| Θεολογική Προϊστορία για τις Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας: το «Πείραμα» Τρίτση |
|
|
|
|
Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
Σάββατο 1 Απριλίου 2006
Ένας αντικειμενικός παρατηρητής της πληθωρικής παρουσίας κατά την τελευταία πενταετία της Εκκλησίας της Ελλάδος στο δημόσιο βίο θα διέκρινε αναμφισβήτητα δύο θετικές εξελίξεις και δύο αρνητικές. Στις πρώτες περιλαμβάνονται το άνοιγμα της Εκκλησίας στον κόσμο και στον εκτός της Ορθοδοξίας χριστιανισμό (βελτίωση των σχέσεων με την Καθολική Εκκλησία και το ΠΣΕ, επίσκεψη του Πάπα, φιλοξενία του Παγκόσμιου ιεραποστολικού συνεδρίου στην Αθήνα κλπ.), και η πρωτοβουλία για λειτουργική ανανέωση. Τα αρνητικά στοιχεία περιλαμβάνουν τον ισχύοντα καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας (Ν. 590/1977) και τον ατυχή χειρισμό από την ιεραρχία του θέματος των ταυτοτήτων. Τα αρνητικά στοιχεία οφείλονται δυστυχώς στο ότι ο Ορθόδοξος χριστιανισμός συνεχίζει λανθασμένα να στηρίζεται στο προ-νεωτερικό θεοκρατικό βυζαντινό μοντέλο μιας προ πολλού ξεπερασμένης θεοκρατικής παγκοσμιότητας. συνεχίζει με άλλα λόγια να θεωρεί τα ατομικά δικαιώματα και τα λοιπά επιτεύγματα της νεωτερικότητας ως επανάσταση εναντίον της θεϊκής τάξεως και όχι ως έργο του ίδιου του Τριαδικού Θεού. Στις αναμφισβήτητα θετικές πρωτοβουλίες της, η διοίκηση της Εκκλησίας συνάντησε τη λυσσαλέα αντίδραση των κάθε λογής αντιδραστικών κύκλων και την παγερή αδιαφορία των διανοουμένων, που υποτίθεται ενδιαφέρονται για τον εκσυγχρονισμό, και του λεγόμενου κοσμικού και δυστυχώς και θρησκευτικού τύπου. Αντίθετα, οι δεύτερες πάντοτε υποστηρίζονταν από ακραία συντηρητικά στοιχεία, αλλά αντιμετωπίζονταν επικριτικά από το σύνολο του πνευματικού, και μεγάλο μέρος του υγιώς σκεπτόμενου πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου. Για μένα προσωπικά και κοινοποίησα τις απόψεις μου δια του τύπου (Αγγελιοφόρος της Κυριακής 13.2.05) ήταν ζήτημα χρόνου την ευφορία της Εκκλησίας μετά την ανάρρηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του από Δημητριάδος να ακολουθήσει η απαξίωση, και τη φαινομενική δημοτικότητα η πλήρης διαπόμπευση και εξευτελισμός της από τη συντεταγμένη πολιτεία. Για να είχε αποτραπεί η απαξίωση της Εκκλησίας στη χώρα μας την αυγή της τρίτης χιλιετίας, θα έπρεπε η ίδια να είχε εγκαίρως φροντίσει για διαφάνεια και συμμετοχικότητα στην εκκλησιαστική ζωή, για την επαναφορά δηλαδή της αυθεντικής συνοδικότητας. Πολλοί κάνουν λόγο για συνοδικότητα, ελάχιστοι όμως την εννοούν επεκτεινόμενη σε όλα τα επίπεδα του εκκλησιαστικού βίου: από την ενορία, τις μητροπόλεις μέχρι και την ιεραρχία. από τη λειτουργική ζωή, την απονομή δικαιοσύνης, μέχρι και τη διοίκηση και τη διαχείριση των οικονομικών της, αφού όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος πρέπει να «προνοούμεν καλά ου μόνον ενώπιον κυρίου, αλλά και ενώπιον ανθρώπων» (Β΄ Κορ 8,21). Την εποχή μας συγκεντρωτικά μοντέλα, εξουσιαστικές συμπεριφορές, μη συμμετοχικές διαδικασίες, έλλειμμα