεται εύλογο. Για τα συγκεκριμένα όμως δεδομένα της χώρας είναι απλώς υπεκφυγή, καθώς οι εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, και ιδίως το άρθρο 3, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται, τόσο από τον νομοθέτη όσο και από την διοίκηση και τα δικαστήρια, σαν περιορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας. Δεν είναι συμπτωματικό, άλλωστε, ότι πέρασαν 30 χρόνια από την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 και η επίσημη Εκκλησία κατάφερε, διαχειριζόμενη επιτήδεια τις εθνικοθρησκευτικές ψυχώσεις αλλά και τις ψήφους των πιστών, να μην υπάρξει σχεδόν καμία πρόοδος (πλην του θέματος των ταυτοτήτων). Τι να πρωτοαναφέρει κανείς: Τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις της εκκλησιαστικής ηγεσίας στην πολιτική ζωή; Την σκανδαλώδη διαχείριση των χρημάτων των Ελλήνων φορολογουμένων; Την ποινικοποίηση της διάδοσης των θρησκευτικών ιδεών; Την άδεια του οικείου μητροπολίτη για τους ναούς των άλλων θρησκειών; Την υποκατάσταση του Κράτους από την Εκκλησία στο θέμα του γάμου και της βάφτισης; Το μάθημα των θρησκευτικών (και τα συμπαρομαρτούντα), που με το συγκεκριμένο περιεχόμενό τους μετατρέπουν τα δημόσια εκπαιδευτήρια σε κατηχητικά σχολεία; Το έκτρωμα της ψευδεπίγραφα ανώτατης εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, που κονταροχτυπιέται με κάθε έννοια θρησκευτικής αλλά και ακαδημαϊκής ελευθερίας; Εξ άλλου, αν το ζήτημα του Συντάγματος είναι τόσο επουσιώδες, γιατί αντιδρά με τόσο μένος η εκκλησιαστική ηγεσία; Και τι μας πείθει πως ό,τι δεν έγινε τόσα χρόνια θα γίνει τώρα από τον νομοθέτη; Και, σε κάθε περίπτωση: ποια σχετική πρωτοβουλία πήραν αυτοί που προβάλλουν αυτά τα επιχειρήματα; Πότε άρθρωσαν κριτική για οποιοδήποτε θέμα που άπτεται της θρησκευτικής ελευθερίας και της αυτονομίας της πολιτικής; Πότε και πως αντέδρασαν για να τις ύβρεις περί «γραικύλων», «γενιτσάρων» και «διοκλητιανών»;
Κλείνω
το θέμα με μία επισήμανση, που την θεωρώ κρίσιμη. Εκείνη η πλευρά που θα ευνοηθεί
περισσότερο από μια νέα ρύθμιση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας είναι η ίδια η
Ορθοδοξία, η οποία ως αντίληψη και πρακτική δεν ταυτίζεται βεβαίως και ευτυχώς
με την "αρχαία σκουριά" της ηγεσίας της. Αυτή δε η Ορθοδοξία, της
μετριοπάθειας, της απλότητας, της αλληλεγγύης και των ανοικτών οριζόντων, όντως
αποτελεί δομικό στοιχείο της εθνικής και πολιτισμικής μας ταυτότητας και ως
τέτοια δικαιούται και τιμής και σεβασμού. Τίποτε δεν αποκλείει, μάλιστα, τα
στοιχεία αυτά να αποτυπωθούν ρητά, με κατάλληλη διατύπωση, και στην
επιβαλλόμενη νέα συνταγματική ρύθμιση των σχέσεων Κράτους -Εκκλησίας. |













