Επίκαιρα

Αρχική arrow Σύνοψη arrow Μεταξύ Θεού και Καίσαρος: προς μία Εσχατολογία της πολιτικής παρενόχλησης
Μεταξύ Θεού και Καίσαρος: προς μία Εσχατολογία της πολιτικής παρενόχλησης PDF Εκτύπωση E-mail

Βασίλης Αδραχτάς, Δρ Παντείου Πανεπιστημίου και Πανεπιστημίου του Sydney, Εκδότης του περιοδικού Θρησκειολογία

 

 

Σάββατο 4 Μαρτίου 2006

 

Το αίτημα μιας άλλης «πολιτικής θεολογίας»

Μεταξύ Θεού και Καίσαρος ή, επί το ακριβέστερον, στο μέσον Εκκλησίας και Κράτους? όχι απλώς στη συμβολή και / ή αντιπαράθεση Εκκλησίας και Κράτους, αλλά πρωτίστως και κυρίως εντός και εκτός Εκκλησίας και Κράτους. Με άλλα λόγια, και μέσα και έξω από την Εκκλησία? και μέσα και έξω από το Κράτος. Ιδού, λοιπόν, το μείζον πρόβλημα που τίθεται πια –ή που μπορεί να τεθεί, αν θέλετε– για τη χριστιανική συνείδηση: το να είσαι και, ταυτόχρονα, να μην είσαι πιστός? το να είσαι και, ταυτόχρονα, να μην είσαι πολίτης. Αναμφισβήτητα, ενδιαφέρουσες και χρήσιμες είναι οι περιγραφές, οι αναλύσεις και οι συνθέσεις ως προς τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, αλλά απλούστατα δεν αρκούν? και όχι μόνο δεν αρκούν, αλλά κινδυνεύουν να χάσουν την όποια αξιοπιστία τους, εφ’ όσον αρθρώνονται γενικώς και αορίστως εν ονόματι του αληθινού ανθρώπου, τουτέστιν εν τη

 

απουσία –πολυμερώς και πολυτρόπως– ενός εκάστου εξ ημών, των πραγματικών ανθρώπων. Κατά συνέπεια, όσο μεγάλο ζήτημα είναι η συνεχής διευθέτηση των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους, άλλο τόσο –αν μη τι άλλο– είναι και ο συνεχής αυτοπροσδιορισμός της χριστιανικής υποκειμενικότητας έναντι των σχέσεων αυτών? η δοκιμή της πιστότητάς μας απέναντι στην εκκλησιαστική και κρατική θεσμικότητα, η πραγμάτωση της αυτεξούσιας θρησκευτικής και πολιτικής μας πράξης.

Το ζητούμενο μιας αυτεξούσιας θρησκευτικής και πολιτικής πράξης είναι συνυφασμένο με το ζητούμενο μιας πολιτικής θεολογίας και, γιατί όχι, μιας θεολογικής πολιτικής. Ως προς το δεύτερο αυτό ζητούμενο δύο είναι κατά βάσιν οι τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να στοιχειοθετήσει την τοποθέτησή του. Πρώτον, μπορεί να αναζητήσει εναύσματα στη σύγχρονη δυτικοευρωπαϊκή «πολιτική θεολογία» (politische Theologie) και τις ομόλογές της «θεολογία της απελευθέρωσης» και «θεολογία της επανάστασης». Δεύτερον, μπορεί να διευρύνει τον ορίζοντά του και να αναζητήσει τύπους, τάσεις και πραγματώσεις χριστιανικής πολιτικής υποκειμενικότητας σε όλες τις περιόδους και σε όλο το φάσμα της ιστορικής διαδρομής του Χριστιανισμού. Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, ο δεύτερος από τους εν λόγω τρόπους δεν μπορεί εν τοις πράγμασι παρά να περάσει μέσα από την προοπτική που ούτως ή άλλως θέτει ο πρώτος –δυνάμει, εννοείται, της λογικής και των ορίων που συνεπάγεται η ερμηνευτική πράξη. Φαίνεται, λοιπόν, πως είναι δοκιμότερο να αρθρώσει κανείς, κατ’ αρχάς, μία όσο το δυνατόν πιο συμπεριληπτική ιστορική θεώρηση και, εν συνεχεία, να επιχειρήσει μία θεολογική πρόταση που θα αξιοποιεί τα παρελθόντα διαλεγόμενη με τα παρόντα εν όψει και χάριν πάντοτε των μελλόντων.

Ιστορία, πολιτική και ερμηνεία στον Χριστιανισμό

Οποιαδήποτε ιστορική θεώρηση του Χριστιανισμού προϋποθέτει και συνεπάγεται ταυτόχρονα την εγγενή και, ως εκ τούτου, ιδιάζουσα σχέση του Χριστιανισμού με την ιστορία? όχι ότι ο Χριστιανισμός ασκεί κάποιου είδους μονοπώλιο στην παραγωγή της ιστοριογραφίας, αλλά δίχως την παρουσία του δεν είναι (κατα)νοητή η γένεση, ανάπτυξη και εμπειρία της ιστορικότητας. Η ιστορική (αυτο)συνείδηση και υποκειμενικότητα θεματογραφούνται ως θεμελιώδη φαινόμενα του χριστιανικού είναι-εν-τω-κόσμω: ο Χριστιανισμός είναι η ιστορία –μέχρι την αυγή της νεοτερικότητας– κι όταν ακόμα ο Χριστιανισμός τελεί σε ένταση με την ιστορία –κατά τη διάρκεια της μετα/νεοτερικότητας– η ιστορία απλούστατα δεν παύει ποτέ να είναι χριστιανική? το πολύ-πολύ παίρνει χαρακτήρα μετα-χριστιανικό. Κι αυτό συμβαίνει, διότι στα όρια του Χριστιανισμού ως θρησκευτικής εμπειρίας το Θείο βιώνεται ως η ενυπόστατη νοηματοδότηση του χρόνου, με άλλα λόγια ως η απόλυτη ιστορική συνείδηση. Παράλληλα, όμως, στα όρια της εκκοσμίκευσης, όχι βέβαια ως θρησκευτικής αλλά ως ιεροφανειακής εμπειρίας, η έλλογη περιπέτεια της ιστορίας βιώνεται ως υπέρβαση του χριστιανικού μύθου, με άλλα λόγια ως ο αληθής λόγος του Χριστιανισμού. Από τη μία, λοιπόν, ο «Λόγος σαρξ εγένετο», τουτέστιν η κατ’ εξοχήν ανθρώπινη πράξη, συνείδηση, ιστορία, και από την άλλη η ιστορία «Λόγος» παρέμεινεν, τουτέστιν η κατ’ εξοχήν παραδοξότητα, προβληματικότητα, χριστιανικότητα.

Η ένταση και το προβληματικό στοιχείο στις σχέσεις Χριστιανισμού και εκκοσμίκευσης γενεαλογείται με σημείο αναφοράς και αφετηρίας την παραδοξότητα που συνιστά το πρόσωπο, το κήρυγμα και η δράση του Ιησού. Είναι με την παρουσία του Ιησού που ο χρόνος αποκτά το απόλυτο νόημά του ως ιστορία και, παράλληλα, είναι με την απουσία του Ιησού που η ιστορία παλινδρομεί στο φάσμα του μηδενός. Ως θρησκευτική παρουσία ο Ιησούς συνιστά την έσχατη διάσταση του ιστορικού, ενώ ως θρησκευτική απουσία ο Ιησούς συνιστά την έσχατη μέριμνα του ιστορικού. Εδώ ακριβώς έγκειται και η ιδιοπροσωπία του Χριστιανισμού: δεν είναι απλά ιστορία, αλλά ιστορία με συνείδηση της θεμελιακής εκκρεμότητάς της? ο Κύριος ήταν εδώ, ο Κύριος δεν είναι εδώ, ο Κύριος θα είναι εδώ –κι αυτή η διαλεκτική συνιστά το πεδίο, το πρόβλημα και τη δυναμική της χριστιανικής εσχατολογίας. Κατά συνέπεια, η ιστορία, δηλαδή η ανθρώπινη πράξη που έχει συνείδηση της απόλυτης παρουσίας και της απόλυτης απουσίας του νοήματός της, δεν αποτελεί απλώς το πεδίο του Χριστιανισμού, αλλά και το ριζικό του πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που ο Χριστιανισμός και, κατ’ επέκταση, κάθε μετα-χριστιανικό φαινόμενο βιώνει σε σχέση με κάθε εκδήλωση της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτισμικής, θρησκευτικής και πολιτικής ζωής.

