Επίκαιρα

Ακαδημαϊκό Έτος

 

2000-2001   2001-2002

2002-2003   2003-2004

2004-2005   2005-2006

2006-2007   2007-2008

2008-2009   2009-2010

Αρχική arrow Σύνοψη arrow Κράτος και Εκκλησία: Οι Συνταγματικές/Νομικές Πτυχές της διεξαγόμενης συζήτησης
Κράτος και Εκκλησία: Οι Συνταγματικές/Νομικές Πτυχές της διεξαγόμενης συζήτησης PDF Εκτύπωση E-mail

Πάνος Νικολόπουλος, Δρ. Νομικής, Ειδικός Επιστήμων Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Σάββατο 8 Απριλίου 2006

 

Το ζήτημα του χωρισμού Πολιτείας-Εκκλησίας δεν είναι ζήτημα που αφορά την Εκκλησία ως Εκκλησία, αλλά τους πολίτες και την Πολιτεία. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη κάποια προνομιακή μεταχείριση εκ μέρους της Πολιτείας για την εκπλήρωση της αποστολής της, εφόσον διασφαλίζεται η θρησκευτική της ελευθερία.

Η ύπαρξη επικρατούσας θρησκείας δεν αντιστρατεύεται τη θρησκευτική ελευθερία. Η απόφαση για το χωρισμό πρέπει να αποτελέσει συνειδητή επιλογή της πλειοψηφίας του λαού ως εκλογικού σώματος. Θα πρέπει να προκρίνουμε εκείνον τον τύπο δημοκρατίας που δε φοβάται τη δημόσια εκδήλωση του διαφορετικού και δεν απαγορεύει τη δήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και σε δημόσια έγγραφα και τη δημόσια χρήση θρησκευτικών συμβόλων και ενδυμάτων.

 

Το γεγονός ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου συνιστά στοιχείο εκκοσμίκευσής της και περιορίζει τον αυτοκαθορισμό της. Προτιμότερη φαίνεται η δημιουργία ειδικής κατηγορίας νομικών προσώπων εκκλησιαστικού δικαίου.

Η μισθοδοσία των κληρικών δεν πρέπει να συζητείται μόνο στη βάση της ενδεχόμενης επιστροφής περιουσιακών στοιχείων από την Πολιτεία στην Εκκλησία. Οι κληρικοί παρέχουν μία κατηγορία «κοινωφελών θρησκευτικών υπηρεσιών», στις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού καταφεύγει και έχει συνηθίσει να της παρέχονται δωρεάν. Επίσης οι κληρικοί συντονίζουν και διαχειρίζονται μεγάλων διαστάσεων φιλανθρωπικό έργο, το οποίο δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει η Πολιτεία, αλλά και αν το αναπλήρωνε, θα της κόστιζε πολλαπλάσια.

Η ιδιαίτερη ευαισθησία για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας καθιστά αναγκαία την πρόβλεψη του ποινικού αδικήματος του προσηλυτισμού με σαφώς προσδιορισμένη την αντικειμενική του υπόσταση και με ποινές ανάλογες με τη σοβαρότητα της προσβολής του προσηλυτιζόμενου.

Η αποφυγή του όρκου στο Θεό και το Ευαγγέλιο αποτελεί αναμφισβήτητο στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας. Από το 2001 έχει ήδη θεσπισθεί στην Πολιτική Δικονομία εναλλακτικά και ο πολιτικός όρκος, δηλαδή η διαβεβαίωση στην τιμή και τη συνείδηση. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει το συντομότερο και στην Ποινική και Διοικητική Δικονομία και τον Υπαλληλικό Κώδικα.

Ορθώς θεσπίσθηκε διάταξη για την καύση των νεκρών. Είναι όμως αδιανόητο να απαιτείται από την Εκκλησία να ευλογεί την τέφρα των πολιτών που επέλεξαν αυτό τον τρόπο ταφής, εφόσον θεωρεί ότι είναι αντίθετο στη διδασκαλία της.

Η θέσπιση δύο ισόκυρων τύπων τέλεσης του γάμου, δηλαδή του πολιτικού και του θρησκευτικού, σημαίνει ότι και ο θρησκευτικός λειτουργός συντάσσει τη σχετική ληξιαρχική πράξη. Εάν όμως έπαυε ο κληρικός να ασκεί αυτή την αρμοδιότητα, σε τίποτε δε θα υστερούσε η τέλεση του μυστηρίου του γάμου. Θα μπορούσε η σύμβαση του γάμου να καταρτίζεται μόνο με την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης από τους συζύγους και τους κουμπάρους και στη συνέχεια να τελείται η αντίστοιχη θρησκευτική τελετή ή μία πανηγυρική τελετή ενώπιον του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας.

