Άρθρα - Μελέτες
Περιλήψεις Εισηγήσεων
Το Θεσμικό και Χαρισματικό στοιχείο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία | Το Θεσμικό και Χαρισματικό στοιχείο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία |
|
|
|
|
του Σταύρου Γιαγκάζογλου, Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
Σάββατο 14 Μαΐου 2005
Η Εκκλησία στα σχολαστικής έμπνευσης δογματικά
εγχειρίδια του παρελθόντος ορίζεται ως το επίγειο θείο καθίδρυμα της κοινωνίας
των πιστών. Προέρχεται από τον Χριστό και τους Αποστόλους που μεταβιβάζουν την
εκκλησιαστική εξουσία και διαδοχή στους επισκόπους. Πρόκειται για μία σαφώς
ιεροκρατική αντίληψη που διακρίνει ιστορικά, διοικητικά και θεολογικά το σώμα
της Εκκλησίας σε κλήρο και λαό. Γνώρισμα της παραδοσιακής Ρωμαιοκαθολικής
θεολογίας, ο τονισμός αυτός της Εκκλησίας ως καθιδρυματικού θεσμού εμπεριέχει
μια νομικίστικη αντίληψη που τοποθετεί την αυθεντία της Εκκλησίας σε έξωθεν
επιβαλλόμενα στο σώμα των πιστών ατομικά ή συλλογικά σχήματα, όπως ο πάπας, το
magisterium, η Αγία Γραφή, η Ιερά Παράδοσις. Ο Χριστός ως ιδρυτής της Εκκλησίας
εφοδίασε τον θεσμό της Εκκλησίας με τα απαραίτητα μέσα για την πορεία και ζωή
της. Σε μια τέτοια προοπτική, η αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας κατανοείται
από την σκοπιά της παγκοσμιότητας. Η Εκκλησία απαρτίζεται από μέρη και η
καθολικότητά της ενέχει μιαν
αυστηρά ιεραρχική δομή με κορυφή το πρωτείο του πάπα. Σε μιαν ευθύγραμμη κατανόηση της αποστολικής διαδοχής, ο επίσκοπος, λόγω της ιερωσύνης του, έχει προτεραιότητα έναντι της ίδιας της κοινότητας αλλά και της θείας ευχαριστίας. Η θεία ευχαριστία κατανοήθηκε «σακραμενταλιστικά» ως ανάμνηση μιας παρελθούσης πράξεως ενώ τα λειτουργήματα της Εκκλησίας ως αξιώματα. Η θεσμική αυτή εκδοχή της Εκκλησίας αυτονομήθηκε ιστορικά σε τέτοιο βαθμό που προκάλεσε την Μεταρρύθμιση ακριβώς ως αντίδραση στον υπερβολικά ιδρυματικό και δικανικό χαρακτήρα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Για τους Μεταρρυθμιστές η αλήθεια και η ενότητα της Εκκλησίας δεν εντοπίζεται στη συγκεντρωτική και ιεραρχική οργάνωση και αυθεντία αλλά στην χαρισματική ελευθερία που παρέχει στους πιστούς το ʼγιο Πνεύμα δια μέσου της Γραφής. Με τέτοια τραυματική εκκλησιολογική εμπειρία, η δυτική θεολογία με τους Harnack και Hatch υιοθέτησε την περίφημη διάκριση μεταξύ «πνεύματος και ιεραρχίας» (Amt und Geist), μεταξύ θεσμού και χαρίσματος. Η ύπαρξη αλλά και η ζωή της Εκκλησίας φαίνεται να εξαντλείται στις δύο αυτές ανταγωνιστικές όψεις. Η εκκλησιολογία πάσχει και αντανακλά την αντίθεση μεταξύ θεσμού και χαρίσματος, ιεραρχίας και κοινωνίας, κληρικαλισμού και λαϊκισμού σαν μια εγγενή προς τη φύση της αγκύλωση. Από αυτή την πόλωση μεταξύ θεσμού και χαρίσματος δεν φαίνεται να είναι άμοιρη και η παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας ως τις μέρες μας. Αιρέσεις, όπως ο Μαρκιωνιτισμός και ο Μοντανισμός, απέρριπταν την ιεραρχική οργάνωση και τα Μυστήρια της Εκκλησίας, αναπτύσσοντας ένα ισχυρό προφητικό και ενθουσιαστικό κίνημα. Η πραγματική Εκκλησία είναι η Εκκλησία του Πνεύματος που συμπληρώνει την αποκάλυψη του Χριστού και κυβερνάται από χαρισματούχους προφήτες, ενώ τα μέλη της πρέπει να διακρίνονται για την ηθική τους πειθαρχία και καθαρότητα. Αν σύνολη η εκκλησιολογική εξέλιξη μέχρι τους αποστολικούς Πατέρες δεν εμφανίζει το πρόβλημα αυτό, τα πράγματα αλλάζουν με τον Ωριγένη και την επίδρασή του στην παράδοση της Ανατολής. Στον Αλεξανδρινό διδάσκαλο η λατρεία αλλά και η ίδια η Εκκλησία διακρίνεται σε «εξωτερική» και σε «εσωτερική». Η ευχαριστία και κάθε μυστηριακή πράξη της Εκκλησίας ενέχει, απλώς, συμβολιστικό και αλληγορικό νόημα, ενώ ο Χριστός κατανοείται μάλλον ως αφετηρία προς τον άσαρκο Λόγο με την έμπνευση που παρέχει στο νου του ανθρώπου το ʼγιο Πνεύμα. Τέλειος άνθρωπος είναι ο «γνωστικός». Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στον τύπο του χαρισματικού και πνευματικού πιστού που συλλαμβάνει το αληθινό περιεχόμενο των βιβλικών τύπων. Τα λειτουργήματα της Εκκλησίας, αν δεν ατονούν πλήρως, αφορούν απλώς το επίπεδο των απλοϊκών πιστών. Δίχως καμία χριστολογική αναφορά, η αντίληψη μιας κοινωνίας των νοερών όντων που αρνείται τη σωματική διάσταση, επειδή μονάχα ο νους του ανθρώπου συγγενεύει κατά τα νεοπλατωνικά πρότυπα με τη θεότητα, θα επιχειρηθεί να εισαχθεί από το μαθητή του Ωριγένη Ευάγριο Ποντικό στο μοναστικό πνεύμα της χριστιανικής Ανατολής. Η επίδραση του Ωριγενισμού υπήρξε καταλυτική στη διαμόρφωση του ασκητικού ιδεώδους του Μοναχισμού. Η Εκκλησία θεωρείται αποκλειστικά ως θεραπευτήριο (του νου) από τα πάθη, ενώ ο Μοναχισμός εκλαμβάνεται ως η αποκλειστική μέθοδος της μυστικής ένωσης του πιστού με τον Θεό. Πέρα από τα καθαρώς θεωρητικά συμπτώματά της που καταδικάστηκαν άλλωστε, ως θεολογικές εκτροπές (Ε΄ Οικ. Σύνοδος), η ωριγενιστική προσέγγιση της Εκκλησίας μέσα στους μοναστικούς κύκλους της ορθόδοξης Ανατολής διαμόρφωσε μία μονομερώς θεραπευτική αντίληψη της Εκκλησιολογίας. Έτσι εξασθενούν και μόνο ως υποβοηθητικά μέσα για την επίτευξη της ατομικής κάθαρσης υφίστανται τα λειτουργήματα, οι θεσμοί της Εκκλησίας, συχνά ακόμη και αυτή η μυστηριακή ζωή της. Από θεολογικής πλευράς οι Έλληνες Πατέρες όπως ο Αθανάσιος, οι Καππαδόκες, ο Χρυσόστομος, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης και άλλοι, επανένταξαν τη θεραπευτική προσέγγιση της Εκκλησιολογίας στην ευχαριστιακή της ολοκλήρωση και προοπτική, όπως εξαρχής συνέβη με την εμπειρία της αρχαίας Εκκλησίας. Μεγαλειώδης κορύφωση της αρμονικής σύνθεσης μεταξύ ευχαριστιακής εμπειρίας και ασκητικού βιώματος συνιστά η θεολογία του αγίου Μαξίμου Ομολογητή. Στο έργο του Μυσταγωγία ο Μάξιμος Ομολογητής προέβη στην πρόσληψη του κοσμολογικού στοιχείου της ωριγενιστικής παράδοσης και στη σύνδεσή του όχι με την αρχική τελειότητα των νοερών όντων αλλά -πράγμα παράδοξο για την αρχαιοελληνική νοοτροπία- με την εσχατολογική διάσταση της θείας Ευχαριστίας. Η Εκκλησία ανοίγεται σε συμπαντικές διαστάσεις μιας κοσμικής λειτουργίας. Θέτοντας τη θεία λειτουργία στις κοσμικές της διαστάσεις ο άγιος Μάξιμος θεωρεί ότι η ευχαριστιακή αναφορά είναι το έσχατο στοιχείο που εκφράζει την ταυτότητα της Εκκλησίας. Στη μεταμόρφωση και προσαγωγή στο Χριστό σύμπαντος του αισθητού και νοερού κόσμου, των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον υλικό κόσμο τοποθετεί τη θεραπευτική Εκκλησιολογία. Το θεραπευτικό στοιχείο της κάθαρσης, η απαλλαγή του κόσμου από το κακό, είναι απαραίτητο, δίχως όμως να συνιστά το έσχατο και τελικό κριτήριο της Εκκλησιολογίας. Τελικός προορισμός της Εκκλησίας είναι η ευχαριστιακή μεταμόρφωση όλης της δημιουργίας, υλικής και πνευματικής, και η προσαγωγή της στον Θεό.
