Επίκαιρα

Αρχική arrow Σύνοψη arrow Εναρκτήριος χαιρετισμός 2006-2007
Εναρκτήριος χαιρετισμός 2006-2007 PDF Εκτύπωση E-mail
Παντελής Καλαϊτζίδης
Υπεύθυνος προγράμματος Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, Πάρεδρος ε. θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

 

Θεολογία του διαλόγου


Μια Εκκλησία που δεν διαλέγεται με τον κόσμο και τα προβλήματά του, που δεν συνομιλεί με την ετερότητα του «άλλου» και με ό,τι αυτός κομίζει, παύει κατ’ ουσίαν να λειτουργεί ως Εκ-κλησία, γιατί αρνείται τη σημαντικότερη ίσως συνέπεια της Ενσάρκωσης: την εν Xριστώ ανακεφαλαίωση σύνολης της κτιστής δημιουργίας (Eφ. 1:10? πρβλ. Εφ. 3:2, Γαλ. 3:28, 4:4, Kολ. 1:16, 3:11), την πρόσληψη δηλαδή και μεταμόρφωση του κτιστού από το άκτιστο, την ανάληψη στο πρόσωπο του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού ολόκληρης της ανθρώπινης φύσης και Ιστορίας, όλης της ανθρώπινης περιπέτειας. Παύει επίσης να λειτουργεί ως Εκ-κλησία, γιατί αγνοεί ή και αρνείται επιπλέον τη λεγόμενη στη θεολογική γλώσσα «οικονομία του Πνεύματος» (βλ. Vl. Lossky), την ελευθερία δηλαδή παρουσίας και δράσης του Αγίου Πνεύματος και έξω από τα κανονικά όρια της Εκκλησίας, λησμονώντας ότι το «Πνεύμα όπου θέλει πνει» (Ιω. 3:8), και ότι «εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισίν» (Ιω. 14:2).

Δίχως αυτήν την κίνηση διαλόγου, πορείας και «μαρτυρίας» προς τον κόσμο, δεν υπάρχει Εκκλησία και θεολογία, δεν υπάρχει αποκάλυψη του Θεού, γιατί η Εκκλησία δεν υπάρχει για τον εαυτό της αλλά για τον κόσμο και προς χάριν του κόσμου: υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας (πρβλ. Ιω. 6:51). Η αναγκαιότητα και το επιτακτικό καθήκον του διαλόγου, το διαλογικό ήθος της Ορθοδοξίας, με άλλα λόγια, απορρέει τόσο από τη θεολογική της αυτοσυνειδησία όσο και από τη φύση της Τριαδικής Θεότητας, που δεν είναι άλλο από κοινωνία αγαπώμενων και διαλεγόμενων θείων προσώπων, καθώς τo ίδιο το θείο Είναι, ο Τριαδικός τρόπος υπάρξεως, κατανοείται από την πατερική θεολογία αλλά και από τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία και μάλιστα την ελληνόφωνη, ως «Είναι εν κοινωνία», ως «Είναι εν διαλόγω». Για τούτο, και όπως σημείωνε πρόσφατα ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιγνάτιος, κατά την παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου της Ελληνορθόδοξης Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο (Καστανιώτης, Αθήνα, 2006), «η Εκκλησία οφείλει να συνεχίζει εν Αγίω Πνεύματι το διαλογικό έργο σωτηρίας του Χριστού εντός της Ιστορίας? οφείλει δηλαδή να διαλέγεται με ό,τι δεν είναι ακόμη Εκκλησία». Προεκτείνοντας αυτή τη θέση θα προσθέταμε λοιπόν πως δεν νοείται θεολογία που να μην διαλέγεται με τις πέραν τις Εκκλησίας πραγματικότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή «τη σάρκα» του κόσμου, όπως δεν νοείται και Εκκλησία εσωστρεφής, κλεισμένη στον εαυτό της, που να μην ανοίγεται στον κόσμο και την Ιστορία, που να μην πραγματοποιεί την κίνηση εξόδου από τον εαυτό της προς συνάντηση, ευαγγελισμό και μεταμόρφωση του κόσμου.

Διάλογος με το Ισλάμ
Το έργο αυτό του διαλόγου προσπαθεί να υπηρετεί με συνέπεια και διάκριση η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος που λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση. Για έβδομη συνεχόμενη χρονιά επιχειρεί με το πρόγραμμά της να προσεγγίσει δημιουργικά και να παρέμβει κριτικά στις προκλήσεις που θέτει ο σύγχρονος κόσμος. Έτσι, σε συνέχεια των θεματικών κύκλων προηγούμενων ετών όπως «Εκκλησία και Εσχατολογία», «Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα», «Ορθοδοξία και Πολυπολιτισμικότητα», «Φύλο και Θρησκεία-Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία», «Η συμμετοχή των λαϊκών στη ζωή της Εκκλησίας», «Κράτος και Εκκλησία», κ. ά., κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος 2006-07, η Ακαδημία επιχειρεί να προσεγγίσει διαλογικά τη σχέση της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ καθώς και το καινούργιο φαινόμενο της σημαντικής παρουσίας ισλαμικών κοινοτήτων στην Ευρώπη και την Ελλάδα, που μετέβαλαν το Ισλάμ από τον μακρινό «άλλο», τον ξένο, σε γείτονα, σύνοικο, και πολλές φορές σε συμπολίτη.