Η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία έχει γίνει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Η ορθή ερμηνεία του γράμματος της διάταξης του άρθρου 16§2 του Συντάγματος, που ορίζει ως σκοπό της παιδείας την «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης», είναι ότι δε νοείται θρησκειολογική συνείδηση, αλλά εμβάθυνση στη διδασκαλία συγκεκριμένης θρησκείας, η οποία κατά το Ελληνικό Σύνταγμα θα πρέπει να είναι η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, επειδή στο άρθρο 3 του Συντάγματος ορίζεται ως επικρατούσα θρησκεία. Η θρησκευτική ελευθερία των ετερόδοξων, ετερόθρησκων και αθέων μαθητών προστατεύεται επαρκώς, εφόσον τους παρέχεται η δυνατότητα να απαλλαγούν από το μάθημα. Η διδασκαλία ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος δεν είναι αντίθετη στο συμφέρον των μαθητών, επειδή στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι βαπτισμένοι και σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μετέχουν με τις οικογένειές τους στη λατρευτική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Επομένως πληροφορούνται για καταστάσεις, τις οποίες βιώνουν στην κοινωνική τους ζωή. Η πρόσφατη σύσταση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν είναι δεσμευτική για τη χώρα μας και δεν της επιβάλλει να εισαγάγει θρησκειολογικό μάθημα. Η Σύμβαση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο ούτε επιβάλλουν, ούτε απαγορεύουν τη θέσπιση ομολογιακού μαθήματος, αρκεί να διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία όσων πρεσβεύουν διαφορετικές πεποιθήσεις, όπως συμβαίνει στο ελληνικό δίκαιο.


* Ο κ. Πάνος Δ. Νικολόπουλος γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα. Είναι παντρεμένος με τη δασκάλα Βασιλική Κωστούλα, με την οποία έχουν τρεις γιους 17 και 15 ετών και έξι μηνών. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και αναγορεύτηκε διδάκτωρ Αστικού Δικαίου το 1993 με επιβλέποντα καθηγητή το Γεώργιο Κουμάντο. Δικηγορεί στην Αθήνα από το 1983, ενώ από το 1994 ασχολείται με τη νομική πληροφορική στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει τριάντα νομικές μελέτες υπό μορφή βιβλίων, άρθρων σχολίων δικαστικών αποφάσεων και παρεμβάσεων σε συνέδρια ιδιαίτερα στα πεδία του οικογενειακού δικαίου, της βιοηθικής, της πνευματικής ιδιοκτησίας και του δικαίου των σωματείων. Τα έργα του παραπέμπονται συχνά από άλλους συγγραφείς και δικαστικές αποφάσεις, ενώ η διδακτορική του διατριβή με θέμα «Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα των συζύγων» έχει ανατυπωθεί επανειλημμένα. Στις νομικές μελέτες του το δίκαιο συσχετίζεται με την ιστορία, την κοινωνιολογία, την πολιτική και τη θεολογία με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα το μικρό βιβλίο Ο Μακρυγιάννης κριτής και σωφρονιστής, εκδ. ΠΑΡΟΥΣΙΑ 1989 και τη μελέτη «Το αστικό δίκαιο στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης» που έχει περιληφθεί στα ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ Γεωργίου Κουμάντου, 2004. Δίδαξε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ως ειδικός Μεταπτυχιακός Υπότροφος στον Τομέα του Αστικού Δικαίου από το 1986 έως το 1993 και ήδη διδάσκει ως Ειδικός Επιστήμονας στη βαθμίδα του Λέκτορα στον ίδιο τομέα. Είναι μέλος της Διεθνούς Ένωσης Οικογενειακού Δικαίου και αναπληρωματικό μέλος του ΔΣ της Ένωσης Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Μετέχει στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού ΣΥΝΑΞΗ από την έναρξή του το 1981. Κατά καιρούς αρθρογραφεί στην εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ και το περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ πάνω σε θέματα πολιτικά, κοινωνικά, θεολογικά και πολιτιστικά. Μέρος αυτών έχει συγκεντρωθεί στα βιβλία ʼσκηση και αγιότητα στο γάμο, εκδ. Αρμός 1997, 1998, 2004, Η Εκκλησία στο διαδίκτυο της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Αρμός 2001 και Ιδιωτικοποίηση της θρησκείας και εκκοσμίκευση της Εκκλησίας, εκδ. Καστανιώτη 2005. Με τα θέματα της θρησκευτικής ελευθερίας και των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας έχει ασχοληθεί στις μελέτες του «Προβληματισμοί για την απάλειψη του θρησκεύματος από τις ταυτότητες» ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2002, σ. 1015-1024, «Εκκλησία και δίκαιο σε μία εκκοσμικευμένη κοινωνία» Αναλόγιον 4/2003, σ. 79,94-105 και «Προβληματισμοί για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ 1/2005, σ. 193-198.

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

2synedrio_1mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη

Επισκεφτείτε την Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας πατώντας εδώ .

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.