| Η Πολιτική και Θεολογική προϊστορία της διεξαγόμενης συζήτησης: Το Πείραμα Τρίτση |
|
|
|
|
Δημήτρης Παπαϊωάννου, Θεολόγος Εκπαιδευτικός
Σάββατο 1 Απριλίου 2006
Επέλεξα αυτόν τον τίτλο της ομιλίας μου για να δείξω ότι συνήθως, όταν αναλύουμε ένα γεγονός, θεωρούμε ότι κατανοείται προσεγγιζόμενο με βάση τις δυνάμεις που το έφεραν στην επιφάνεια, «δηλαδή όταν γίνουν γνωστά τα άτομα και οι ομάδες που αναμείχθηκαν, οι σκοποί και τα συμφέροντά τους και η ισχύς που διαθέτουν». Όμως, όπως λέει ο Κάρλ Πόππερ, ένα «κοινωνικό γεγονός δεν ασκεί μόνο ορισμένες επιδράσεις, δεν οδηγεί μόνο ακολούθως σε άλλα γεγονότα, αλλά η ίδια η επέλευσή του μεταβάλλει την καταστασιακή αξία ενός μεγάλου φάσματος άλλων γεγονότων».
Για να
κατανοήσουμε - .χ.- το νόημα της εκκλησιαστικής διαμάχης επί Τρίτση, είναι
προφανώς απαραίτητο να αναλύσουμε τις προθέσεις, τα συμφέροντα, κ.λ.π., όλων
όσων έχουν εμπλακεί, αλλά είναι επίσης απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι η Ελλάδα
βρισκόταν μπροστά
στην πλήρη είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου συναντιόταν σε πραγματικές πλέον συνθήκες με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και την Εκκλησία των Διαμαρτυρομένων (για να χρησιμοποιήσω έναν γενικό τίτλο). Στην ουσία υπήρχε προοπτική συνάντησης δύο βασικών ιστορικών τάσεων της «άν-αρχης» εκκλησίας του λαού αφενός, ως Σώμα Χριστού, και της «έν-αρχης» εκκλησίας του Θεού ως κρατικής οντότητας. Αυτός ο κοσμικός «πειρασμός της οντότητας» εξηγεί, κατά την άποψή μου, κατά ένα μέρος και την έμμεση απειλή της διοικούσας εκκλησίας για υπαγωγή της στο Φανάρι, καθώς και της άρσης του αυτοκεφάλου της, η οποία προξενήθηκε τότε από την ίδια την εκκλησία και όχι από την πολιτεία. Αυτή η πραγματικότητα αλληλεξάρτησης της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον την εποχή εκείνη. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι η εκκλησία τότε υπερασπίσθηκε τα κτήματά της, τα οποία θα δίνονταν σε ακτήμονες. Κατά τη γνώμη μου, πίστευε ότι υπερασπιζόταν την ξεχωριστή οντότητά της. Παρ ότι είναι αποδεκτή εν μέρει η άποψη του Πλάτωνα περί «ευγενούς ψεύδους», ότι δηλαδή «Τοις άρχουσι δη της πόλεως, είπερ τισίν άλλοις, προσήκει ψεύδεσθαι ή πολεμίων ή πολιτών ένεκα επ ωφελεία της πόλεως, τοις δε άλλοις πάσιν ουχ απτέον του τοιούτου?» (Μόνο λοιπόν στους άρχοντες της πολιτείας ανήκει αποκλειστικά το δικαίωμα να μεταχειρίζονται το ψέμα για να γελάσουν εχθρούς ή πολίτες για το καλό της πολιτείας? σε κανέναν όμως από τους άλλους δεν θα επιτρέπεται), το ψέμα δεν χρησιμοποιήθηκε από τους εμπλεκομένους «αντιπάλους» (Α, Τρίτσης-επιτροπή επί των εκκλησιαστικών θεμάτων-επιτροπή της δοικούσας εκκλησίας). Αντίθετα, το ψέμα χρησιμοποιήθηκε από εκείνους που πίστευαν ότι το «πείραμα» Τρίτση δεν διαχώριζε, όπως οι περισσότεροι αντιλαμβάνονταν, την εκκλησία από την πολιτεία, αλλά συνέδεε πλήρως το λαό με την Εκκλησία του, που είναι η δύναμή του και η συνεκτική του «αλήθεια». Ουσιαστικά τότε κτυπήθηκε αυτή η προσπάθεια. Σε θεωρητικό επίπεδο η ταύτιση ελληνισμού και ορθοδοξίας, που θα πετυχαίνονταν με το εγχείρημα Τρίτση, θεωρείτο ένας περιττός φορμαλισμός, υπό την έννοια ότι ο συνεκτικός ιστός της ελληνικής πολιτείας θα ήταν προτιμότερο να οικοδομηθεί σε έννοιες όπως θρησκευτική ελευθερία, πολυπολιτισμικότητα, κ.