πραγματικής «κοινωνίας», όφειλε προ πολλού η Εκκλησία οριστικά και αμετάκλητα να τα είχε εγκαταλείψει. Σχολιάζοντας την κρίση που ξέσπασε πέρσι στους κόλπου της Εκκλησίας τόνιζα επί λέξει, «ότι η ιεραρχία δεν τόλμησε να ακολουθήσει τους οραματισμούς του Τρίτση για αναθεώρηση του καταστατικού της χάρτη, και είναι πολύ φυσικό σήμερα να θερίζει η ίδια τους καρπούς της ατολμίας της». Εξέφρασα μάλιστα την ευχή ο Αρχιεπίσκοπος και η λοιπή ιεραρχία «να τολμήσουν ριζική αναθεώρηση του καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας, να ανοίξουν έναν ειλικρινή διάλογο με τη νεωτερικότητα, ακόμη και για έναν έντιμο διοικητικό χωρισμό από το κράτος. Αλλιώς, κατέληγα, η επόμενη κρίση θα είναι πολύ χειρότερη». Το θεολογικό πλαίσιο και την προϊστορία αυτού του «πειράματος Τρίτση» θα επιχειρήσω στον περιορισμένο φυσικά χρόνο που μου αναλογεί να παρουσιάσω στην αγάπη σας. Στα μέσα της δεύτερης τετραετίας της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ΄80 ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου αναθέτει το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στον Αντώνη Τρίτση, έναν οραματιστή πολιτικό και συνάμα πετυχημένο υπουργό από τη θητεία του στο υπουργείο Χωροταξίας. Έχοντας εκσυγχρονίσει με σειρά νομοθετημάτων το νομικό πλαίσιο της χώρας, αλλά αποτυγχάνοντας να επιβάλει τον υποχρεωτικό πολιτικό γάμο, εξαιτίας της αντίδρασης της Εκκλησίας και κυρίως εξαιτίας της απροθυμίας της ελληνικής κοινωνίας να προχωρήσει σε πλήρη εκκοσμίκευση κατά τα πρότυπα των δυτικο-ευρωπαϊκών κοινωνιών, και έχοντας αφήσει σε εκκρεμότητα την προγραμματική του εξαγγελία για αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας (αλλά και για χωρισμό κράτους Εκκλησίας), το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του ανέθεσε στον προικισμένο πολιτικό τη νομοθετική ρύθμιση. Η εκκλησιαστική διοίκηση της ελλαδικής Εκκλησίας τα τελευταία 30 χρόνια ακολούθησε, και δυστυχώς συνεχίζει και σήμερα να ακολουθεί καθαρά αμυντική τακτική, εξαιτίας προφανώς του ισχύοντος πολιτειο-κρατικού καθεστώτος. Προτιμά την επικοινωνιακή και νομικίστικη ή ακόμη και νομο-κανονική αντιμετώπιση των θεμάτων που κατά καιρούς καλείται να αντιμετωπίσει, και αποφεύγει «όπως ο διάβολος το λιβάνι» τη θεολογική σε βάθος αντιμετώπισή τους (καταστατικός χάρτης αντιμετώπιση παλαιότερα των ιερωνυμικών μητροπολιτών κρίση με Φανάρι κλπ.). Σε παλαιότερη κρίση έχω υποστηρίξει στο επίσημο όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος (στο περιοδικό Εκκλησία), ότι αυτή η προσέγγιση είναι αδιέξοδη. Για την εύρυθμη λειτουργία ενός οποιουδήποτε οργανισμού απαιτούνται τρία απλά πράγματα: οραματισμός-σχεδιασμός-υλοποίηση. Αυτό τουλάχιστον κάνουν όλοι οι πετυχημένοι κοσμικοί φορείς. Σε εκκλησιαστικό επίπεδο ο οραματισμός είναι καθήκον της θεολογίας, και στο βαθμό που λειτουργεί το συνοδικό σύστημα σε όλες του τις βαθμίδες σ αυτήν (τη θεολογία δηλαδή, το θεολογικό της δυναμικό) θα πρέπει να απευθύνεται η διοίκηση της Εκκλησίας