Ωστόσο,
η επίδραση της ωριγενιστικής παράδοσης στο Μοναχισμό κληρονόμησε ως τις μέρες
μας μια σειρά από ποιμαντικά και θεσμικά προβλήματα που εντοπίζονται κυρίως σε
ένα είδος πολωτικού ανταγωνισμού μεταξύ της θεσμικής ιεραρχίας και του
χαρισματικού στοιχείου, επισκόπων και μοναχών, ευχαριστιακής ζωής και ασκητικής
καθαρότητας, δημιουργώντας ανάλογα και κρίσιμα εκκλησιολογικά διλήμματα. Η
εκκλησιολογική συζήτηση που ξεκίνησε με το κίνημα των Σλαβοφίλων, την θεολογία της
ρωσικής διασποράς, την ελλαδική θεολογική ανανέωση του 60, συνεχίζεται ως τις
μέρες μας διαλεγόμενη γόνιμα και με την δυτική εκκλησιολογία. Η υπαρξιακή
σημασία της κοινωνίας, του προσώπου, της καθολικότητας, η σχέση μεταξύ
Χριστολογίας και Πνευματολογίας στην εκκλησιολογίας, η θεολογία των ακτίστων
ενεργειών και κυρίως η εσχατολογική προοπτική θεσμών και χαρισμάτων
ανανοηματοδοτούν το περιεχόμενο της περί Εκκλησίας θεολογίας. Πού τίθεται,
λοιπόν, η ταυτότητα της Εκκλησίας; Στην υπό τον επίσκοπο ευχαριστιακή σύναξη,
στους θεσμούς και τα λειτουργήματα της κοινότητας ή στο μοναστήρι και στην άσκηση
κατά των παθών; Πως συνδέεται το θεσμικό-ιεραρχικό στοιχείο με το
χαρισματικό-υπαρξιακό. Η θεία ευχαριστία και τα λειτουργήματά της δεν
εμπεριέχουν και απαιτούν την εισαγωγική διάσταση της θεραπείας και κάθαρσης;
Μήπως η εμμονή στο ασκητικό ιδεώδες της αγιότητας εκφράζει μια βαθύτατη
ανησυχία να μη μεταβληθούν τα εκκλησιολογικά λειτουργήματα από εσχατολογικές
φανερώσεις της Βασιλείας σε απονεκρωμένους και δικανικούς θεσμούς, που θα
εξυπηρετούν μια ιδρυματική αυθεντία και τη συντήρηση των τύπων ή, ακόμη
χειρότερα, διάφορες ατομικές φιλοδοξίες και κοσμικές επιδιώξεις; Θεραπευτική,
λοιπόν, ή ευχαριστιακή Εκκλησιολογία; Προηγείται ο θεσμός ή το χάρισμα στην
Εκκλησία; Πέρα από τη θεολογική σύνθεση για την ορθή σχέση των δύο αυτών
παραγόντων της ορθόδοξης Εκκλησιολογίας επιβάλλεται σε πρακτικό επίπεδο η
υπέρβαση μιας τέτοιας διελκυστίνδας που επανέρχεται συχνά πυκνά και σήμερα
στους κόλπους της Ορθοδοξίας. |














