| Η Δυτικοευρωπαϊκή Εμπειρία στις Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους |
|
|
|
|
Βασίλειος Μακρίδης, Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Erfurt (Γερμανία)
Σάββατο 11 Μαρτίου 2006
Το λίαν επίκαιρο θέμα των σχέσεων εκκλησίας-κράτους
στην Ελλάδα παρουσιάζει αναμφίβολα πολλές πτυχές και συζητείται ποικιλόμορφα
στις μέρες μας. Ένα από τα βασικά σημεία, γύρω από το οποίο περιστρέφεται η όλη
συζήτηση, αφορά στη σύγκριση της κατάστασης στην Ελλάδα μ αυτήν στη Δυτική
Ευρώπη, ειδικότερα δε στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δυτικοευρωπαϊκές
εξελίξεις αποτελούν σημείο αναφοράς για τον ελληνικό χώρο, τόσο από θετική όσο
και από αρνητική σκοπιά. Από τη μια πλευρά, υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν την
κατάσταση στην Ελλάδα ουσιαστικά κάτω από το πρίσμα των εξελίξεων αυτών, οι
οποίες τοιουτοτρόπως αποκτούν κανονιστικό χαρακτήρα και μεταβάλλονται στις
περισσότερες περιπτώσεις σε παράδειγμα προς μίμηση. Από την άλλη πλευρά,
υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν στην ιδιαιτερότητα του Ορθόδοξου ελληνικού χώρου
και αξιολογούν αρνητικά τις δυτικοευρωπαϊκές εξελίξεις γενικά, θεωρώντας ότι
αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή. Οι βασικές αυτές τοποθετήσεις, πέραν των επί μέρους διαφοροποιήσεών τους, ενισχύονται και από πολλούς άλλους παράγοντες, όπως από θεωρίες περί του αναγκαίου εκσυγχρονισμού της εκκλησίας ή από αντιδυτικές τάσεις αντίστοιχα. Παρότι δε πολλές από τις επισημάνσεις και προτάσεις των δύο αυτών πλευρών δεν είναι αβάσιμες ή εσφαλμένες, εν τούτοις και οι δύο παραμένουν βασικά δέσμιες σε πολωτικά σχήματα (π.χ. υπανάπτυκτη Ανατολή-προοδευτική Δύση και υπερέχουσα Ανατολή-πεπτωκυία Δύση αντίστοιχα) και αδυνατούν να αποφύγουν τις αξιολογικές κρίσεις στις επιχειρούμενες συγκρίσεις. Η οποιαδήποτε όμως σύγκριση στον τομέα αυτό πρέπει να λάβει υπ όψιν της τις αναπόφευκτα διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές και θρησκευτικές καταστάσεις στην Ορθόδοξη Ανατολή και στη Λατινική Δύση, οι οποίες στο πέρασμα του χρόνου συνέβαλαν στη διαμόρφωση διαφορετικών συστημάτων σχέσεων εκκλησίας και κράτους. Αρχικά, η ουσιώδης αυτή διαφοροποίηση ξεκινά από την ύστερη αρχαιότητα, όταν στην Ανατολική και στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επεκράτησαν τελικά διαφορετικά πρότυπα σχέσεων μεταξύ θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας. Στην μεν Ανατολή επικράτησε το πρότυπο της συναλληλίας/συμφωνίας μεταξύ των δύο -με διάφορες κατά καιρούς παραλλαγές και αναπροσαρμογές-, το οποίο άσκησε στη συνέχεια σημαντικές επιδράσεις στην Ορθόδοξη Ανατολική Ευρώπη γενικά. Ο σύγχρονος σύνδεσμος μεταξύ εκκλησίας και κράτους σε πολλά κράτη με πλειοψηφικά Ορθόδοξο πληθυσμό ή οι διάφορες Ορθόδοξες προτιμήσεις για το πολίτευμα της μοναρχίας αποτελούν τρόπον τινά «επιβιώσεις» της μακράς αυτής παράδοσης. Απεναντίας στη Δύση επικράτησε σχετικά ενωρίς εξ αιτίας άλλων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων το πρότυπο του διαχωρισμού και της επακόλουθης έντασης μεταξύ θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας, το οποίο τελικά οδήγησε στη διεκδίκηση πολιτικής εξουσίας από τους Πάπες της Ρώμης. Οι γνωστές έριδες μεταξύ των δύο εξουσιών κατά τον Μεσαίωνα καθώς και τα σύγχρονα συστήματα χωρισμού εκκλησίας και κράτους σε διάφορα κράτη της Δυτικής Ευρώπης αποτελούν συνέπειες της μακραίωνης