και για τον σχεδιασμό, κρατώντας για τον εαυτό της μόνον την υλοποίηση των οραμάτων της. ʼλλωστε αυτή αποτελεί το συντονιστικό και εκτελεστικό όργανο και την έκφραση της ενότητας του σώματος του Χριστού, του λαού του Θεού. Αυτό που δίστασε να κάνει η Εκκλησία, να εμπιστευθεί δηλαδή τη θεολογία της, να ακούσει την προφητική της συνείδηση, το έκανε με πρωτοβουλία του αείμνηστου Αντώνη Τρίτση η πολιτεία. Αμέσως μετά την ανάληψη του υπουργείου του ο Τρίτσης ξάφνιασε τον πνευματικό κόσμο, αλλά και του θεολόγους, με μια σειρά από ενέργειες και δημόσιες δηλώσεις (όπως η υπεράσπιση του πολυτονικού, η σημασία την οποία έδινε στο ρόλο του ως υπουργού « και θρησκευμάτων», η εντυπωσιακή προσφώνησή του στο συνέδριο της ΠΕΘ, η εκτίμησή του για την αδιάρρηκτη σχέση ελληνισμού και Ορθοδοξίας). Έχοντας παράλληλες διαδρομές με εκείνες του Ρεζίς Ντεμπρέ προηγήθηκε του διάσημου σήμερα γάλλου διανοουμένου ο οποίος έγινε γνωστός και στη χώρα μας από το βιβλίο του Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο κατά μία δεκαετία για το ζήτημα της αναγκαιότητας μιας νέας θεώρησης της σχέσεως πολιτείας με τη θρησκεία, από καθαρά πολιτική και κοινωνιολογική σκοπιά. Το ενδιαφέρον όμως του Τρίτση για την αυθεντική εκδοχή της Ορθοδοξίας δεν προήλθε από παρθενογένεση, δεν ήρθε δηλαδή από το πουθενά. Η δεκαετία του ΄80 χαρακτηρίζεται από μια σειρά γεγονότων και εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα, στην προσπάθεια αναζήτησης της αυθεντικής ορθόδοξης θεολογικής ταυτότητας. Υπενθυμίζω επί τροχάδην: (α) την έκδοση το 1982 του περιοδικού Σύναξη, «τριμηνιαίας έκδοσης σπουδής στην Ορθοδοξία» (β) την ίδρυση το 1984 του Θεολογικού Συνδέσμου, οι διακηρύξεις και οι επακόλουθες εκδηλώσεις και εκδόσεις του οποίου (τις οποίες ουσιαστικά ενστερνίστηκε και υιοθέτησε ο Α. Τρίτσης) οδήγησαν (γ) στην αναταραχή και την κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας- Πολιτείας με αφορμή το ζήτημα της λεγόμενης «εκκλησιαστικής περιουσίας» (δ) η νέα μετάφραση της Κ.Δ. στη νεοελληνική γλώσσα και ο θεολογικός διάλογος που επακολούθησε (ε) το κείμενο της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους Το ʼγιον Όρος και η παιδεία του γένους μας (1984) κ.ά. Λόγω του περιορισμένου χρόνου θα αναφερθώ στα τρία πρώτα που άμεσα σχετίζονται με το θέμα. α. Και πρώτα-πρώτα στην εμφάνιση στο θεολογικό προσκήνιο του περιοδικού Σύναξη και των πρωτεργατών της. Η Σύναξη, όπως και το Σύνορο, ο προγονός της στη δεκαετία του '60, επιχείρησε νέες προσεγγίσεις στη σύγχρονη ελληνική θεολογική σκέψη. Η μεγαλύτερη προσφορά της ήταν η μεταφορά του πνεύματος και της σοφίας της θεολογίας της ορθόδοξης ρωσικής, κατά κύριο λόγο Διασποράς. Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύφθηκε επιτυχώς ο δυναμικός χαρακτήρας της Ορθόδοξης πατερικής κληρονομιάς. Σε αντίθεση με το Σύνορο, η Σύναξη πέτυχε να προσεταιριστεί έναν ευρύτερο κύκλο διανοουμένων και ειδικά της Αθωνικής πολιτείας στην προσπάθεια διαμόρφωσης της ελληνικής ορθόδοξης θεολογικής σκέψης της επόμενης γενιάς. Ένα από τα πιο ελπιδοφόρα σημεία από τη θεολογία των συντελεστών του περιοδικού Σύναξη είναι ότι τελικά κατανόησαν το πνεύμα της πιο πάνω έκκλησης του Φλορόφσκυ και την μετέτρεψαν από «επιστροφή στους Πατέρες», σε «εμπρός με τους Πατέρες». Δε χρειάζεται να πει κανείς περισσότερα για την ανυπολόγιστη συμβολή αυτής της θεολογίας μια και ο ορίζοντας του περιοδικού Σύναξη είναι λίγο ή πολύ παρόμοιος με την κύρια θεολογική τάση της Ορθόδοξης «Διασποράς» ή καλύτερα της «Δυτικής» Ορθοδοξίας. Γι αυτό θα περιοριστώ σε γεγονότα που κυρίως αντανακλούν μιαν άλλη τάση στην ελλαδική Ορθόδοξη θεολογία, που παραποιήθηκε και δυσφημίστηκε τόσο εδώ όσο και στη Δύση, αφού εσφαλμένα χαρακτηρίστηκε ως «πολιτική θεολογία». Ορισμένοι, μάλιστα, θεολόγοι τόσο πολύ υπερέβαλαν, ώστε να προειδοποιούν ότι όσοι εμμένουν (συμπεριλαμβανομένου και του περιοδικού Σύναξη και μερίδας θεολόγων-μοναχών που έφεραν ένα νέο πνεύμα στον Αθωνικό μοναχισμό) αποτελούν απειλή για την παραδοσιακή ελλαδική ορθοδοξία Επειδή έχω εμπλακεί λίγο ή πολύ στα γεγονότα αυτά, θα αποφύγω, όσο είναι δυνατόν, προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις. Θα περιοριστώ μόνο σε γεγονότα και κείμενα, αφήνοντας τα τελευταία να μιλήσουν μόνα τους. Ελπίζω κάτι τέτοιο να δώσει μιαν αντικειμενικότερη εικόνα των θεολογικών διαδρομών που ακολούθησε αυτό που χαρακτηρίστηκε από τη Θεολογική Ακαδημία της Ι. Μ. Δημητριάδος ως «πείραμα Τρίτση», έχοντας βέβαια υπόψη ότι είναι αδύνατο να αποκλειστεί πλήρως το στοιχείο της υποκειμενικότητας. β. Ο Θεολογικός Σύνδεσμος ιδρύθηκε από θεολόγους όχι αποκλειστικά με τη συμβατική έννοια του όρου ως αντίδραση στην αυξανόμενη αλλοτρίωση και αποξένωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας από τις αξίες και το αυθεντικό πνεύμα της Ορθοδοξίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχική του διακήρυξη έχει υπογραφεί από την πλειοψηφία των καθηγητών του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αυτό αποτελούσε ελπιδοφόρα ένδειξη πως όλο και περισσότεροι θεολόγοι από τον ακαδημαϊκό χώρο άρχισαν να δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για την καθημερινή μαρτυρία της Εκκλησίας, αφού κάτι παρόμοιο συνέβαινε και με καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην αρχική διακήρυξη του Θεολογικού Συνδέσμου μεταξύ άλλων τονίζονταν: «από μια διαφορετική και ζωντανή θεολογία έχουν ανάγκη η Εκκλησία και οι άνθρωποι σήμερα. Μια θεολογία που να αντλεί πνοή και δύναμη από τις ανόθευτες ορθόδοξες πηγές, ύστερα από μια "εν φόβω και τρόμω" σύγχρονη επανεξέταση και βίωση τους. Θεολογία που να τη διαπερνά το πνεύμα του Σταυρού και της Ανάστασης, του μόχθου και της άσκησης της θυσίας και της ελπίδας για το καλύτερο, τώρα και στο μέλλον. Που να είναι ριζωμένη στα έγκατα του πυρήνα της εκκλησίας, να τρέφεται από τον "Αρτο τον εξ ουρανού καταβάντα" και να τονώνεται από τους παλμούς του Παρακλήτου. Αυτή η θεολογία πρέπει και μπορεί να είναι αληθινά προφητική, έτσι όπως