Άρθρα - Μελέτες
Περιλήψεις Εισηγήσεων
Η Πολιτική Διαχείριση των Σχέσεων Εξουσίας στη Νεοελληνική Κοινωνία | Η Πολιτική Διαχείριση των Σχέσεων Εξουσίας στη Νεοελληνική Κοινωνία |
|
|
|
|
του Πολύκαρπου Καραμούζη, Δρ. Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, Διδάσκοντος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2006
Η δημιουργία της εθνικής ελληνικής εκκλησίας με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, κατανοήθηκε ως προσπάθεια συμπόρευσής της με την επίσημη κρατική εξουσία και ιδεολογία, από την οποία και εξαρτήθηκε νομιμοποιητικά, ως παράπλευρη διοικητική της συνιστώσα. Η διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας, με τη διάκριση ανώτερου-κατώτερου κλήρου και πιστών, καθώς επίσης και τα προνόμια τα οποία το κράτος παραχωρεί στους ανώτερους θρησκευτικούς του λειτουργούς, ουσιαστικά οδηγούν την εκκλησία, μέσω του ανώτερου κλήρου, στην αναπαραγωγή των ιδιαίτερων εξουσιαστικών δομών, οι οποίες συγκροτούσαν τον κοινωνικό ιστό και χαρακτηρίζονταν πάντοτε ως εθνικές επιλογές.
Η ανάγκη
για θρησκευτική νομιμοποίηση της πολιτικής λειτουργίας του κράτους από μια
ελεγχόμενη επίσημη θρησκευτική αρχή, γινόταν ακόμα πιο αναγκαία, όταν ο θεσμός
της
βασιλείας ως ξενόφερτη πολιτική επιλογή απορρίπτονταν από μεγάλα τμήματα της νεοελληνικής κοινωνίας. Η ηγεσία της ελλαδικής Εκκλησίας όφειλε να αναπαράγει νοηματικά στα πλαίσια της εθνικής νομιμοφροσύνης την πολιτική υποταγή των πιστών χριστιανών στα κελεύσματα της κρατικής εξουσίας. Ο αναπροσδιορισμός επίσης της εθνικής ταυτότητας, η οποία αποτελούσε μια φαντασιακή κατασκευή και ένα ζητούμενο σε κάθε ιστορική περίοδο του νεοελληνικού κράτους και το παρατεταμένο άλυτο εθνικό ζήτημα για την εδαφική ολοκλήρωση του Ελληνισμού, είχαν οπωσδήποτε ανάγκη μιας νομιμοποιητικής λειτουργίας στο ιστορικό παρελθόν, όπου το ελληνικό έθνος έπρεπε να καταδείξει την ιστορική του συνέχεια με βάση μια υπερβατική και λιγότερο λογική εθνική κατασκευή. Η δημιουργία του ιδεολογήματος του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», αλλά και η αντίληψη ότι ο Θεός έχει «εθνολογικό θέλημα», έχοντας προδιαγράψει εκ των προτέρων το μεγαλείο του ελληνικού έθνους, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως εθνικό, οδηγούσε την Εκκλησία στην πρόσδεσή της με τις εθνικ(ιστικ)ες επιλογές, ενισχύοντας την εθνική ιδέα με θρησκευτικά χαρακτηριστικά και τις εθνικές φαντασιώσεις στα άκρα. Συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν η ανάμειξη της ηγεσίας της Εκκλησίας στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες επίσης χαρακτηρίζονταν ως εθνικές. Έτσι με τον εθνικό διχασμό, η Εκκλησία διχάστηκε και εκείνη με αποτέλεσμα ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος να αναθεματίσει τον ίδιο τον Βενιζέλο. Στην ουσία η Εκκλησία μετατρεπόταν σε μερικότητα της ελληνικής κοινωνίας, εφόσον εξοβέλιζε ουσιαστικά τα οικουμενικά της χαρακτηριστικά για λογαριασμό μιας μερικής εκδοχής του έθνους, ενώ παράλληλα ενσωμάτωνε και αναπαρήγαγε όλα εκείνα τα εθνοφοβικά σύνδρομα, τα οποία δημιουργούσαν ή υπερτόνιζαν εμφαντικά εχθρούς, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της χώρας, τακτική που ως ένα βαθμό εξακολουθεί και σήμερα. Όσοι δεν είναι μαζί μας είναι αναγκαστικά απέναντί μας. Με τον τρόπο αυτό οποιαδήποτε διαφορετική ιδεολογική κατασκευή πέραν της εθνικής ήταν καταδικασμένη. Ενδεχομένως η ανάμειξη σήμερα της Εκκλησίας στα εθνικά θέματα, την διατηρεί ως ένα βαθμό στο προσκήνιο, επειδή και σήμερα τα θέματα αυτά εξακολουθούν να προκαλούν ένα κοινωνικό ενδιαφέρον. Ωστόσο η εμμονή στις εθνικές φαντασιώσεις του παρελθόντος και η πολιτογράφηση της Εκκλησίας ως θεματοφύλακα των εθνικών παραδόσεων και μόνο, δημιουργεί προβλήματα, εφόσον την οδηγεί αναπόφευκτα στην πολιτική παρέμβαση από τη στιγμή μάλιστα που το περιεχόμενο των εθνικών επιλογών το έχει η συντεταγμένη πολιτεία. Από την άλλη πλευρά η όποια διαχείριση της εθνικής ιδεολογίας σε μια πολυπολιτισμική και πολυεθνική κοινωνία, η οποία τείνει να διαμορφωθεί και στον ελλαδικό χώρο, ουσιαστικά ακυρώνει την κοινωνική ενσωμάτωση της διαφορετικότητας, δημιουργεί εθνοφοβικά σύνδρομα και οδηγεί σε κοινωνικές εντάσεις, τη στιγμή που όλες οι εθνικές κοινότητες είναι «ιερές» στο βαθμό που όλες είναι «ανίερες», εφόσον όλες είναι θρησκείες χωρίς θεό, έχοντας υποκαταστήσει την πίστη στο θεό με την πίστη στην πατρίδα.
Το
ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσει η Εκκλησία μετά
την ενδεχόμενη χειραφέτησή της από τις εθνι(κιστι)κές της φαντασιώσεις; Το
ερώτημα αυτό συσχετίζεται άμεσα με το αν η Εκκλησία είναι διατεθειμένη να
απαλλαγεί από τις δομές εξουσίας με τις οποίες έχει συνδεθεί εδώ και δύο
περίπου αιώνες και αναπαράγει με «θρησκευτική ευλάβεια».
*Ο Πολύκαρπος Καραμούζης γεννήθηκε το 1969 στην Αθήνα. Σπούδασε Θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών και Μεθοδολογία, Ιστορία και Θεωρία της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη Θρησκειολογία, ενώ εκπόνησε την Διδακτορική του Διατριβή στην Κοινωνιολογία της Θρησκείας, με θέμα: «Κράτος Εκκλησία και Εθνική Ιδεολογία στη Νεώτερη Ελλάδα. Η πολιτική διαμεσολάβηση της θρησκείας στη νεοελληνική κοινωνία του μεσοπολέμου». Πρόσφατα δημοσιεύθηκε η μελέτη του με θέμα: «Κριτική Φιλοσοφία της Θρησκείας. Θρησκευτικός αυταρχισμός και ανθρώπινη ελευθερία στο έργο του Έριχ Φρόμ». Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του επιστημονικού περιοδικού «Θρησκειολογία Ιερά Βέβηλα». Σήμερα διδάσκει Συγκριτική Θρησκειολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. |














