Επίκαιρα

Αρχική arrow Σύνοψη arrow Η «Ελληνική Ιδιαιτερότητα»: από την Βυζαντινή Συναλληλία στην «Επικρατούσα Θρησκεία»
Η «Ελληνική Ιδιαιτερότητα»: από την Βυζαντινή Συναλληλία στην «Επικρατούσα Θρησκεία» PDF Εκτύπωση E-mail

Σπύρος Τρωϊάνος, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Σάββατο 1 Απριλίου 2006

 

Βυζάντιο

Για μερικούς ερευνητές Πολιτεία και Εκκλησία είναι δύο θεσμοί, που στη βυζαντινή αυτοκρατορία βρίσκονται σε αδιάκοπο ανταγωνισμό μεταξύ τους για την επικράτηση. Για άλλους πάλι πρόκειται για δύο μορφές εμφανίσεως της μιας και αδιαίρετης έννοιας της χριστιανοσύνης, μορφές που στην σκέψη των Βυζαντινών δεν είναι νοητές χωριστά. Συχνά διακρίνεται το όλο πρόβλημα σε θέμα βασικών αρχών και σε θέμα προσώπων.

Η ευνοϊκή στάση των αυτοκρατόρων απέναντι στην Εκκλησία δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των προσωπικών αντιλήψεών τους, αλλά και της διαπιστώσεως ότι η νέα πίστη είχε τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά στοιχεία συνοχής του πληθυσμού της αυτοκρατορίας. Αλλά το στοιχείο αυτό λειτουργεί ως παράγοντας συνοχής, μόνον αν υπάρχει δογματική ενότητα, αλλιώς πολλαπλασιάζει την ένταση των διασπαστικών τάσεων.

 

 

του Σπύρου Ν. Τρωιάνου

Η Εκκλησία αποτέλεσε από πολύ ενωρίς θεσμό «κρατικό». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του ενδιαφέροντος για τα οργανωτικά θέματα της Εκκλησίας και την επέμβαση με τη νομοθεσία στα θέματα αυτά. Οι επεμβάσεις αυτές, όταν δεν είχαν προκληθεί από την ίδια την Εκκλησία, γίνονταν με την ανοχή της, αρκεί να μην ξεπερνούσαν ένα απαράβατο όριο: τον σεβασμό της ορθόδοξης δογματικής διδασκαλίας.

Ενώ το πρόβλημα ήταν κοινό, ο διαφορετικός σκοπός του καθενός απαιτούσε και διαφοροποιημένη αντιμετώπιση. Από τη μια πλευρά –της Πολιτείας– εξασφάλιση της ενότητας της πίστης, έστω και με δογματικές παραχωρήσεις («Εγκύκλιον» του Βασιλίσκου, «Ενωτικόν» του Ζήνωνος), από την άλλη –της Εκκλησίας– ορθοτομία της χριστιανικής διδασκαλίας, έστω και χωρίς ενότητα. Τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία, αποβλέποντας η καθεμία στα μέσα που η άλλη πλευρά είχε στη διάθεσή της, επιδίωξαν (κατά κανόνα τουλάχιστον) τη συνεργασία στο πλαίσιο ενός σχήματος που ονομάστηκε «συναλληλία». Σε μία προσπάθεια υπεραπλουστεύσεως, χαρακτηρίστηκε από δυτικούς συγγραφείς το σύστημα ως «καισαροπαπισμός» –όρος που δεν αποδίδει όμως τη βυζαντινή πραγματικότητα.


Περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας

Σύμφωνα με την παραδοσιακή τακτική των μουσουλμάνων ηγετών, οι «λαοί της Βίβλου», οι χριστιανοί και οι Εβραίοι, εφόσον δεν είχαν προβάλει αντίσταση και πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι), μπορούσαν να ζήσουν μέσα στο μουσουλμανικό κράτος, αυτοδιοικούμενοι, κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα με το θρησκευτικό τους δίκαιο.

Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε μία σειρά από ειδικά και γενικά προνόμια, που αποτελούσαν τα νομικά πλαίσια για τη σταδιακή ένταξη του Πατριαρχείου στον οθωμανικό διοικητικό μηχανισμό και την οθωμανική έννομη τάξη. Τα προνόμια αυτά περιείχαν ελευθερία της λατρείας, εσωτερική αυτοδιοίκηση τόσο των θρησκευτικών κοινοτήτων όσο και των ιδρυμάτων με θρησκευτικό ή γενικότερα πνευματικό χαρακτήρα, ελευθερία στη διαχείριση των εκκλησιαστικών περιουσιακών στοιχείων και απαλλαγή από τη φορολογία, το δικαίωμα των εκκλησιαστικών οργάνων να ασκούν δικαιοδοσία σε πνευματικά ζητήματα και να επιλύουν διαφορές οικογενειακού ή κληρονομικού δικαίου κ.ά. Σύμφωνα με τα σχετικά «βεράτια», η αρμοδιότητα για την εκλογή του πατριάρχη ανήκε στην πατριαρχική σύνοδο, τον τελευταίο λόγο όμως είχε ο σουλτάνος, που μπορούσε και να τον απομακρύνει, αν για οποιονδήποτε λόγο γινόταν δυσάρεστος στην Υψηλή Πύλη.

Τα προνόμια στο πέρασμα των αιώνων πολλές φορές ανανεώθηκαν, ακόμη και διευρύνθηκαν. Είναι όμως γνωστό, ότι τα προνόμια και οι εγγυήσεις για το υπόδουλο γένος συχνά παραβιάζονταν με διάφορα προσχήματα, ιδιαίτερα στις απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα επαρχίες του κράτους, όπου ο έλεγχος της τηρήσεώς τους ήταν ανέφικτος.


Περίοδος της Ανεξαρτησίας

Με τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα (1821), διακόπηκε η σχέση των μητροπόλεων και επισκοπών στις επαναστατημένες περιοχές με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η εκκλησιαστική διοίκηση είχε περιέλθει ουσιαστικά στην Πολιτεία (Μινιστέριο της Θρησκείας, αργότερα της Λατρείας και, από το 1829, «Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας»).

Ήδη όμως από την έναρξη του αγώνα, όλα τα συνταγματικά κείμενα περιέλαβαν διατάξεις, με τις οποίες καθιερωνόταν η θρησκεία της Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας ως «επικρατούσα» στην Ελλάδα, με παράλληλη εξασφάλιση για την ελεύθερη τέλεση των λατρευτικών πράξεων κάθε άλλης θρησκείας ή δόγματος.

Η σκέψη της ανεξαρτητοποιήσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για λόγους όχι μόνο πολιτικούς, αλλά και εκκλησιαστικούς, είχε από πολλούς διατυπωθεί και αποκτήσει ένα σημαντικό κύκλο υποστηρικτών. Στις 23 Ιουλίου /1 Αυγούστου 1833 υπογράφτηκε η «Διακήρυξις περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας».

Το διάταγμα αυτό αποτελεί στην ουσία τον πρώτο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία ασκούσε πενταμελής Σύνοδος, αλλά «υπό την κυριαρχίαν του βασιλέως», που με τον τρόπο αυτό κατέληγε να είναι διοικητικός αρχηγός της Εκκλησίας, παρά το ότι ήταν ρωμαιοκαθολικός. Από πλήθος διατάξεων αυτού του Καταστατικού Χάρτη προέκυπτε το πλέγμα των πολιτειακών επεμβάσεων στα εσωτερικά της Εκκλησίας.

Το σύστημα αυτό τελούσε σε απόλυτη εξάρτηση από τις αντιλήψεις του Μάουρερ που δεν είχε ακριβή γνώση των παραδόσεων της Εκκλησίας στην ελληνική Ανατολή και έβλεπε στην Εκκλησία, κάτω από την επίδραση των εμπειριών του με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στη Βαυαρία, έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή της κρατικής εξουσίας.

Ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Κυβερνήσεως και του Πατριαρχείου, εκδόθηκε στις 29 Ιουνίου 1850 συνοδικός τόμος, με τον οποίο η Εκκλησία της Ελλάδος ανακηρυσσόταν (όχι αναδρομικά) αυτοκέφαλη, με ορισμένους όρους αναφερόμενους στον τρόπο διοικήσεώς της.

Το 1852, ψηφίστηκαν οι νόμοι Σ΄ και ΣΑ΄, «Περί επισκοπών και επισκόπων και περί του υπό τους επισκόπους τελούντος κλήρου» και «Νόμος καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος», που αποτέλεσαν μαζί τον δεύτερο κατά σειρά Καταστατικό Χάρτη της ελληνικής Εκκλησίας. Με τους νόμους αυτούς περιορίστηκαν αρκετά –χωρίς όμως και να εξαλειφθούν– οι επεμβάσεις της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα.

Στα επαναστατικά συντάγματα και στο Σύνταγμα του 1844 καθιερωνόταν η θρησκεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως η επικρατούσα στην Ελλάδα, με άμεση συνέπεια την απαγόρευση προσηλυτισμού και κάθε άλλης επεμβάσεως σε βάρος της από τις άλλες γνωστές ή μη θρησκείες. Έτσι, παρά το γεγονός πως η τέλεση της λατρείας των γνωστών θρησκειών ήταν κατά το Σύνταγμα ανεκτή (όχι ελεύθερη) κάτω από την προστασία των νόμων, η έννοια της «επικρατούσας θρησκείας» μετέβαλε με την παραπάνω διάταξη περιεχόμενο και από θρησκεία της πλειονότητας των πολιτών έγινε η επίσημη θρησκεία του κράτους.

Ουσιώδης ωστόσο καινοτομία στα επόμενα Συντάγματα, του 1925 και του 1927, ήταν η ρητή κατοχύρωση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως, οπότε η ανεξιθρησκεία που υπήρχε μέχρι τότε μεταβλήθηκε σε θρησκευτική ελευθερία.

Η ιδιότητα της «επικρατούσας» θρησκείας υπό το νέο αυτό περιεχόμενο δεν σήμαινε ότι ασκούσε κάποια εξουσία επάνω στις άλλες «γνωστές» θρησκείες μέσα στην επικράτεια, αλλ’ ότι αποτελούσε την επίσημη θρησκεία που το Κράτος είχε «προικίσει» με ορισμένα προνόμια. Έτσι βέβαια δημιουργείτο κάποια ανισότητα ανάμεσα στην «επικρατούσα» και στις άλλες (γνωστές) θρησκείες, που δεν επεκτεινόταν όμως και στους οπαδούς τους, γιατί η εισαγωγή διαφορετικής (άνισης) μεταχειρίσεως για τους πιστούς των διαφόρων θρησκειών θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της θρησκευτικής ισότητας των ατόμων, είτε Ελλήνων είτε αλλοδαπών.

Υπό το κράτος του Συντάγματος του 1952 η Εκκλησία της Ελλάδος έχει την ιδιότητα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το ίδιο δε ισχύει και για τις οργανωτικές της υποδιαιρέσεις. Η Εκκλησία της Ελλάδος αυτοδιοικείται, οι λεπτομέρειες ωστόσο της αυτοδιοικήσεως δεν καθορίζονται στο Σύνταγμα, αλλά ρυθμίζονται από τον κοινό νομοθέτη. Η ρύθμιση αυτή με νόμο, δηλαδή με τους διαδοχικούς Καταστατικούς Χάρτες της Εκκλησίας, άφηνε στην Πολιτεία τη σχετική πρωτοβουλία και διευκόλυνε τις κάθε μορφής επεμβάσεις, περιορίζοντας έτσι ουσιαστικά την αυτοδιοίκηση. Το σύστημα αυτό ονομάστηκε «της νόμω κρατούσης Πολιτείας».

Το Σύνταγμα του 1975(/1986/2001) περιέχει ουσιαστικές αλλαγές στο θέμα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας: α) Η διάταξη ότι ο αρχηγός του Κράτους, ήδη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρέπει να ανήκει στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επαναλαμβάνεται. β) Αντίστοιχα έχει απαλειφθεί και από το κείμενο του όρκου που δίνει κατά την ανάληψη των καθηκόντων του η υποχρέωση να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία. γ) Τώρα πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 13§2 εδ. γ΄, ο προσηλυτισμός απαγορεύεται γενικώς, δηλαδή σε βάρος οποιασδήποτε (γνωστής) θρησκείας και όχι μόνο της επικρατούσας. δ) Η κατάσχεση εντύπων επιτρέπεται από το άρθρο 14§3 λόγω προσβολής όχι μόνο της χριστιανικής, αλλά και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας. ε) Σύμφωνα με το άρθρο 16§2, ανάμεσα στους σκοπούς της παιδείας περιλαμβάνεται και η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως, ενώ το άρθρο 16§2 του Συντάγματος του 1952 όριζε ότι η διδασκαλία στα σχολεία της μέσης και της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως αποσκοπεί «την ανάπτυξιν της εθνικής συνειδήσεως των νέων επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».

Κατά την άποψή μου, δεν έχει ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» στο Σύνταγμα του 1975 το ίδιο περιεχόμενο, όπως στα μέχρι τότε Συντάγματα, δεν σημαίνει δηλαδή πλέον την επίσημη θρησκεία που τυχαίνει ιδιαίτερης, προνομιακής μεταχειρίσεως, αλλά μόνο την αριθμητικώς επικρατούσα θρησκεία, τη θρησκεία της πλειονότητας του ελληνικού λαού.

Υποστηρίζεται όμως και άλλη άποψη, κατά την οποία η προαναφερθείσα συγχέει δύο διαφορετικά πράγματα: την αιτία αναγωγής της ορθόδοξης θρησκείας σε επικρατούσα αφενός με την κανονιστική σημασία του όρου αφετέρου.

Το νέο Σύνταγμα δεν απομακρύνεται από το σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας», αντίθετα μάλιστα το θεσμοθετεί με τη ρητή αναφορά του Καταστατικού Χάρτη. Με τα παραπάνω δεδομένα, δηλαδή το διαφορετικό περιεχόμενο της έννοιας «επικρατούσα θρησκεία» στο νέο Σύνταγμα και την τάση του για εξίσωση όλων των γνωστών θρησκειών, οι παραδοσιακά στενοί δεσμοί μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας έχουν γίνει πολύ χαλαροί και στον κοινό νομοθέτη απόκειται να τους καταστήσει ακόμη χαλαρότερους μέσα στα πλαίσια που το Σύνταγμα παρέχει.


* Ο κ. Τρωιάνος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18.07.1933. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1951–1956) και Βυζαντινή Ιστορία και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου (1960–1965). Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως Υφηγητής και Καθηγητής, από το 1970 έως το 2000, Εκκλησιαστικό Δίκαιο και Ιστορία του Δικαίου. Μετά το 2000 συνεχίζει τη διδασκαλία σε μεταπτυχιακό επίπεδο ως Ομότιμος Καθηγητής. Υπήρξε Επιστημονικός Συνεργάτης της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών (1963–1965), Ερευνητής στο Κέντρο Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών (1966–1976), Μέλος ερευνητικού προγράμματος Φρανκφούρτης/Γοτίγγης για την επανέκδοση των πηγών βυζαντινού δικαίου από το 1974, Στέλεχος της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών (από το 1988). Διατέλεσε Γενικός Διευθυντής Θρησκευμάτων Υπουργείου Παιδείας (1979–1982), Πρόεδρος Ιονίου Πανεπιστημίου (1993–1998), Κοσμήτωρ Νομικής Σχολής (1994–2000).Είναι συγγραφέας 20 βιβλίων και άνω των 200 μελετών σε ελληνική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Έχει τιμηθεί με ανώτατα παράσημα των πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και της Εκκλησίας της Ελλάδος και από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα.

 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

1synedrio_1mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.