διατηρήθηκε με αίμα και δάκρυα στη δραματική ιστορική πορεία της Εκκλησίας από χαρισματικές φυσιογνωμίες και κοινότητες, καθώς και στη συνείδηση του πιστού λαού της: θεολογίας της θεοκεντρικότητας και της ενανθρώπισης, της παρρησίας, του αγώνα και της ανθρωπιάς - που ασκεί αυτοκριτική και ταυτόχρονα κριτική προς κάθε κατεύθυνση, μακριά από εύκολες συνταυτίσεις με σχήματα που αποδεδειγμένα εξαπατούν, αλλοτριώνουν και καταδυναστεύουν μια θεολογία που θέλει να γίνει κραυγή για το καλύτερο που μας λείπει. Συνοδευόμενος με απτά έργα, ο λόγος αυτής της θεολογίας θέλει και πρέπει να είναι απελευθερωτικός και ανοιχτός, φιλικός και παρακλητικός. λόγος φιλάνθρωπα στρατευμένος, προσγειωμένος και προπάντων τίμιος». Όπως αναμενόταν, η διακήρυξη δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις. Ενώ έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όσους είχαν παρόμοιους οραματισμούς, μερικοί την έκριναν αρνητικά, εξ αιτίας κυρίως της σκληρής γλώσσας που χρησιμοποιούσε εναντίον της παλιάς σχολής θεολογίας. Η επίσημη, μάλιστα, δεκαπενθήμερη εφημερίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Εκκλησιαστική Αλήθεια, αρνήθηκε ακόμη και να τη δημοσιεύσει. Όσοι είναι γνώστες της «ολιστικής» διάστασης Ορθοδοξίας, που προκάλεσε τόσο έντονη αίσθηση στον πρόσφατο οικουμενικό διάλογο, φυσικά συνειδητοποιούν ότι η διακήρυξη δεν περιείχε τίποτα νέο. Το θεολογικό, όμως, κλίμα στην Ελλάδα της εποχής εκείνης παρέμενε έντονα επηρεασμένο από την αυστηρά φορμαλιστική σκέψη της παλιάς σχολής, ώστε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος να αναγκάζεται να τηρεί μιαν επιφυλακτική στάση, παρά την ύπαρξη πολλών και ικανότατων προσώπων στους κόλπους της. Υποστηρίζεται συχνά ότι η πολιτική της Εκκλησίας της Ελλάδος, τόσο σε εσωτερικά όσο και σε εξωτερικά θέματα (διορθόδοξες και οικουμενικές συναντήσεις) καθορίζεται μέχρι και σήμερα ακόμη από την πίεση που ασκούν άκρως συντηρητικές και αντι-οικουμενικές ομάδες (όπως π.χ. η εβδομαδιαία εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος). Σ αυτήν ακριβώς τη συνάφεια δε μπορούμε να αγνοήσουμε το θετικότατο ρόλο που διαδραματίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο αποτελεί παράγοντα εξισορρόπησης ακόμη και των ελληνικών εκκλησιαστικών πραγμάτων. γ. Μια από τις πρώτες δραστηριότητες του θεολογικού Συνδέσμου υπήρξε η προσεκτική εξέταση του προβλήματος των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Στην προκαταρκτική του διακήρυξη γινόταν λόγος για «προσεκτική μελέτη του προβλήματος», ώστε να αποφευχθούν ασύνετες και αντικανονικές ενέργειες. Τονίστηκε, επίσης, ότι η μορφή του σημερινού συστήματος δε συμφωνεί με την ορθόδοξη παράδοση και ότι είναι απαραίτητη η αναθεώρησή του σε ορισμένα σημεία. Μερικές από τις προτάσεις περιελάμβαναν την αποκατάσταση του μητροπολιτικού συστήματος με εκπροσώπους από το πρεσβυτέριο και το λαό, τη συμμετοχή όλου του πληρώματος της Εκκλησίας στις εκλογές των επισκόπων και την ανεξαρτησία της Εκκλησίας από την Πολιτεία, χωρίς όμως οι προτάσεις να φθάνουν μέχρι τον πλήρη χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους. Κι αυτό, γιατί υπάρχουν στενοί και άρρηκτοι δεσμοί ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό, οι οποίοι, όμως, εξασθενούν εξαιτίας έντονων δυτικών επιδράσεων τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και εξαιτίας της απώλειας την εποχή εκείνη της αξιοπιστίας της επίσημης Εκκλησίας και της θεολογίας της στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία. Αυτό το έλλειμμα προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να καλύψει η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος, και το έχει αναμφισβήτητα πετύχει. Οι σκέψεις αυτές, όπως και οι προτάσεις όλων όσων συμμετείχαν σε μια διαδικασία που κράτησε δυο χρόνια, περιήλθαν εις γνώσιν του Αντώνη Τρίτση, υιοθετήθηκαν αμέσως, και αφού εντωμεταξύ προσκάλεσε όλα σχεδόν τα ηγετικά στελέχη του Συνδέσμου σε μία ad hoc συμβουλευτική επιτροπή του υπουργείου του, τις συμπεριέλαβε στο προετοιμαζόμενο νομοσχέδιο. Υποστηρίχθηκαν μάλιστα σχεδόν αυτούσιες από τον ίδιο στο δημόσιο διάλογο που άρχισε το 1987, και εν μέρει περιελήφθησαν και στο σκεπτικό του υπό ψήφιση τότε νομοσχεδίου. Ο Τρίτσης, οραματιζόμενος τη σύσφιξη των σχέσεων Ορθοδοξίας και ελληνικής κληρονομιάς, είδε αυτή την ευκαιρία ως μέσο αναμόχλευσης των ελληνικών εκκλησιαστικών και κοινωνικών προβλημάτων. Η κυβερνητική αυτή πρωτοβουλία, όπως όλοι ενθυμούνται, συνάντησε έντονη αντίδραση από την πλευρά των εκκλησιαστικών αρχών, που ουσιαστικά ακύρωσαν το νομοσχέδιο και θεώρησαν το όλο θέμα παρέμβαση της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα. Η κρίση, που κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο και είχε ως αποτέλεσμα έντονες αντεγκλήσεις, ακόμη και αφορισμούς, κατέληξε σε συμβιβασμό των δύο πλευρών, που μερικοί χαρακτήρισαν επαίσχυντο. Ο συμβιβασμός περιελάμβανε την εθελοντική εκχώρηση στο κράτος της εκκλησιαστικής περιουσίας (ιδιαίτερα της μοναστηριακής) με αντάλλαγμα την απόσυρση άκουσον άκουσον όλων των θεσμικών προτάσεων για την πλήρη συμμετοχή του πληρώματος της εκκλησίας στις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Η συμφωνία που επιτεύχθηκε σε επίπεδο αρχηγών της Εκκλησίας και της Πολιτείας οδήγησε στην παραίτηση Τρίτση, γεγονός που οι περισσότεροι ενθυμούνται από τη δήλωση του τότε πρωθυπουργού ότι «ο Αντώνης Τρίτση έγραψε ιστορία», αφού παραδόξως για αρκετό διάστημα υπήρξε ο καλύτερος πρεσβευτής του ορθοδόξου πνεύματος στην ελληνική κοινωνία. Για την Εκκλησία της Ελλάδος, που από πολύ παλιά έχει πάψει να λειτουργεί πάνω σε ευχαριστιακή επισκοποκεντρική βάση, αλλά περισσότερο ως επισκοποκρατική εξουσία, αυτό το γεγονός ήταν ακόμη μια ανεπιτυχής προσπάθεια επιστροφής στο παραδοσιακό ορθόδοξο έθος. Σε τοπικό επίπεδο η εξέλιξη αυτή βρισκόταν στην ίδια γραμμή με την ατυχή απόσυρση το 1971 του θέματος «περί πλήρους συμμετοχής του λαού στη λειτουργική όσο και στην υπόλοιπη εκκλησιαστική ζωή» από την ημερήσια