Άρθρα - Μελέτες
Περιλήψεις Εισηγήσεων
Nεωτερικότητα και Εκκοσμίκευση | Nεωτερικότητα και Εκκοσμίκευση |
|
|
|
|
Θάνος Λίποβατς, Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
Σάββατο 4 Μαρτίου 2006
Υπάρχουν πολλές μορφές νεωτερικότητας και εκκοσμίκευσης, τις οποίες πρέπει κανείς να διαφοροποιεί ανάμεσα τους. Η κοσμικότητα στην νεωτερικότητα μπορεί αρχικά να κατανοηθεί και να δικαιωθεί ως μια συνέπεια της χριστιανικής πίστης, και δεν ανάγεται απλά σε παγανιστικές, γνωστικές ή αθεϊστικές θέσεις και στάσεις. Στα πλαίσια του χριστιανισμού ο Θεός προσφέρει στον άνθρωπο ως ένα πεπερασμένο πλάσμα την υιοθεσία, καθώς και την συμφιλίωση μαζί του, μέσω της πίστης στο πρόσωπο του Χριστού, ως του ενσαρκωθέντος, σταυρωθέντος και αναστηθέντος θεανθρώπου.
Η
υιοθεσία αυτή σημαίνει στην δυτική χριστιανική παράδοση, ότι ο άνθρωπος
παρέλαβε τον δημιουργημένο κόσμο ως κληρονόμος, έχοντας την δυνατότητα και την
ελευθερία της δικής του θέλησης για ενεργητική και δημιουργική παρέμβαση στα
πράγματα της φύσης και της ιστορίας. Έτσι ο χριστιανός που εμφορείται από την
πίστη και εκφράζεται μέσω έργων
αγάπης, αποκτάει μια αληθινή αυτονομία, που ενέχει τη δυνατότητα εκκοσμίκευσης, όχι όμως εκκοσμισμού του εγκόσμιου πεδίου δράσης του, δηλ. της αυτοαναφορικής αυτονομίας του ανθρώπου, που τείνει να πάρει τη θέση του Θεού και να αυτοθεοποιηθεί. Οι παραδοσιακές εκκλησίες, στην προνεωτερική εποχή, είχαν επενδύσει θεολογικά τον κόσμο μ έναν τρόπο, ο οποίος δεν μπορεί πλέον να πείσει τους σκεπτόμενους πιστούς. Στην αρχή της νεωτερικότητας βρίσκεται έτσι (από το 1500) η εξατομίκευση, η ανακάλυψη της αυτονομίας του πεπερασμένου υποκειμένου μέσα από την ελεύθερη και υπεύθυνη σχέση του με τον πεπερασμένο και τον απόλυτον ʼλλο. Όμως η εξατομίκευση κινδυνεύει από την άλλη να εκπέσει στον ατομικισμό, δηλαδή την απάρνηση του ʼλλου και την ναρκισσιστική φαντασίωση της παντοδυναμίας του ανθρώπου. Η ελευθερία του νεωτερικού, χριστιανικού υποκειμένου έχει ως συνέπεια όμως, ότι ο άνθρωπος ως σκεπτόμενο και δρών άτομο, δεν δεσμεύεται πλέον απέναντι σε παραδόσεις και κλειστά σχήματα οργάνωσης και ερμηνείας της φύσης και της κοινωνίας. Ωστόσο η αρχική επικράτηση του ορθολογισμού των φυσικών επιστημών οδήγησε σε αδιέξοδα, στα οποία έδωσε λύση η ανάδυση των εναλλακτικών μοντέλων των ερμηνευτικών επιστημών του Λόγου. Η μερική διάβρωση της παραδοσιακής πνευματικής αυθεντίας στη νεωτερικότητα, ευνόησε από την άλλη την εμφάνιση εγκοσμιοποιημένων υποκατάστατων: αυτό γιατί οι παραδοσιακές εκκλησίες αντέταξαν επί μακρόν μιαν αμυντική στάση. Τούτο εκφράσθηκε με την εμφάνιση των πολιτικών, εκκοσμικευμένων θρησκειών στον 19ο και 20ο αιώνα, οι οποίες επαγγέλλονται τη λύτρωση μέσα στην εμμένεια του κόσμου, και προσπαθούν να θεμελιώσουν φαντασιακά την αυθεντία επάνω στην ναρκισσιστική αυτοαναφορικότητα του ανθρώπου. Μπορεί να διακρίνει κανείς πέντε διαφορετικές έννοιες της εκκοσμίκευσης, οι οποίες δεν ταυτίζονται και δεν συγχέονται ανάμεσα τους: ως προϊούσα απώλεια σημασίας της θρησκείας, ως παραίτηση της εκκλησιαστικής αυθεντίας από τους χώρους της κοσμικής εξουσίας, ως αποχριστιανισμός και απεκκλησιασμός του πληθυσμού, ως απώθηση και συγχρόνως διατήρηση και μετασχηματισμός των χριστιανικών αξιών μέσα στα πλαίσια της εκκοσμικευμένης κοινωνίας, και ως ανασυγκρότηση της έντασης ανάμεσα στο προφητικό περιεχόμενο του ιουδαϊκού-χριστιανικού μηνύματος και στις εγκόσμιες σχέσεις μέσα στην κοινωνία. Οι εκκλησίες δεν πρέπει να διακατέχονται από το φόβο ενάντια σε κάθε τι το Νέο. Ο φόβος αυτός ασυνείδητα σημαίνει την έλλειψη πίστης στο Θεό, και την φετιχοποίηση των δευτερευόντων, μεταβλητών, ιστορικών στοιχείων της πίστης. Όμως η εσχατολογική προοπτική (που δεν είναι βίαιη, αποκαλυπτική), ενέχει τη διάσταση της ιστορικότητας και της χρονικότητας, το άνοιγμα στο Νέο. Αυτό απαιτεί επίσης και το άνοιγμα των εκκλησιών στο πνεύμα του οικουμενισμού και τον διάλογο ανάμεσα τους. Στη σύγχρονη, υστερονεωτερική εποχή έχουν προκύψει νέα προβλήματα. Το ένα εξ αυτών είναι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός μέσα στα πλαίσια της πλουραλιστικής κοινωνίας. Αν σήμερα εμφανίζεται στις ισλαμικές χώρες, αυτό είναι ένα δείγμα της αδυναμίας που της διακατέχει, να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της νεωτερικότητας. Το άλλο πρόβλημα έγκειται στην παράλληλη, διαβρωτική επιρροή που ασκούν ο μεταμοντέρνος σχετικισμός των αξιών και ο άκριτος, δαρβινιστικός νεοφιλελευθερισμός.
Αυτό
το κλίμα ευνοεί όμως την ανάδυση νεογνωστικών, νεοπαγανιστικών μορφών
θρησκευτικότητας, πουν απορρίπτουν εξ ίσου τον κριτικό, ορθό Λόγο και τον
Μονοθεϊσμό και τον ηθικό Νόμο. Εδώ μόνον η κριτική φιλοσοφία και η ψυχανάλυση, καθώς
και ο αυτομεταρρυθμιζόμενος χριστιανισμός, θα μπορούσαν από κοινού ν
αντισταθούν στο πνεύμα του θετικισμού και του μυστικισμού της εποχής. |