αυτής εξέλιξης. Επίσης, η σύγχρονη ύπαρξη ενός κράτους όπως το Βατικανό δεν κατανοείται χωρίς αναφορά στη μακρά αυτή παράδοση. Σημαντικό είναι πάντως να αποφευχθούν τυχόν αξιολογικές κρίσεις για το ποιά κατάσταση είναι η καλύτερη ή η προτιμητέα. Εδώ δεν τίθεται θέμα καλού ή κακού, αλλά για ιστορικώς αναπόφευκτες εξελίξεις. Το πρότυπο της Ανατολής ήταν απλώς εκ των πραγμάτων αδύνατο να πραγματοποιηθεί στη Δύση και αντιστρόφως και επομένως δεν τίθεται θέμα αν ο Ανατολικός ή ο Δυτικός Χριστιανισμός φέρουν ευθύνες για τις ανωτέρω εξελίξεις. Μία επίσης ουσιαστική διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσης αφορά στον τρόπο με τον οποίο αυτές ήλθαν σε επαφή και αντιμετώπισαν τη νεωτερικότητα. Απο τη μια πλευρά, η Δύση εζησε από την αρχή των Νέων Χρόνων και μετά δραματικές αλλαγές, οι οποίες στο πέρασμα του χρόνου άσκησαν καταλυτικές επιδράσεις στη δομή της συμπεριλαμβανομένου και του θρησκευτικού τομέα. Η διάδοση και επικράτηση της Μεταρρύθμισης, η αποδυνάμωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ο έλεγχος των εκκλησιών/ομολογιών από τους πολιτικούς ηγέτες, η θεσμοποίηση της ανεξιθρησκείας μετά το Διαφωτισμό, η εκκοσμίκευση και η αύξηση του θρησκευτικού πλουραλισμού και της ανοχής αποτελούν μερικές από τις ριζοσπαστικές αυτές εξελίξεις. Μέσα από επώδυνες και αρχικά ζημιογόνες διαδικασίες ο Δυτικός Χριστιανισμός κατάφερε τελικά να προσαρμοστεί στη νέα αυτή κατάσταση, προσπαθώντας να διατηρήσει τη δύναμη και επιρροή του με βάση νέες επιλογές και στρατηγικές. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι σήμερα πολλά δυτικοευρωπαϊκά κράτη δεν βλέπουν πλέον τις χριστιανικές εκκλησίες ως αντιπάλους ή εχθρούς, όπως πριν απο μερικούς αιώνες, αλλά προσπαθούν να τις ενεργοποιήσουν για την από κοινού αντιμετώπιση πολλών προσβλήμάτων. Το ίδιο δε επιδιώκουν εν πολλοίς και οι ίδιες οι εκκλησίες και διεκδικούν για το λόγο αυτό αυξημένη δημόσια παρουσία, χωρίς όμως να θέτουν υπο αμφισβήτηση το νομικό καθεστώς των σχέσεών τους με το κράτος, ιδίως δε το σύστημα του χωρισμού που επικρατεί με διάφορες μορφές στη Δυτική Ευρώπη. Τούτο δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι σχέσεις εκκλησίας-κράτους στη Δυτική Ευρώπη είναι τέλειες και ότι ελλείπουν παντελώς τα προβλήματα. Το αντίθετο μάλιστα, αφού άλλωστε η Δυτική Ευρώπη δεν είναι ομοιογενής και αφού υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις στις επί μέρους χώρες. Γενικώς όμως πρόκειται για μια ιδιάζουσα περίπτωση, στην οποία οι εκκλησίες της Δύσης έμαθαν να επιβιώνουν σε καταστάσεις ανοικτού ανταγωνισμού, αμφισβήτησης και πολεμικής εναντίον τους και να μην βασίζονται σε αναμφισβήτητα κεκτημένα ή παραδοσιακά προνόμια. Τούτο δεν αφορά μόνο στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους, αλλά και σε πλείστα άλλα θέματα (π.χ. αναφορικά με την κατανόηση και διάδοση της ίδιας της χριστιανικής αλήθειας). Μια ματιά στον Ορθόδοξο Ανατολικό και ειδικότερα στον ελληνικό χώρο αρκεί για να δείξει ότι εδώ υπάρχει μια πολύ διαφορετική κατάσταση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ζει ακόμη σε μια προνεωτερική εποχή, αντιλαμβάνεται δε τον κόσμο και ενεργεί με βάση αντίστοιχες κατηγορίες σκέψης. Το νεοελληνικό κράτος και η αυτοκέφαλη Ελληνική Εκκλησία ήλθαν μεν κυρίως από το 19ο αιώνα και μετά σε άμεση σχέση με τη Δυτική Ευρώπη και τις εξελίξεις της στα πλαίσια της γενικότερης εξάρτησής τους και των φιλοδυτικών τάσεων της