διάταξη της μελλούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας μια απόφαση που προκάλεσε, όπως είναι γνωστό, την έντονη αντίδραση του αείμνηστου καθηγητή Ιωάννη Καρμίρη, μέλους της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Αντώνης Τρίτσης πέθανε λίγα χρόνια μετά το αποτυχημένο εγχείρημά του, το 1992 έχοντας εντωμεταξύ διατελέσει δήμαρχος Αθηνών. Στη νεκρολογία που έγραψα στο επίσημο περιοδικό του Θεολογικού Συνδέσμου Καθ Οδόν (τ. 2 1992 , σελ. 148-150) σημείωνα: Οι ιδέες του Αντώνη Τρίτση για την Ορθοδοξία ήταν ρηξικέλευθες: πίστευε πως αποτελούσε μια ευρύτερη πολιτιστική κληρονομιά πέρα από τα στενά όρια της Εκκλησίας, κι ίσως γι αυτό αισθανόταν υποχρέωσή του τη δυναμική παρέμβαση στα εκκλησιαστικά πράγματα. Κι όταν οι σύμβουλοί του τον προτρέψαμε πως μόνο με κοινή συναίνεση Εκκλησίας και Πολιτείας μπορούσαν τα κοινά οράματά μας να υλοποιηθούν, επεδίωξε εναγωνίως διαύλους επικοινωνίας, που μερικοί μικρόψυχα και μικροκομματικά επεδίωξαν να κρατήσουν κλειστούς. Κι όμως το όραμα του Τρίτση για την Ορθοδοξία δεν διέφερε και πολύ από τις απόψεις άλλων, ίσως γνησιότερων εκφραστών της, που διακηρύσσουν πως η «Ορθοδοξία δεν έχει σχέση με μεσαιωνισμούς, μυστικισμούς, κληρικαλισμούς, σχολαστικισμούς, αφού η Εκκλησία σκεπάζει το λαό και ο λαός είναι φύλαξ της αλήθειας της Εκκλησίας. Όπου πάει ο λαός, ακολουθεί η Εκκλησία. Ο λαός είναι ένα κομμάτι της Εκκλησίας, είναι η ίδια η Εκκλησία» (Το ʼγιον Όρος και η Παιδεία του γένους μας, 75).
Ένα
σχόλιο μόνο οφείλω να προσθέσω. Η ελληνοκεντρική κατανόηση της Ορθοδοξίας από
τον Αντώνη Τρίτση, ενώ ήταν θεμιτή και ίσως αναγκαία τη δεκαετία του 80, δε θα
μπορούσε να ισχύσει και σήμερα με την ίδια πειστικότητα χωρίς τις αναγκαίες
προσαρμογές. Και τούτο δεν οφείλεται μόνο στη μεγάλη πολυπολιτισμική έκρηξη που
ακολούθησε είκοσι χρόνια αργότερα στη χώρα μας, αλλά κυρίως στην
οικουμενικότητα και καθολικότητα της Ορθοδοξίας που κανένας σώφρων μελετητής
των θεολογικών μας πραγμάτων μπορεί σήμερα να αγνοήσει.
* Ο κ. Πέτρος Βασιλειάδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Σπούδασε Θεολογία και Μαθηματικά στο A.Π.Θ., και Βιβλική Κριτική και Θεολογία στο Λονδίνο και τη Χαϊδελβέργη. Είναι καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. και διδάσκει Κ.Δ. και Διαθρησκειακό Διάλογο (Ιεραποστολική και Οικουμενικό Διάλογο). Η εξειδίκευσή του είναι στις περιοχές της Συνοπτικής Παράδοσης (Q), της Θεολογίας της Κ.Δ., (εκκλησιολογία, ευχαριστιολογία) και της Ιεραποστολικής και Οικουμενικής Θεολογίας. Τα σημαντικότερα έργα του είναι: Η περί της Πηγής των Λογίων θεωρία, Αθήνα, 1977. Σταυρός και Σωτηρία, Θεσσαλονίκη, 1983. Χάρις-Κοινωνία-Διακονία, Θεσσαλονίκη, 1985. Μετάφραση της Κ.Δ. στη δημοτική (συλλογικά), 19892. Eucharist and Witness, Geneva/Boston, 1998. LOGOI IESOU. Studies in Q, Atlanta, 1999. Επίκαιρα Αγιογραφικά Θέματα. Αγία Γραφή και Ευχαριστία, Θεσσαλονίκη, 2000. Μετανεωτερικότητα και Εκκλησία. Η πρόκληση της Ορθοδοξίας, Αθήνα, 2002. |













