Επίκαιρα

Αρχική arrow Άρθρα - Μελέτες arrow Περιλήψεις Εισηγήσεων arrow Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση PDF Εκτύπωση E-mail

του Επισκόπου Αχαίας Αθανασίου, Διευθυντή του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2006

 

1. Ιστορικό υπόβαθρο.

Κατ’ αρχήν είναι χρήσιμο να έχουμε μια κατά προσέγγιση ιδέα για τον αριθμό των πιστών διαφόρων θρησκειών στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Τα στατιστικά στοιχεία αναπόφευκτα προκύπτουν από τις διαθέσιμες πληροφορίες, που όμως ποικίλουν από το ένα κράτος στο άλλο. Στη Γερμανία π.χ. έχουμε βιβλία βαπτίσεων και βιβλία ονομάτων εκείνων των μελών που εγκαταλείπουν τις Εκκλησίες τους. Στην Ελλάδα ως πηγές τέτοιων πληροφοριών έχουμε βιβλία βαπτίσεων και γάμων που τελούνται. Σε άλλες χώρες έχουμε την δήλωση που κάνουν οι πολίτες, αν το επιθυμούν, για την θρησκευτική τους ταυτότητα και ένταξη. Το αποτέλεσμα της στατιστικής έρευνας έδειξε ότι η κατάσταση στα κράτη –μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μπορεί να περιγραφεί ως εξής:

 

Καθολικοί 55,40%
Προτεστάντες 13,40%
Αγγλικανοί 6,70%
Ορθόδοξοι 3,10%
Μουσουλμάνοι 2,90%
Εβραίοι 0,30%
Αδιάφοροι κτλ. 18,25%
Από τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι στην Ευρώπη πρυτανεύει η χριστιανική παράδοση, πράγμα που αντανακλάται στην διαμόρφωση του εκκλησιαστικού δικαίου των ευρωπαϊκών κρατών. Γίνεται όμως σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί η ισλαμική και η εβραϊκή- καθώς επίσης και η ουμανιστική- επίδραση στην διαμόρφωση ενός σύγχρονου νομικού πλαισίου για τα θρησκευτικά πράγματα. Η ύπαρξη επίσης ποικίλων, συνήθως μικρών, θρησκευτικών κοινοτήτων με δεσμούς που διατηρούν με μεγαλύτερες κοινότητες σε άλλα μέρη του κόσμου δεν μπορεί να αγνοηθεί από τον νομοθέτη. Ο ιστορικός ρόλος των Εκκλησιών από το ένα ευρωπαϊκό έθνος στο άλλο, οι τύποι παρεμβατικότητας της πολιτικής ηγεσίας στα θρησκευτικά θέματα και ο ρόλος συγκεκριμένων προσώπων της πολιτείας ή της Εκκλησίας στα δημόσια πράγματα, μαζί με τα περιουσιακά προβλήματα που προκύπτουν, είναι όροι συχνά καθοριστικοί στη διαμόρφωση μιας ιστορικής πραγματικότητας που αποτελεί το υπόβαθρο στήριξης του εκκλησιαστικού δικαίου στα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη.


2. Τύποι σχέσεων.