εποχής. Αλλά η επαφή αυτή ήταν στην ουσία επιφανειακή. Και τούτο διότι η νεωτερικότητα ήταν κυρίως προϊόν της ίδιας της Δύσης μέσα από δικές της αυτόνομες διαδικασίες, ενώ στην Ανατολή επέδρασε μόνο ως εξωγενές φαινόμενο, το οποίο δημιούργησε ένα ασαφές και ιδιότυπο μείγμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Όπως δε συνέβη και με άλλα πολιτισμικά σύνολα σε παγκόσμια κλίμακα που βρέθηκαν κάτω από τη διαμορφωτική επίδραση της Δύσης, η εξέλιξη αυτή ήταν απολύτως κατανοητή και φυσιολογική, διότι δεν θα ανέμενε κανείς από την Ορθόδοξη Ανατολή να εξομοιωθεί πλήρως με τη Δύση. Τούτο σημαίνει επίσης ότι δεν θα πρέπει να απαιτεί κανείς σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία να προσαρμοσθεί σε Δυτικά δεδομένα, τα οποία η ίδια εξ αιτίας της παράδοσης και ιστορίας της όχι μόνο αρνείται να αποδεχθεί, αλλά και αδυνατεί να κατανοήσει. Επί παραδείγματι, το θέμα του θρησκευτικού πλουραλισμού έχει ιστορικά θεωρούμενο σαφώς διαφορετική αντιμετώπιση στην Ανατολή απ ότι στη Δύση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία απολαμβάνει εξαιρετικά δικαιώματα ως «κρατική εκκλησία», τα οποία θεωρεί αυτονόητα και μη αναστρέψιμα. Τονίζει δε συνεχώς τον εθνοσωτήριο ρόλο της και απαιτεί ειδική μεταχείριση από το κράτος. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει μάθει να ζει σε συνθήκες εσωτερικής διαφοροποίησης και οξείας αμφισβήτησης, όπως αυτό φαίνεται από τις παλαιότερες αμοιβαίες διαμάχες μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών στη Δυτική Ευρώπη, από τις οποίες τελικά αναδύθηκαν και οι δύο με διαφορετική αυτοκατανόηση και σκοποθεσία και συνυπάρχουν σήμερα χωρίς εντάσεις και προβλήματα, πλην ολίγων εξαιρέσεων. Αυτό είναι κάτι όμως που δεν έζησε η Ορθόδοξη Ανατολή στην ιστορική της εξέλιξη, εφ όσον δεν υπήρξε κάτι ανάλογο με τη Μεταρρύθμιση στους κόλπους της.
Τι
σημαίνουν όμως όλα αυτά σε σχέση με τις σύγχρονες συζητήσεις και προσπάθειες
ανακαθορισμού των σχέσεων εκκλησίας-κράτους στην Ελλάδα; Αρχικά ότι είναι
ανάγκη να κατανοηθούν ουσιαστικά οι σημαντικές διαφοροποιήσεις που χωρίζουν
Ανατολή και Δύση στο θέμα αυτό. Αυτό σημαίνει ότι η λύση δεν βρίσκεται στον εξωραϊσμό
της μιάς κατάστασης και στη δαιμονοποίηση της άλλης. Οι αμοιβαίες επιδράσεις
στα πλαίσια των διεθνών οργανισμών και της παγκοσμιοποίησης είναι σήμερα
βεβαίως αναπόφευκτες, αλλά η αποδοχή τους θα πρέπει να γίνεται μετρημένα και με
σεβασμό στις ιδιαιτερότητες του Ορθόδοξου ελληνικού χώρου. ʼλλωστε, όπως
προελέχθη, δεν πρόκειται για το αν η Ανατολή ή η Δύση είναι καλύτερη στον τομέα
αυτό, αλλά για καταστάσεις που δημιουργήθηκαν αναπόφευκτα στον κάθε πολιτισμικό
χώρο ξεχωριστά. Μέ άλλα λόγια, αυτό σημαίνει τελικά ότι ένας μελλοντικός
χωρισμός εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα με βάση Δυτικά πρότυπα δεν θα
αποτελούσε αυτομάτως πανάκεια και την απόλυτα ιδανική κατάσταση. Το όλο θέμα
είναι σαφώς πιό περίπλοκο. Τα δε προβλήματα αλληλοκατανόησης στις σύγχρονες συζητήσεις
για το θέμα αυτό προέρχονται εν πολλοίς από τις παραδοσιακές πολώσεις και
εχθρότητες μεταξύ των δύο πλευρών. Επομένως, είναι αναμενόμενο τόσο το ότι η
Εκκλησία της Ελλάδος αντιδρά και διεκδικεί τη διατήρηση των δικαιωμάτων της όσο
και το ότι η αντίπαλη πλευρά (π.χ. η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου)
απαιτεί εκσυγχρονιστικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις με βάση τη δυτικοευρωπαϊκή εμπειρία.