Το θεμελιώδες αίνιγμα-πρόβλημα της παρουσίας / απουσίας του Ιησού δεν μπορούσε παρά να αναδειχθεί σε γενεσιουργό αίτιο μιας σειράς από απαντήσεις-λύσεις εκ μέρους των χριστιανικών συνειδήσεων, ομάδων, κινημάτων, κοινοτήτων και κοινωνιών. Με άλλα λόγια, λειτούργησε ως το μείζον ζητούμενο, ένα ζητούμενο στο οποίο ανταποκρίθηκε μία πληθωρική, δυναμική και εν πολλοίς αντιφατική τυπολογία από χριστιανικές εσχατολογίες. Ανάλογα με την εποχή και τα κείμενα που λαμβάνει κανείς υπ’ όψιν του στην ιστορική διαδρομή του Χριστιανισμού, θα μπορούσε σχηματικά να χαρτογραφήσει το ανάπτυγμα της χριστιανικής εσχατολογίας σε τρεις τετράδες. Μέχρι τις αρχές του τέταρτου αιώνα είναι ανιχνεύσιμες η εσχατολογία του «τέλους», η εσχατολογία του «πληρώματος», η εσχατολογία του «προορισμού» και η εσχατολογία του «μέρους»? ανάλογα πάντα με το πώς οι χριστιανοί βιώνουν το πρόσωπο, το κήρυγμα και τη δράση του Ιησού ως φανέρωσης της «Βασιλείας του Θεού» εντός του ιστορικού χρόνου. Από τον τέταρτο αιώνα και μέχρι τις απαρχές της νεοτερικότητας είναι ανιχνεύσιμες η εσχατολογία της ουτοπίας, η εσχατολογία της «θεωρίας», η εσχατολογία του τόπου και η εσχατολογία της «εικόνας»? ανάλογα πάντα με το πώς οι χριστιανοί βιώνουν τον ρόλο που καλείται να παίξει η αποκλειστική πια ιδιοποίηση του ιστορικού εκ μέρους της Εκκλησίας. Τέλος, στη μετανεοτερική εποχή είναι ανιχνεύσιμες η εσχατολογία του ανά-πάσα-στιγμή, η εσχατολογία του κατά-πάσαν-στιγμήν, η εσχατολογία του εν-πάση-στιγμή και η εσχατολογία του δια-πάσης-στιγμής? ανάλογα πάντα με το πώς οι χριστιανοί βιώνουν την υποκειμενικότητά τους εν σχέσει προς το πολύ συγκεκριμένο εκάστοτε ιστορικό παρόν.

Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι όλοι αυτοί οι τύποι χριστιανικής εσχατολογίας πραγματώνονται, τελικά, ως διάφορες μεταξύ τους αναμετρήσεις με το θεμελιώδες πρόβλημα που συνιστά η ίδια η ιστορικότητα και ότι ως τέτοιες ακριβώς καταθέτουν τις δικές τους πρόσφορες, ενδεδειγμένες ή καθολικές λύσεις, τις δικές τους υπερβάσεις των εντάσεων της ανθρώπινης συνείδησης, τις δικές τους εκδοχές περί πολιτικής πράξης. Ειδικότερα, οι εσχατολογίες του «τέλους», του «πληρώματος», του «προορισμού» και του «μέρους» προέκριναν την πολιτική της ιδεολογικής σύγκρουσης, της εσωτερικευμένης χειραφέτησης, της εξουσιαστικής υποκατάστασης και της κοινωνικής παρέμβασης, αντίστοιχα. Από την πλευρά των εσχατολογιών της ουτοπίας, της «θεωρίας», του τόπου και της «εικόνας», προκρίθηκαν πολιτικά η αποκαταστασιακή ιδεολογία, η ηθική της αυτονομίας, η εμπέδωση της ιεραρχικότητας και η υπερβασιακή λειτουργία των θεσμών, αντίστοιχα. Τέλος, οι εσχατολογίες του ανά-πάσα-στιγμή, του κατά-πάσαν-στιγμήν, του εν-πάση-στιγμή και του δια-πάσης-στιγμής προέκριναν ένα φάσμα πολιτικών συμπεριφορών και νοημάτων που περιλαμβάνει την πουριτανική κριτική, τον ανατρεπτικό ακτιβισμό, την εκτονωτική ιδιώτευση και την αναπτυξιακή συμμετοχή, αντίστοιχα.

Προς μια εσχατολογία της πολιτικής παρενόχλησης

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις το θεμελιακό αίνιγμα-πρόβλημα της παρουσίας / απουσίας του Ιησού μεταφράζεται στην τάδε ή στη δείνα μορφή αυθεντίας, η οποία με τη σειρά της μετασχηματίζεται σε περαιτέρω μορφές ιδεολογικής θεμελίωσης, σχέσεων εξουσίας, πολιτικής συμπεριφοράς και υποκειμενικότητας. Σημειωτέον, μάλιστα, ότι είναι όλες τους εξίσου χριστιανικές και κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει για τη μία ή την άλλη αποκλειστικούς τίτλους αυθεντικότητας –παρεκτός εάν χρησιμοποιήσει κριτήρια αριθμητικά ή, τέλος πάντων, μακρο-κοινωνικά. Τέτοια, όμως, κριτήρια ελάχιστη σημασία έχουν στην άρθρωση της θεολογικής αυτοσυνειδησίας. Επιπλέον, αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι όλες οι ανωτέρω εκδοχές χριστιανικής πολιτικής εσχατολογίας ενδίδουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πίεση της εκκοσμίκευσης ως εγγενούς προβλήματος και εσωτερικής υπόθεσης του Χριστιανισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα όφειλαν να υπερβούν την εκκοσμίκευση –κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με απώλεια του ίδιου του εσχατολογικού βιώματος– αλλά ότι θα όφειλαν να εμμείνουν στο «μεταξύ», να υπομείνουν το δράμα του διλήμματος στο οποίο τους κάλεσε ο Ιησούς και να παραμείνουν πιστές σ’ αυτόν ως την έσχατη, απρόβλεπτη και μοναδική λύση της ιστορίας.