λ.π.. Θέση μου πάντως και τότε και τώρα είναι πως η έννοια πολυπολιτισμικότητα είναι ασαφής. ΄Η θα υπάρχει ως δημοκρατική αρχή η αρχή της πλειοψηφίας ή η αριστοτελική μεσότης. Εξάλλου, οι φυλετικοί δεσμοί, το παραδοσιακό οργανωτικό πλαίσιο της κοινοτικής ζωής δεν μπορούν να απορροφηθούν από τέτοιου τύπου έννοιες. Οι κοινωνίες οι οποίες αποδεικνύονται ανθεκτικότερες είναι εκείνες που δημιουργούν όσο το δυνατό μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ της παράδοσης και της αναπόφευκτης εξέλιξης. Σταθερή κατάσταση είναι αυτή που μαθαίνει να ζει σ αυτήν την αρμονίαισορροπία. Οι διάφοροι πολιτισμοί δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως απόλυτα «όλα» παρά μόνο ως συμβιβασμοί. Ο συμβιβασμός ως θεωρητική αρχή δεν μπορεί να αποτελεί αρχή γένους, αλλά λειτουργεί ως αρχή συγκατοίκησης ομάδων. Αυτή υπήρξε η πραγματική πολιτική σύγκρουση εκείνη την εποχή. Και, κυρίως, ως αρχή γένους, ποια θα ήταν εκείνη η οποία θα συγκέντρωνε τη συλλογική ενέργεια του απανταχού ελληνισμού; Ποιος είναι ο συνεκτικός ιστός του ελληνισμού ανά τον κόσμο; Ποια θα ήταν η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία θα οργανωνόταν η ανθρώπινη ενέργεια, προκειμένου να δημιουργηθεί τάξη απέναντι στις δυνάμεις του χάους; Δεν είναι μήπως η ορθοδοξία του που διατηρεί εντός της τον πολιτισμό και τη γλώσσα του Ελληνισμού; Δεν έχει φυσικά κατανοηθεί ότι ο Ελληνισμός ως πραγματικότητα έχει ξεχωριστή αρμονία και εικόνα από το σύνολο της Δύσεως. Είναι η αρμονία που κατανοείται ως απεικόνιση της πνευματικότητας. Έγραφε ο Πλάτωνας: «Δεν τις γνωρίζω εγώ τις αρμονίες, μα άφησέ μου εκείνη πρώτα την αρμονία, που θα μπορούσε να μιμηθεί καθώς πρέπει τον ήχο της φωνής και την προσωδία ενός γενναίου ανθρώπου ». Η βυζαντινή μουσική που μεταφέρει εντός της τη «διδασκαλία» του εν αρμονία ανθρώπου και κόσμου και την ορθόδοξη πνευματικότητα, όπως και η αγιογραφία, ως δωρεές του Παναγίου Πνεύματος. Η εκκλησία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης επιχειρείται να μεταβληθεί σε έναν σκουπιδιάρη του χρόνου. Επιδιώκεται να χρησιμοποιεί τον χρόνο που της αφήνεται από τον οικονομικό ή καταναλωτικό θρίαμβο, να μη μιλάει για τα προβλήματα, να αντιμετωπισθεί ως κάστα. Εργασία και κατά τις Κυριακές -τρεις Κυριακές προς το παρόν-, για να μπορούν οι καταναλωτές να καταναλώνουν. Πίσω από το παραπέτασμα της παγκοσμιοποίησης και του άκρατου ανταγωνισμού χώρες και πληθυσμοί επιχειρείται να διευθετηθούν ως κάστες και κλειστά συστήματα. Μια έννοια κοσμοπολιτισμού-καθωσπρεπισμού που θα καθορίζει ακόμα και την αντίθεση ως στοιχείο επικοινωνίας καταναλωτών. Ο σεβασμός και η διεύρυνση του δικαιώματος όλων, όχι ως προσωπικοτήτων με αξίες αλλά ως όντων που διευρύνουν το δικαίωμά τους να καταναλώνουν. Αν η ηγεμονική επέκταση αυτής της αντίληψης κυριαρχήσει ως αξία, τότε οι άνθρωποι θα κυριαρχηθούν από τα πράγματα και θα απορρίπτονται ως πράγματα. Τότε τα προσωπικά συμβάντα δεν θα είναι η ατέρμονη πολλαπλότητα των προσωπικών ιδιωμάτων του ανθρώπου ως εικόνας Θεού, αλλά τα συστατικά στοιχεία ενός φρενήρους δείκτη καταναλωτικής δύναμης. Τι είχε επιχειρήσει ο Τρίτσης; Την εκλογή των επισκόπων από το λαό και τον κλήρο καθώς και την εκλογή των μητροπολιτικών συμβουλίων και των συμβουλίων των ενοριών από το λαό και τον κλήρο. Ουσιαστικά θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μέσω μιας εν εξελίξει πάντοτε επίμοχθης διεργασίας για την ενεργητική συνειδητοποίηση του γεγονότος, ότι ο λαός που εκλέγει τους θρησκευτικούς του ηγέτες κατά το πρότυπο της θείας ευχαριστίας ως αλληλοδράση μεταξύ κληρικών και λαϊκών, χωρίς να παραγνωρίζονται οι πρόνοιες της ειδικής ιερωσύνης και του διακονικού ιερατικού και επισκοπικού αξιώματος, δεν θα μπορεί να καθορίζεται από ένα πρόγραμμα -οικονομικό ή καταναλωτικό, αλλά θα ανακάλυπτε ξανά τη μνήμη του «ενός Σώματος» που δεν συνάδει με την ιδιοποίηση, που συνίσταται στο να θεωρείς δικό σου αυτό που σου έχει δοθεί για να το διαχειρίζεσαι. Η νεοαποικιακή διαλεκτική της ιδιοποίησης και της αλλοτρίωσης, που περνάει μέσα από τη μεταφορά της αξίας του ανθρώπου στα πράγματα, δεν θα μπορούσε τότε να ισχυροποιηθεί, διότι το σύνολο του λαού με τον πνευματικό του πατέρα θα είχε τη δυνατότητα της δράσης «ενός Σώματος», με τις αξίες της ορθόδοξης πνευματικότητας. Δηλαδή, εγκράτεια, σωφροσύνη, ελευθερία από τα πάθη που γεννά η αντίληψη ότι τα πάντα είναι χρήματα, φιλανθρωπία, κοινωνικότητα, ελεημοσύνη και αξιοπρέπεια που δεν επιτρέπει να περιφρονείται η εικόνα του θεού, ο άνθρωπος, ισότητα για όλους που έλαχαν ισότιμης φύσης. Από μια τέτοια κοινωνία αλληλεγγύης, που απλώνει το χέρι της γεμάτο ελεημοσύνες, που απωθεί κάθε είδους βία, που τιμά τον δίκαιο που μετέχει, θα δημιουργείτο στην πραγματικότητα μια άλλη πολιτεία που θα μετέτρεπε και την πολιτεία των νόμων. Γιατί οι χριστιανοί, με τους βίους τους νικούν τους νόμους. Γιατί η πολιτεία των χριστιανών, συνεχώς τελειοποιούμενη και συνεπώς πάντοτε κατόρθωμα και αγώνας, δεν πάσχει από όρια, γιατί η αγάπη και η δικαιοσύνη δεν έχουν όρια, ούτε η πραγματικότητα του καθ ομοίωσιν -επομένως- έχει τη δυνατότητα να ζήσει με τους νόμους και υπεράνω των νόμων. Η πολιτεία της είναι ταυτόχρονα «εδώ» και «εκεί», παρούσα και ελευσόμενη. Αυτή η αναπόφευκτη ροπή της αγάπης μπορεί σιγά σιγά να επηρεάσει της αρχές διακυβέρνησής της, αφού μετέχει του «Σώματος», εκλέγει τους ηγέτες της και δεν μπορεί ούτε η ίδια -που δεν το κάνει και τώρα-, ούτε όλοι οι εκτός της να την βλέπουν ως κλειστή αυτοδιοικούμενη κάστα, ενώ ο λαός παρακολουθεί. Προσωπικά πιστεύω ότι επί Τρίτση χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία προστασίας του λαού του Θεού από την πίστη του. Τώρα αυτό που επιχειρείται είναι τελείως διαφορετικό. Επιχειρείται να διακριθεί η ελληνική πολιτεία ως αξία από την ορθόδοξη πνευματικότητα. Και η ορθοδοξία, από συστατικό στοιχείο του ελληνισμού, να θεωρηθεί ως ένα από τα πολλά. Γιατί κυρίως η Ορθοδοξία συγκρούεται με το οικονομικό πρότυπο, το οποίο θεωρείται ότι υποκαθιστά τις αξίες. Δηλαδή κυριαρχεί ως εμβληματική αξία η φαντασιακή κατάσταση του δυνάμει καταναλίσκειν. Ο άνθρωπος καταναλωτής μαθαίνει να απολαμβάνει τα πράγματα και, όπως έχει γραφεί, όχι να τα υφίσταται. Με άλλα λόγια, μαθαίνει να είναι μέτοχος ηδονών ενώ αρνείται να γίνει σκουπιδιάρης, δηλαδή ταπεινός. Το κοινωνικό σώμα δεν μπορεί να καταλάβει ακόμη αυτήν την αρχή που την αισθάνεται ως ακατέργαστο ακόμη σχέδιο. Η παγκοσμιοποίηση δεν μπορεί να είναι παρά κοσμοπολιτική ενώ η οικουμενικότητα δεν είναι. Και εν προκειμένω, η ελληνική αντίληψη θα μπορούσε να επιχειρήσει τουλάχιστον να δώσει στην παγκοσμιοποίηση τα στοιχεία της οικουμενικότητας. Η Κυριακάτικη ανθρωπότητά μου είναι του Θεού και δεν παραχωρείται. Το όριο αυτό είναι το όριο της ανθρωπινότητας. Εξύμνηση της παγκοσμιοποίησης χωρίς τα όρια της οικουμενικότητας υποκρύπτει -κατά την κρίση μου- συμφέροντα διάλυσης της νοητικής οντότητας του ορθόδοξου προτύπου. Η τεχνοεπιστήμη, ως ανισωτικά κατανεμημένη στον κόσμο, δημιουργεί κοινωνικοπολιτικά μοντέλα επαϊόντων και ανθρώπων απορριμμάτων. Προνομιακός τόπος για την οργάνωση αντιστάσεων είναι κατ ουσίαν μια οργάνωση που μπορεί να νικήσει τους νόμους σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Οι χριστιανοί υπακούν στους νόμους αλλά με τη ζωή τους νικούν τους νόμους. Ήταν τότε που μετείχα στο εγχείρημα Τρίτση καθώς και του φίλου μου, συγχωρεμένου τώρα, Θανάση Νίκα και είναι και τώρα απόλυτη η πίστη μου στα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Πράγματι η ακτημοσύνη είναι μητέρα της αμεριμνησίας, η αμεριμνησία της προσοχής και της προσευχής, αυτές του πένθους και των δακρύων, αυτά απαλείφουν τις προλήψεις? όταν αποβληθούν αυτές, η οδός της αρετής τελείται ευκολώτερα, αφού απομακρύνονται από τη μέση τα εμπόδια και η συνείδηση καθίσταται ακατάκριτη, κι αυτά γεννούν τελειότερη τη χαρά και τον μακάριο γέλωτα της ψυχής. Τότε λοιπόν και το οδυνηρό δάκρυ μεταβάλλεται σε γλυκό και τα λόγια του Θεού πόσο γλυκά γίνονται στο λάρυγγα και πόσο ξεπερνούν το μέλι στο στόμα (Ψαλμ. 33,9)». Παρόλο το ρομαντισμό της θεωρητικής θέσης, η ακτημοσύνη, ως αντίληψη διαπερνούσε το όλο εγχείρημα Τρίτση, κάτι που εκπληρώνει οποιαδήποτε προσδοκία σε ανθρωπιστικό επίπεδο. Διότι, αφενός η ακτημοσύνη συναντά την καθολικότητα της ταπεινότητας και αφετέρου μπορεί καλύτερα να κατανοήσει ότι οι λεγόμενοι «οικονομικοί νόμοι είναι απλά κατασταλάγματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ως τέτοιοι διέπονται από τους περιορισμούς όλων των μορφών ιστορικής γνώσης». Η ακτημοσύνη ως πρότυπο προβάλλει πλήρως την έννοια του διαχειριστικού προτύπου της ορθοδοξίας και όχι της ιδιοποίησης. Τα πάντα είναι του Θεού, και η ζωή μας και τα παιδιά μας και, φυσικά, τα πράγματά μας, τα οποία είναι προς διαχείριση. Επομένως, και η περιουσία της εκκλησίας υπάρχει προς χάριν του ζώντος Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, του λαού του Θεού. Γι αυτό και η προσπάθεια Τρίτση συνέλαβε την αναγκαιότητα για ταυτόχρονη λειτουργική εφαρμογή, αυτής της διττής όσο και ενιαίας αντίληψης: αφενός της διανομής μέρους της εκκλησιαστικής ακίνητης περιουσίας σε ακτήμονες γεωργούς, αφετέρου της εκλογής των επισκόπων και των μελών των μητροπολιτικών και των ενοριακών συμβουλίων από τον κλήρο και τον λαό. Εκτιμώ ότι η αντίληψη αυτή και η όλη προσπάθεια χάθηκε γιατί επιχειρήθηκε να επιβληθεί ως βέλτιστο ένα καθεστώς, το οποίο αφενός η εκκλησία θεωρούσε βλάβη στην οντότητά της και αφετέρου μέρος της ελληνικής πολιτείας το ερμήνευσε -και για τούτο το απώθησε- ως απόλυτη ταύτιση εκκλησίας και λαού. Φανταστείτε, λόγου χάριν, εκλογή του αρχιεπισκόπου Αθηνών με συμμετοχή εκπροσώπων τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων πιστών. Παρόλο που σήμερα όλα αυτά θεωρούνται ως εμμονές μιας θρησκευτικής πίστης, μπορώ να επαναλάβω εδώ την άποψη του Τζών Γκρέι, ότι από την άλλη πλευρά «οι κοινωνικοί μηχανικοί που εργάζονται αδιάκοπα για να επιβάλλουν τις ελεύθερες αγορές σε κάθε εναπομείνασα γωνιά του πλανήτη, θεωρούν τους εαυτούς τους επιστημονικούς ορθολογιστές, στην πραγματικότητα όμως είναι οπαδοί μιας ξεχασμένης θρησκευτικής πίστης». Γιατί το ορθολογικό δεν μπορεί παρά να είναι ολικό. Δεν συνίσταται στην επιβολή μιας άποψης αλλά αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη ορθολογικότητα ως ενέργεια και σχέση. Για μας τους ορθοδόξους τουλάχιστον ο ορθός λόγος είναι ταυτόχρονα και ο λόγος του Θεού, η πραγματικότητα της σχέσης μας με Αυτόν. Αντίθετα, ο λόγος που ικανοποιεί τον άνθρωπο ως καταναλωτή αλλά δεν του αφήνει ούτε χρόνο να προσευχηθεί, στον μεν αδιάφορο για την πίστη άνθρωπο αφήνει ένα αίσθημα ικανοποίησης, όμως στον θρησκευόμενο άνθρωπο δημιουργεί το αίσθημα της εξέγερσης.
Στις
μέρες μας, αλλά και στην εποχή που επιχειρήθηκε το πείραμα Τρίτση, η ορθόδοξη
ακτημοσύνη καλείται να «συνεργασθεί» με τον ουσιαστικά δυτικό καπιταλισμό, ως
το καθολικό μοντέλο. Αυτή είναι η πραγματικότητα και απομένει να δούμε πόσο
αυτό θα υποχωρήσει στην απαίτηση του ανθρώπου να ζήσει με τους τρόπους που
ορίζει η πίστη του. Θεωρώ ότι η λεγομένη «αντικειμενικότητα» στην αντιμετώπιση
των προβλημάτων ήταν πάντοτε αποτέλεσμα της προσαρμογής της κάθε φορά εξουσίας
στις συνθήκες που διατηρούν την ύπαρξή της. Είναι αδύνατο η αντικειμενικότητά
που επικαλείται η εξουσία να στραφεί εναντίον της ύπαρξής της. ʼρα, κάθε
«αντικειμενικότητα» έχει μέσα της και την έννοια της διατήρησης. Η εξουσία δεν
είναι ανιδιοτελής. Η εκκλησία έχει τη δύναμη, ως σώμα Χριστού, να απαλλαγεί από
αυτόν τον πειρασμό, και αυτή είναι η δύναμή της. Στην περίοδο Τρίτση, παρά την
αδυναμία και τα προσωπικά σφάλματα όσων συμμετείχαν, εξάλλου κανένας δεν είναι
χωρίς αμαρτία, υπήρχε αυτή η ανιδιοτέλεια. Εξάλλου και σήμερα αυτή είναι η
δύναμη της εκκλησίας απέναντι σε κάθε «διάλογο». |