Οι ιστορικές συνθήκες οδήγησαν τους ορθόδοξους λαούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης σε μακραίωνη γειτνίαση, συμβίωση ή και θεολογική αλλά και πολιτική αντιπαράθεση με λαούς η θρησκεία των οποίων ήταν το Ισλάμ. Ο πάσης φύσεως διάλογος της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ ξεκινάει ήδη από τις αντιισλαμικές πραγματείες του αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού, του επισκόπου Χαράν της Μεσοποταμίας Θεοδώρου, του Σαμωνά Γάζης, του Ευθυμίου Ζηγαβηνού, του Νικήτα Χωνιάτη, του Βαρθολομαίου Εδεσσηνού, του Νικήτα Βυζαντίου, ενώ κορυφώνεται με το διάλογο του αγίου Γρηγορίου Παλαμά με τους Χιόνες Τούρκους, με τα κοινά πολλές φορές ρεύματα, αλλά και τις σημαντικές επιμέρους διαφορές, που διαπερνούν τον Ησυχασμό και το Σουφισμό, και με τις σχετικές συζητήσεις και διαλόγους που διεξάγουν, κυρίως μέσα από κείμενα, ο Ιωσήφ Βρυέννιος, και οι αυτοκράτορες Ιωάννης ΣΤ´ Καντακουζηνός και Μανουήλ Β´ Παλαιολόγος.

Όπως σημειώνει ο συνάδελφος Νίκος Ντόντος στο σχετικό κείμενο που συνοδεύει το φετινό πρόγραμμα της Ακαδημίας, σε έναν κόσμο όπου η κλαγγή του πολέμου, της τρομοκρατίας και των διενέξεων καλύπτεται συνήθως με την επίκληση της θρησκευτικής πίστης, ορθώνοντας έτσι μεταφυσικά τείχη, η απάντηση από την κριτικά τοποθετημένη συνείδηση του πιστού οφείλει να είναι η ανάγκη οικοδόμησης διαύλων διαθρησκειακής επικοινωνίας και συνεννόησης, ιδίως μεταξύ αυτών που δηλώνουν, και θέλουν να είναι, «παιδιά του Αβραάμ». Απέναντι σε όσους θεματοποίησαν ιδεολογικά την Σύγκρουση των θρησκειών και των πολιτισμών και στους μιλιταριστές πολιτικούς που κηρύσσουν νέες σταυροφορίες, η θεολογία οφείλει να επιμείνει στον αγαπητικό διάλογο, το σεβασμό και τη δεξίωση της θρησκευτικής και πολιτισμικής ετερότητας, μέσω της σοβαρής και έντιμης θεολογικής συζήτησης.

Το Ισλάμ, όπως άλλωστε και κάθε ιστορικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή θρησκευτικό μόρφωμα —όπως εξ άλλου και η ίδια η Ορθοδοξία— δεν είναι στατικό, μονολιθικό, αδιαφοροποίητο και συμπαγές μέγεθος. Στην ιστορική του πορεία έχει γνωρίσει σχίσματα, διαιρέσεις και εσωτερικές εντάσεις, επηρεάστηκε από πολιτισμικές συνθήκες και πρακτικές, οι οποίες ενίοτε δεν έχουν καμία σχέση με το Κοράνι και τη διδασκαλία του Μωάμεθ, ενώ παρουσιάζει αξιοσημείωτη ερμηνευτική ποικιλομορφία, καθώς αναδεικνύονται εντός του διάφορα μεταρρυθμιστικά ρεύματα και εκσυγχρονιστικές τάσεις.

Η γνώση του Ισλάμ οδηγεί στην αλληλοκατανόηση και το σεβασμό της ετερότητας, εντός της οποίας καλείται η Εκκλησία να επιτελέσει το έργο της και την αποστολή της. Μέρος και θεματολογία αυτού του διαλόγου και αυτής της γνωριμίας με το Ισλάμ είναι ερωτήματα όπως: ποιες υπήρξαν και ποια μορφή έλαβαν οι σχέσεις και οι επαφές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ισλάμ, Ησυχασμού και Σουφισμού; Ποια η θέση της ερμηνευτικής στις δύο μεγάλες αυτές πνευματικές παραδόσεις; Ποιες οι οσμώσεις και οι αλληλεπιδράσεις, τα δάνεια και επιρροές; Πώς μπορούμε να θεραπεύσουμε τις μνήμες των συγκρούσεων και των διενέξεων και πώς μπορούμε να μετατρέψουμε σε πλούτο και ευλογία Θεού την εκ των πραγμάτων πλέον επιβαλλόμενη συμβίωση και συνοίκηση; Και ακόμη: η Ορθοδοξία και το Ισλάμ έχουν μόνο προνεωτερικό παρελθόν ή μήπως και νεωτερικό-μετανεωτερικό παρόν και μέλλον, και ποια μπορεί να είναι η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση των εκατέρωθεν φονταμενταλισμών; Και τέλος, αποτελεί η Ευρώπη κλειστή χριστιανική λέσχη ή πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική πολιτική πραγματικότητα;