Αν, επομένως, θέλουμε να αρθρώσουμε σήμερα μία άλλη «πολιτική θεολογία», αυτό είναι κάτι που αφ’ ενός μεν οφείλεται στην ασυμφωνία, αδυναμία ή αποτυχία των προγενέστερων μορφών εσχατολογίας στο πλαίσιο των σύγχρονων συνθηκών, αφ’ ετέρου δε απαιτεί μία προγραμματική αποστασιοποίηση από κάθε μορφή καθεστωτικότητας, είτε εκκλησιαστικής είτε κρατικής. Η χριστιανική συνείδηση και υποκειμενικότητα καλείται σήμερα να μην καθιστά τον Θεό Καίσαρα ή τον Καίσαρα Θεό καθ’οιονδήποτε τρόπο? καλείται να πραγματωθεί πολιτικά έχοντας συνείδηση ότι δεν υπάρχουν έσχατες λύσεις στο καημό της ιστορίας εντός της ιστορίας, αλλά μόνον προσωρινές υπομνήσεις της έσχατης λύσης διαμέσου και εν μέσω της ιστορίας. Για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να αναλάβει τη δική της εξουσία ή, καλύτερα, τη δική της αυτεξουσιότητα απέναντι σε Εκκλησία και Κράτος. Θα πρέπει, δηλαδή, αφ’ ενός μεν να ενοχλεί την Εκκλησία θυμίζοντάς της ευκαίρως-ακαίρως ότι κακώς πράττει όταν ρίχνει το βάρος στην καθεστωτική της υπόσταση, αφ’ ετέρου δε να παρενοχλεί το Κράτος θυμίζοντάς του συνεχώς ότι κακώς μονοπωλεί τη σφαίρα της πολιτικής και κάκιστα απομυζά την πολιτική συνείδηση από την ύπαρξη των συλλειτουργών της κοινωνικής ζωής. Αναμφίβολα, μία τέτοια εσχατολογική συνείδηση και υποκειμενικότητα δεν μπορεί να στερήσει, να αποκλείσει, να απαγορεύσει ή να αρνηθεί στην εκκλησιαστική και κρατική καθεστωτικότητα να διευθετούν κατά το δοκούν τις σχέσεις, τις επικράτειες και τα συμφέροντά τους. Μπορεί, όμως, να καταθέσει τη γόνιμη παρενόχλησή της με την ελπίδα ότι ενδέχεται κάτι να υπεισέλθει στη διαδικασία της μετάπλασης των καθεστωτικών δομών –κυρίως η συνείδηση ότι τελούν πάντοτε υπό το άγρυπνο βλέμμα και τον έλεγχο του αυτεξούσιου πολίτη που δεν ελπίζει παρά μόνο στο Μηδέν-που-Απέρχεται. Είναι αυτό ακριβώς το απερχόμενο μηδέν που θα πρέπει να κρατά σε εγρήγορση τη χριστιανική πολιτική συνείδηση, έτσι ώστε να μην παίζει το παιχνίδι κανενός και να διατρανώνει με την πραγμάτωσή της ότι το παιχνίδι της ιστορίας είναι πολύ πιο μεγάλο απ’ όσο φαντάζονται οι παίκτες του…


* Ο κ. Βασίλης Αδραχτάς γεννήθηκε το 1968 στο Sydney της Αυστραλίας. Σπούδασε θεολογία στο Τμήμα Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και παρακολούθησε τον μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών του Τομέα Θρησκειολογίας–Φιλοσοφίας–Κοινωνιολογίας του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας. Είναι Δρ Κοινωνιολογίας της θρησκείας του Παντείου Πανεπιστημίου και Ιστορίας των θρησκευμάτων του Πανεπιστημίου του Sydney. Επαγγελματικά δραστηριοποιείται στο χώρο του βιβλίου ως μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων θρησκειολογικού και θεολογικού περιεχομένου. Παράλληλα, εργάζεται ως συνεργάτης στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Ανήκει στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Θρησκειολογικών Ερευνών, έχει την ευθύνη της σειράς «Θρησκεία και Κοινωνία» των εκδόσεων Φιλίστωρ και είναι εκδότης του επιστημονικού περιοδικού «ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ-ΙΕΡΑ/ΒΕΒΗΛΑ»
 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

1synedrio_4mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.