ʼλλωστε, και οι εκκλησίες της Δύσης έχουν περάσει ιστορικά από τα στάδια αυτά.
Για παράδειγμα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία συμβιβάστηκε με τον τρόπο της
βεβαίως τελικά με τη νεωτερικότητα κυρίως μετά τη δεκαετία του 1960 ύστερα από
πολλούς αιώνες εντάσεων και συγκρούσεων. Βεβαίως, οι προτεινόμενες αλλαγές στην
Ελλάδα εξαρτώνται και από άλλους, εν πολλοίς δε αστάθμητους παράγοντες, όπως
από τις πολιτικές συγκυρίες και ισορροπίες. Συνολικά ομως, πρόκειται για όψεις
μιας διαδικασίας, η οποία ενδέχεται να διαρκέσει πολλές δεκαετίες και να
επιφέρει τελικά ορισμένες αλλαγές. Οι τελευταίες δεν θα πρέπει πάντως να ταυτίζονται
με ανεπανόρθωτες καταστροφές, αλλά δέον να θεωρούνται στα πλαίσια μιας
εξελικτικής πορείας, η οποία αναπόφευκτα θα τις συμπεριλαμβάνει παντού και
πάντοτε ʼλλωστε, αν θεωρήσει κανείς την Εκκλησία της Ελλάδος από το 1833 και
μετά, θα διαπιστώσει αμέσως την ύπαρξη πολλών κατά καιρούς αλλαγών και
μεταρρυθμίσεων (π.χ. αναφορικά με τους διαφορετικούς Καταστατικούς Χάρτες της
Εκκλησίας της Ελλάδος). Επομένως, πιθανές μελλοντικές αλλαγές στις σχέσεις
εκκλησίας-κράτους, ακόμη και αν επιτευχθούν χωρίς εκκλησιαστική συναίνεση, δεν
θα αποτελέσουν αυτόματα αιτία για οδυρμούς και καταστροφολογία στον
εκκλησιαστικό χώρο, φαινόμενο στο οποίο αυτός αρέσκεται σε σημαντικό βαθμό. Η
εκκλησία έχει από την πλευρά της μεγάλη προσαρμοστικότητα και είναι βέβαιο ότι
θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις νέες προκλήσεις, πράγμα που κατάφεραν
παλαιότερα οι χριστιανικές εκκλησίες στη Δυτική Ευρώπη. Οι σχετικές αντιδράσεις
της εκκλησίας στην Ελλάδα απέναντι στα σχέδια αυτά οφείλονται εν πολλοίς στο
γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο από μια εθνοκεντρική σε μια
ανοικτή και πολυπολιτισμική κοινωνία. Οι επιχειρούμενες αλλαγές δεν είναι υπό
τις συνθήκες αυτές ανώδυνες για τα εμπλεκόμενα μέρη και δή για την εκκλησία, αν
και είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς με ακρίβεια τις μακροπρόθεσμες συνέπειές
τους. Πάντως, οι σχετικές συζητήσεις, διαφωνίες και συγκρούσεις σήμερα στο θέμα
αυτό δεν αποτελούν ούτε την αρχή ούτε το τέλος, αλλά απλώς ένα στάδιο μιας
μακράς πορείας, η οποία ενδέχεται μελλοντικά να αλλάξει τη μορφή της ελληνικής
κοινωνίας. Αν και μη βέβαιο ή απόλυτα αναμενόμενο, αυτό μπορεί τελικά να αποβεί
εις όφελος όλων των εμπλεκομένων μερών. |