Επιρροές από το Ισλάμ;
Μέρος όμως μιας σοβαρής επιστημονικής συζήτησης για τη σχέση Ορθοδοξίας και Ισλάμ θα έπρεπε νομίζουμε να αποτελούν και τα παρακάτω κρίσιμα ζητήματα και προβλήματα, που δεν φαίνονται να είναι παντελώς άσχετα με τις επιρροές μιας συγκεκριμένης εκδοχής του Ισλάμ, ενδεχομένως της πιο συντηρητικής, επί του ορθόδοξου κόσμου:

  • Πόσο έχουμε αναλάβει, για παράδειγμα, οι ορθόδοξοι χριστιανοί τις συνέπειες του δόγματος της Ενσάρκωσης και της τριαδικότητας στη ζωή της Εκκλησίας; Πόσο με άλλα λόγια η πνευματική μας ζωή δεν μυρίζει εκπνευμάτωση, περιφρόνηση του υλικού κόσμου και της σωματικότητας, απόρριψη του «άλλου», και σε ποιο βαθμό οι εκκλησιαστικές μας δομές αντί για το τριαδικής εμπνεύσεως ήθος του διαλόγου, της αλληλοπεριχώρησης, της διαβούλευσης και της σε όλα τα επίπεδα συνοδικότητας, δεν αναπαράγουν αυταρχικά/πατριαρχικά μοντέλα και αναχρονιστικά δεσποτοκρατικά πρότυπα;
  • Σε πιο βαθμό στην πνευματική μας ζωή δεν έχουμε ανταλλάξει το ήθος της ελευθερίας που χαρίζει ο Χριστός, με μια θεολογία του νόμου και της υποταγής;
  • Πόσο η υποτιμημένη θέση της γυναίκας στην πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν φέρει, εκτός των άλλων, επιρροές που εντοπίζονται σε μια συντηρητική/ανιστορική ερμηνεία του Κορανίου και στην αντίστοιχη ισλαμική κοινωνική πραγματικότητα;
  • Σε ποιο βαθμό οφείλουμε σε μουσουλμανικές επιρροές οι ορθόδοξοι, σύμφωνα και με την οξυδερκή παρατήρηση του νυν Μητροπολίτη Μαυροβουνίου Αμφιλόχιου Ράντοβιτς, την εμμονή μας στην ταύτιση κράτους, έθνους και θρησκείας, και τη λήθη της διάκρισης μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής σφαίρας, μεταξύ Καίσαρος και Θεού, μεταξύ κράτους και Εκκλησίας, που για πρώτη φορά στην Ιστορία εγκαινιάζει ο χριστιανισμός;
  • Πόσο διαφέρει η αντίδραση και η επιφύλαξη ημών των ορθοδόξων έναντι της νεωτερικότητας από την αντίστοιχη άρνηση ή και αντινεωτερική πολεμική που παρατηρείται σε πολλές χώρες του Ισλάμ, και μήπως τελικά, παρ’ όλες τις σημαντικές διαφορές τους, τόσο η Ορθοδοξία όσο και το Ισλάμ συναντώνται στο πεδίο ακριβώς της ανεπίλυτης σχέσης τους με τη νεωτερικότητα;
  • Πώς αλήθεια εξηγούμε το παράδοξο γεγονός ότι ο διάλογος της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ συναντάει πολύ λιγότερη αντίδραση εκ μέρους των ορθόδοξων φονταμενταλιστικών κύκλων, τους οποίους εξέθρεψε με τη στάση της και το λόγο της η κυρίαρχη στην Ελλάδα εκκλησιαστική νοοτροπία, απ’ ότι ο διάλογος με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις ή η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη ή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών με τον Πάπα της Ρώμης;

    Με όλα αυτά τα ζητήματα, και με άλλα ακόμη που ο χώρος δεν αρκεί για να παραθέσουμε, θα ασχοληθεί η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών στην εφετινή έβδομη σειρά μαθημάτων της με το γενικό θέμα: Ορθοδοξία και Ισλάμ – Το Ισλάμ στην Ευρώπη. Σε παράλληλες δε εκδηλώσεις (συνέδρια, διεπιστημονικά εργαστήρια και σεμινάρια), θα ασχοληθεί η Ακαδημία με θέματα όπως: Καταλλαγή, Συγχώρηση και Ειρήνη (σε συνεργασία με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και το Boston Theological Institute), Ορθοδοξία και Παράδοση, Wittgenstein και αποφατική θεολογία, κ. α.



     

  •  

     
     

    Επιλέξτε Γλώσσα

    • Greek
    • English

    Νέα ιστοσελίδα

    Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

    Εικόνες Συνεδρίου

    13synedrio_2mera_2010.JPG

    Η Ακαδημία On Line

    On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

    Θεολογική Βιβλιοθήκη!

    Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

     

     

    Με δυο λόγια

    Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.