Βασική αρχή για τον καθορισμό των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους είναι η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας ως ατομικού δικαιώματος. Πουθενά δεν υπάρχει νομική πρόβλεψη για το τι πρέπει ή δεν πρέπει να πιστεύει ο πολίτης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικούς τύπους σχέσεων πολιτείας και θρησκείας. Ο πρώτος βασικός τύπος χαρακτηρίζεται από στενές σχέσεις- ασφαλώς με αποχρώσεις που ποικίλουν από το ένα κράτος στο άλλο- μεταξύ κρατικής εξουσίας και Εκκλησίας. Στον τύπο αυτό κατατάσσονται η Αγγλία, η Δανία, η Ελλάδα, η Μάλτα και η Φινλανδία. Ένας άλλος τύπος σχέσεων είναι η αυστηρή διάκριση Εκκλησίας και κράτους, όπως στην Ολλανδία και την Γαλλία (εκτός από τα υπερπόντια εδάφη της χώρας αυτής και τις τρεις γερμανικής προέλευσης διοικητικές περιφέρειες της ʼνω και Κάτω Ρηνανίας και του Μοζέλα). Στην Ιρλανδία το γράμμα του νόμου επιβάλλει την διάκριση μεταξύ των δυο μερών, η οποία όμως δεν μπορεί να επισκιάσει την ισχυρή επίδραση της θρησκείας στην Καθολική κυρίως κοινωνία της χώρας αυτής. Ένας τρίτος τύπος σχέσεων είναι η βασική διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και κράτους με παράλληλη όμως αμοιβαία αναγνώριση διαφόρων κοινών στόχων, η επίτευξη των οποίων απαιτεί κοινή δράση και συνεργασία. Τον τρίτο αυτό τύπο αναγνωρίζουμε κυρίως στην Αυστρία, στα Βαλτικά κράτη, στο Βέλγιο, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, στην Πορτογαλία και στη Σουηδία. Σε μερικά από αυτά τα κράτη υπάρχουν Κονκορδάτα μεταξύ των δύο πλευρών, τα οποία είναι μεν σημαντικά για τον καθορισμό των σχέσεων μεταξύ τους, αλλά μόνον για να διαγράψουν ένα πλαίσιο συνεργασίας, όχι για να καθορίσουν την επικράτηση μιας κρατικής Εκκλησίας ή θρησκείας.

Μια βασική, νομίζω, παρατήρηση στην διαμόρφωση αυτών των σχέσεων είναι ότι πέραν την νομικής διατυπώσεως (του Συντάγματος ή των νόμων) τεράστιο ρόλο παίζει η επίδραση της ίδιας της κοινωνίας και οι συνθήκες που πρυτανεύουν σε αυτήν στα διάφορα κράτη. Από αυτήν, λοιπόν, την άποψη μπορεί να υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην νομική διατύπωση που καθορίζει τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία. Στην πράξη όμως οι κοινωνικές συνθήκες και ισορροπίες που επικρατούν φέρνουν τα τρία αυτά κράτη πολύ πιο κοντά το ένα με το άλλο, ως προς τον ρόλο της Εκκλησίας σε αυτά, από όσο κοντά βρίσκεται η Ελλάδα, η Δανία και η Αγγλία, το εκκλησιαστικό δίκαιο των οποίων φαίνεται να τις φέρνει εκ πρώτης όψεως πολύ πιο κοντά από όσο συμβαίνει στην εκκλησιαστική και κοινωνική πραγματικότητα.

Μια βασική ιστορική εξέλιξη στις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους στην Ευρώπη είναι ότι η αντιεκκλησιαστική στάση, στο βαθμό που εκδηλώθηκε και διατυπώθηκε νομικά κατά περίπτωση, έχει εξασθενήσει. Παντού έχει αναγνωρισθεί ο ρόλος της θρησκείας στην διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής και έχει παραχωρηθεί ελεύθερος χώρος για την ανάπτυξη θρησκευτικών δραστηριοτήτων. Το κράτος εγγυάται την ομαλότητα των συνθηκών για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών. Σε αυτό συμβάλλει σήμερα η βαθύτερη κατανόηση της σημασίας των θεμελιωδών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία η πολιτεία αναλαμβάνει να προστατεύει αναγνωρίζοντας την ουσιαστική σημασία τους και ξεπερνώντας την παλιά αρνητική στάση που επικρατούσε κάποτε εξ αιτίας της αντίληψης ότι η προβολή και διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών διαμόρφωνε μια επαναστατική στάση ομάδων πολιτών που στρέφονταν κατά της αυθεντίας της κρατικής εξουσίας. Μια σημαντική εξέλιξη επίσης είναι το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη αναλαμβάνουν συχνά την πρωτοβουλία να στηρίξουν κοινωνικές δραστηριότητες των Εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων. Η στήριξη αυτή θεωρητικά γίνεται χωρίς διάκριση. Στην πράξη όμως η εμπιστοσύνη και η αμοιβαία κατανόηση επηρεάζουν την ανάπτυξη της συνεργασίας.

