| Κράτος και Εκκλησία: Οι Συνταγματικές/Νομικές Πτυχές της διεξαγόμενης συζήτησης |
|
|
|
|
Πάνος Νικολόπουλος, Δρ. Νομικής, Ειδικός Επιστήμων Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Σάββατο 8 Απριλίου 2006
Το ζήτημα του χωρισμού Πολιτείας-Εκκλησίας δεν είναι ζήτημα που αφορά την Εκκλησία ως Εκκλησία, αλλά τους πολίτες και την Πολιτεία. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη κάποια προνομιακή μεταχείριση εκ μέρους της Πολιτείας για την εκπλήρωση της αποστολής της, εφόσον διασφαλίζεται η θρησκευτική της ελευθερία.
Η ύπαρξη
επικρατούσας θρησκείας δεν αντιστρατεύεται τη θρησκευτική ελευθερία. Η απόφαση
για το χωρισμό πρέπει να αποτελέσει συνειδητή επιλογή της πλειοψηφίας του λαού
ως εκλογικού σώματος. Θα πρέπει να προκρίνουμε εκείνον τον τύπο δημοκρατίας που
δε φοβάται τη δημόσια εκδήλωση του διαφορετικού και δεν απαγορεύει τη δήλωση
των θρησκευτικών πεποιθήσεων και σε δημόσια έγγραφα και τη δημόσια χρήση
θρησκευτικών συμβόλων και ενδυμάτων.
Το γεγονός ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου συνιστά στοιχείο εκκοσμίκευσής της και περιορίζει τον αυτοκαθορισμό της. Προτιμότερη φαίνεται η δημιουργία ειδικής κατηγορίας νομικών προσώπων εκκλησιαστικού δικαίου. Η μισθοδοσία των κληρικών δεν πρέπει να συζητείται μόνο στη βάση της ενδεχόμενης επιστροφής περιουσιακών στοιχείων από την Πολιτεία στην Εκκλησία. Οι κληρικοί παρέχουν μία κατηγορία «κοινωφελών θρησκευτικών υπηρεσιών», στις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού καταφεύγει και έχει συνηθίσει να της παρέχονται δωρεάν. Επίσης οι κληρικοί συντονίζουν και διαχειρίζονται μεγάλων διαστάσεων φιλανθρωπικό έργο, το οποίο δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει η Πολιτεία, αλλά και αν το αναπλήρωνε, θα της κόστιζε πολλαπλάσια. Η ιδιαίτερη ευαισθησία για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας καθιστά αναγκαία την πρόβλεψη του ποινικού αδικήματος του προσηλυτισμού με σαφώς προσδιορισμένη την αντικειμενική του υπόσταση και με ποινές ανάλογες με τη σοβαρότητα της προσβολής του προσηλυτιζόμενου. Η αποφυγή του όρκου στο Θεό και το Ευαγγέλιο αποτελεί αναμφισβήτητο στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας. Από το 2001 έχει ήδη θεσπισθεί στην Πολιτική Δικονομία εναλλακτικά και ο πολιτικός όρκος, δηλαδή η διαβεβαίωση στην τιμή και τη συνείδηση. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει το συντομότερο και στην Ποινική και Διοικητική Δικονομία και τον Υπαλληλικό Κώδικα. Ορθώς θεσπίσθηκε διάταξη για την καύση των νεκρών. Είναι όμως αδιανόητο να απαιτείται από την Εκκλησία να ευλογεί την τέφρα των πολιτών που επέλεξαν αυτό τον τρόπο ταφής, εφόσον θεωρεί ότι είναι αντίθετο στη διδασκαλία της. Η θέσπιση δύο ισόκυρων τύπων τέλεσης του γάμου, δηλαδή του πολιτικού και του θρησκευτικού, σημαίνει ότι και ο θρησκευτικός λειτουργός συντάσσει τη σχετική ληξιαρχική πράξη. Εάν όμως έπαυε ο κληρικός να ασκεί αυτή την αρμοδιότητα, σε τίποτε δε θα υστερούσε η τέλεση του μυστηρίου του γάμου. Θα μπορούσε η σύμβαση του γάμου να καταρτίζεται μόνο με την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης από τους συζύγους και τους κουμπάρους και στη συνέχεια να τελείται η αντίστοιχη θρησκευτική τελετή ή μία πανηγυρική τελετή ενώπιον του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας.
Η
διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία έχει γίνει αντικείμενο έντονης
αντιπαράθεσης. Η ορθή ερμηνεία του γράμματος της διάταξης του άρθρου 16§2 του
Συντάγματος, που ορίζει ως σκοπό της παιδείας την «ανάπτυξη θρησκευτικής
συνείδησης», είναι ότι δε νοείται θρησκειολογική συνείδηση, αλλά εμβάθυνση στη
διδασκαλία συγκεκριμένης θρησκείας, η οποία κατά το Ελληνικό Σύνταγμα θα πρέπει
να είναι η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, επειδή στο άρθρο 3 του Συντάγματος
ορίζεται ως επικρατούσα θρησκεία. Η θρησκευτική ελευθερία των ετερόδοξων,
ετερόθρησκων και αθέων μαθητών προστατεύεται επαρκώς, εφόσον τους παρέχεται η
δυνατότητα να απαλλαγούν από το μάθημα. Η διδασκαλία ορθόδοξου χριστιανικού
μαθήματος δεν είναι αντίθετη στο συμφέρον των μαθητών, επειδή στη συντριπτική
τους πλειοψηφία είναι βαπτισμένοι και σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μετέχουν
με τις οικογένειές τους στη λατρευτική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.
Επομένως πληροφορούνται για καταστάσεις, τις οποίες βιώνουν στην κοινωνική τους
ζωή. Η πρόσφατη σύσταση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της
Ευρώπης δεν είναι δεσμευτική για τη χώρα μας και δεν της επιβάλλει να εισαγάγει
θρησκειολογικό μάθημα. Η Σύμβαση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Πρόσθετο
Πρωτόκολλο ούτε επιβάλλουν, ούτε απαγορεύουν τη θέσπιση ομολογιακού μαθήματος,
αρκεί να διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία όσων πρεσβεύουν διαφορετικές
πεποιθήσεις, όπως συμβαίνει στο ελληνικό δίκαιο. |