Τελειώνοντας την σύντομη αυτή αναφορά μου σε ένα ομολογουμένως σύνθετο θέμα θα ήθελα να υπογραμμίσω την σημασία που έχει ειδικά για την Ελλάδα η προετοιμασία και κατάρτιση κατάλληλων ανθρώπων τόσο από την πολιτεία όσο και από την Εκκλησία, για να γίνεται κάθε φορά η προσφερόμενη ευκαιρία διαλόγου όχι θέαμα κακής ποιότητας, αλλά γόνιμος χρόνος αμοιβαίας κατανόησης και αξιοποίησης προσώπων και υλικών δυνατοτήτων, που υπάρχουν, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, κάθε φορά που αυτό επιδιώκει όχι την προβολή ατομικών και ομαδικών συμφερόντων, αλλά την προώθηση διαχρονικών αξιών και την προαγωγή του δημόσιου και ιδιωτικού βίου.


*Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Aχαΐας Aθανάσιος (Χατζόπουλος) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Διάκονος χειροτονήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1991 και πρεσβύτερος τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ενώ Επίσκοπος χειροτονήθηκε στις 15.10.2000. Έλαβε πτυχίο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών από την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1972 και πτυχίο Θεολογικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου το 1976. Έλαβε licenza από το Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών της Ρώμης (με βαθμό summa cum laude) το 1978 διαμείνας εις το Collegio Russo. Το Ακαδημαϊκό έτος 1978-1979 παρακολούθησε μαθήματα στο Καθολικό Ινστιτούτο των Παρισίων και στην Σορβόννη. Το 1984 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με ειδίκευση στην Ελληνική Πατερική Παράδοση. Διετέλεσε υπότροφος της ποντιφικής επιτροπής για την ενότητα των Χριστιανών από το 1977-1980 και Επιμελητής χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος από το 1983-1994. Το 1987 παρέμεινε επ’ ολίγον εις Λονδίνο για έρευνα στην Βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου και από 1988-1990 στη Ρώμη για έρευνα στην Βατικανική Βιβλιοθήκη. Διετέλεσε Καθηγητής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του Bossey, Εκπαιδευτικού παραρτήματος του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, από 1994- 1997, του Ινστιτούτου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Chambesy της Γενεύης και Επισκέπτης Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης από 1997- 2000. Μεταξύ 1993 και 1994 δίδαξε περιστασιακά στην Ορθόδοξη Θεολογική Ακαδημία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας. Τον Δεκέμβριο του 1998 εκπροσώπησε την εκκλησία της Ελλάδος στην 8η Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Έχει συμμετάσχει στον επίσημο διάλογο Ορθοδόξων και Αγγλικανών ως εκπρόσωπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας. Υπήρξε μέλος επισήμων αποστολών της Εκκλησίας της Ελλάδος, με σκοπό την ανάπτυξη σχέσεων με άλλες χριστιανικές εκκλησίες. Είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Συνέλευσης Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (ΚΕΚ). Είναι Βοηθός του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος και Διευθυντής του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τον Οκτώβριο του 2000.
 
 

Επιλέξτε Γλώσσα

  • Greek
  • English

Νέα ιστοσελίδα

Επισκεφτείτε την νέα ιστοσελίδα της Ακαδημίας.

Εικόνες Συνεδρίου

9synedrio_2mera_2010.JPG

Η Ακαδημία On Line

On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τις εκδηλώσεις: www.imdradio.gr (μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)

Θεολογική Βιβλιοθήκη!

Αναζητήστε στον OPAC Κατάλογο της Βιβλιοθήκης πατώντας εδώ.

 

 

Με δυο λόγια

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις.