Μητροπολίτου Δημητριάδος Ιγνατίου, Σκέψεις πάνω στις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους σήμερα. Εισήγηση στην εκδήλωση του περιοδικού «Σύναξη»: «Για τον αναστοχασμό των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας» . Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, 22-2-2010.
Μητροπολίτη Νιγηρίας Αλέξανδρου, "Ιεραποστολή και Πολιτισμός"(παρουσίαση στο Συνέδριο της Ακαδημίας: Εκκλησία & Πολιτισμός).
Η εκκλησιαστική κοινότητα είχε εξ
αρχής στέρεη τη συνείδηση οτι ζεί και πορεύεται στον κόσμο, αλλά ότι δεν
αποτελεί δημιούργημα αυτού του κόσμου (εν
τω κόσμω αλλ’ ουχ εκ του κόσμου). Το εσχατολογικό και ευχαριστιακό είναι
της Εκκλησίας προσδίδει έναν αντινομικό χαρακτήρα στην ταυτοτητά της: ενώ
σχετίζεται με τον εκάστοτε ανθρώπινο πολιτισμό, διατηρώντας την εγκόσμια και
σαρκωτική προοπτική της, δεν διολισθαίνει εντούτοις στην ταύτιση με ένα
ιστορικό σχήμα και στο συσχηματισμό της με το πνεύμα του κόσμου. Τούτο δεν
σημαίνει οτι δεν υπήρξαν, στη δισχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας και στη σχέση
της προς το εκάστοτε πολιτιστικό μόρφωμα, πολλές περιπτώσεις όχι μόνο σύγχυσης
κριτηρίων αλλά και πλήρους ταύτισης του εκκλησιαστικού γεγονότος με
συγκεκριμένες, πράγματι πολύ υψηλές κατά τα άλλα, πολιτιστικές εκδηλώσεις της
ανθρώπινης δημιουργικότητας (βλ. Βυζάντιο). Εν προκειμένω, το ζήτημα της σχέσης
Ελληνισμού (πολιτισμού) και Χριστιανισμού (ευαγγελίου) αποτελεί το
χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για τον
τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία οφείλει να αντιμετωπίζει σήμερα τη σχέση της με
τον μεταμοντέρνο κόσμο.
Δείτε το νέο πρόγραμμα του ακαδημαϊκού έτους 2008-09 εδώ
See the new programme of the academic year 2008-09 here
Η
Θεία Ευχαριστία ―το κατ’ εξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας, το μυστήριο που
συγκροτεί την Εκκλησία και συνάγει επί το αυτό τον διασκορπισμένο λαό του Θεού―
σχετίστηκε από πολύ νωρίς ήδη με την εμπειρία πρόγευσης των εσχάτων και προληπτικής
φανέρωσης της ερχόμενης Βασιλείας, καθώς η Ευχαριστία θεωρήθηκε εικόνα και
σύμβολο των εσχάτων στην Ιστορία. Η προσμονή της Βασιλείας λοιπόν και το όραμα
μιας άλλης ζωής πέρα από την αδικία και τη διαίρεση, τη φθορά και το θάνατο
σφραγίζει εξ αρχής τη θεολογία και τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας, ενώ
αργότερα αποτυπώνεται και στην ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση που, αντίθετα
από τις επικρατούσες συχνά αντιλήψεις, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί πρωτολογικά
αλλά εσχατολογικά.
Η ιστορική μοίρα οδήγησε τους ορθόδοξους λαούς σε μακραίωνη γειτνίαση και συμβίωση με λαούς η θρησκεία των οποίων ήταν το Ισλάμ. Ο διάλογος της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ μας πάει τόσο πίσω στο παρελθόν, που συναντάει τις μορφές του αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Οι μνήμες του παρελθόντος όμως περιλαμβάνουν δεινά αλλά και θετικά εκατέρωθεν. Το φαινόμενο, άλλωστε, της κινητικότητας και μετανάστευσης των πληθυσμών στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας επιφέρει έντονη θρησκευτική πολυχρωμία αλλά και σημαντική μουσουλμανική παρουσία τόσο στην ελληνική όσο και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπου το Ισλάμ έπαψε προ πολλού να είναι ο μακρινός «άλλος», ο ξένος, και έγινε ο γείτονας και ο σύνοικος.
Σ’ έναν κόσμο όπου η κλαγγή του πολέμου, της τρομοκρατίας και των διενέξεων καλύπτεται συνήθως με την επίκληση της θρησκευτικής πίστης, ορθώνοντας έτσι μεταφυσικά τείχη, αναδύεται ταυτόχρονα από την κριτικά τοποθετημένη συνείδηση του πιστού η ανάγκη οικοδόμησης διαύλων διαθρησκειακής επικοινωνίας και συνεννόησης, ιδίως μεταξύ των αυτών που δηλώνουν, και θέλουν να είναι, «παιδιά του Αβραάμ». Απέναντι σε όσους θεματοποίησαν ιδεολογικά την Σύγκρουση των θρησκειών και των πολιτισμών και στους μιλιταριστές πολιτικούς που κηρύσσουν νέες σταυροφορίες, η θεολογία οφείλει να επιμείνει στον αγαπητικό διάλογο, το σεβασμό και τη δεξίωση της θρησκευτικής και πολιτισμικής ετερότητας, μέσω της σοβαρής και έντιμης θεολογικής συζήτησης.
Ο Θεός και ο
Καίσαρας ορίζουν δύο ξεχωριστές πραγματικότητες σε διαρκή διαλεκτική σχέση μέσα
στην Ιστορία. Ο Ιησούς Χριστός αποκάλυψε την αγάπη, την κένωση και τη διακονία
ως τρόπο υπάρξεως του Θεού. Αντίθετα ο τρόπος του Καίσαρα, σύμφωνα με τα
Ευαγγέλια, είναι η καταδυνάστευση και η κυριαρχία, ο φόβος και η εξουσία.
Η Εκκλησία και η πολιτική δεν μοιράζονται η πρώτη την
πνευματική λεγόμενη σφαίρα της ζωής του ανθρώπου και η δεύτερη την
υλική-κοσμική. Η Εκκλησία, πιστή στη θεολογία της Ενσάρκωσης, θέλει να
μεταμορφώσει και να σώσει τον όλο άνθρωπο, την ανθρώπινη φύση και Ιστορία, άρα
και την πολιτική, κοινωνική, οικονομική ζωή.
Η Εκκλησία, εντούτοις, δεν μπορεί να προδώσει την
ουσία και την αποστολή της μεταβαλλόμενη σε σχήμα και εξουσία του αιώνος
τούτου. Το ζητούμενο για την Εκκλησία είναι η ανακαίνιση και μεταμόρφωση του
σύμπαντος κόσμου, και όχι η με κάθε μέσο και τρόπο παρουσία της στο δημόσιο
χώρο, επικαλούμενη την προσφορά της στους αγώνες του έθνους ή προβάλλοντας την
κοινωνική της χρησιμότητα, καλλιεργώντας έτσι τη σύγχυση ανάμεσα στην ιδιότητα
του πολίτη και του πιστού.
Δίκαια ο αιώνας που μας πέρασε χαρακτηρίστηκε ως ο αιώνας της εκκλησιολογίας. Οι μεγάλες κοινωνικές, επιστημονικές και τεχνολογικές ανακατατάξεις, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η ανάδειξη των προβλημάτων του τρίτου κόσμου, οδήγησαν τις «εκκλησίες» σε αναστοχασμό, αυτοκριτική και δραστηριοποίηση, αναζητώντας δρόμους συνεργασίας και συναντίληψης, αλληλοκατανόησης και συμπόρευσης, που φθάνει μέχρι και τη συζήτηση για ένωση, εάν και εφόσον οι συνθήκες “και κυρίως αυτές που αφορούν ζητήματα πίστεως” το επιτρέψουν. Ακόμη και το φαινόμενο της «επιστροφής της θρησκείας» στο σύγχρονο κόσμο, ως αποτέλεσμα των αδιεξόδων της ύστερης νεωτερικότητας, στάθηκε παράγοντας ενεργοποίησης του κοινωνικού ρόλου των Εκκλησιών, αλλά κυρίως και κατεξοχήν, παράγοντας ανανοηματοδότησης της αυτοσυνειδησίας τους. Κατανοήθηκε, για παράδειγμα, πως η αφηρημένη θεολογία και η εκκλησιολογία χωρίς αντίκρισμα στη ζωή, με ατομικιστικές κατανοήσεις και πρακτικές αναδείχθηκε από τα πράγματα ατελέσφορη και οδηγήθηκε ανεπιστρεπτί στο παρελθόν.
Αναντίρρητα η Ορθόδοξη Θεολογία, στο πρόσφατο σχετικά παρελθόν, επεξεργάστηκε με αρκετή επιτυχία βασικές διαστάσεις της περί Εκκλησίας θεολογίας.
Η καταιγιστική εμφάνιση και εδραίωση ποικίλων ετεροτήτων (εθνικών, φυλετικών, θρησκευτικών, ιδεολογικών, κοινωνικών, ηλικιακών κλπ) στη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών, οδήγησαν στην απώλεια του ομογενοποιημένου κοινωνικού και θρησκευτικού χώρου και στη ριζική μεταμόρφωση των κλειστών παραδοσιακών κοινωνιών. Η οικονομική ανάπτυξη, η επανάσταση της πληροφορικής, οι ραγδαίες γεωπολιτικές μεταβολές και οι συνακόλουθες πληθυσμιακές μετακινήσεις, επέφεραν ριζικές ανακατατάξεις και αναμίξεις πληθυσμών και πολιτισμών, καθιστώντας επείγον και επίκαιρο το αίτημα της θρησκευτικής συνύπαρξης και του διαλόγου των πολιτισμών, αλλά και αναδεικνύοντας τον κίνδυνο του θρησκευτικού συγκρητισμού, με πάντοτε ανοιχτή όμως την πρόκληση του ευαγγελισμού και της ιεραποστολής. Παράλληλα, η προϊούσα ολοκλήρωση του φαινομένου της εκκοσμίκευσης, με την χειραφέτηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής από την εκκλησιαστική επιρροή, ασκεί όλο και περισσότερο πίεση για την υποχώρηση της κυρίαρχης θέσης των θρησκειών πολύ περισσότερο της μιας θρησκείας από τη δημόσια σφαίρα.
Καταγράφεται επίσης μία σαφής μετατόπιση από τα ομαδικά και κοινωνικά στα ατομικά δικαιώματα που ιδεολογικοποιεί την πολυδιάσπαση του υποκειμένου.
Φύλο και θρησκεία - Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία
Το
καινούργιο και ριζοσπαστικό στοιχείο που χαρακτηρίζει εξαρχής τη θεολογία και
την πράξη της χριστιανικής Εκκλησίας -ως αποτέλεσμα της ευχαριστιακής και
εσχατολογικής της ταυτότητας- είναι η υπέρβαση των κάθε μορφής διασπάσεων
(φύλου, φυλής, έθνους, κοινωνικής τάξης). Στην νέα εν Χριστώ πραγματικότητα που
βιώνει και κηρύττει η Εκκλησία, δεν υπάρχει χώρος για κανενός είδους διαχωρισμό
ή ανισότητα: "ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος,
ουκ ενι άρσεν και θήλυ. πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού" (Γαλ.,
3, 28).
Ο
Χριστιανισμός, σε αντίθεση με τις ιδέες και τις πρακτικές της ανδροκρατικής
εποχής του, ανατίμησε τη θέση και το ρόλο της γυναίκας, ενώ κορυφαίοι
εκπρόσωποι του δεν δίστασαν να καταγγείλουν τους άδικους εις βάρος της νόμους:
"άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες, δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία"
(άγιος Γρηγόριος Θεολόγος). Στο πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας ο άνθρωπος αξιώθηκε
να γεννήσει εντός της ιστορίας τον"Υιό και Λόγο του Θεού, ενώ η ύπαρξη του
θεσμού των Διακονισσών στην Αρχαία Εκκλησία και καθ όλη σχεδόν την περίοδο του
Βυζαντίου, μαρτυρεί για τη νέα αυτή πραγματικότητα. Παράλληλα όμως προς την
απελευθερωτική αυτή στάση, δεν έλειψαν στον εκκλησιαστικό χώρο και οι τάσεις
υποτίμησης της γυναίκας, καθώς πολύ (συχνά αυτή συνδέθηκε με το κακό και την
αμαρτία. Η ιεραρχική υπαγωγή της γυναίκας στον άνδρα -"κληρονομιά"
του αρχαιοελληνικού και ιουδαϊκού κόσμου- πέρασε ως ένα βαθμό στη ζωή και τους
θεσμούς της Εκκλησίας, αναπαράγοντας σχήματα και δομές σε προφανή αναντιστοιχία
με τη θεολογική και εσχατολογική της αυτοσυνειδησία.
Επισκεφτείτε την Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας πατώντας εδώ .
Με δυο λόγια
Η
Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και
διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά
αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού
πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια
και εκδόσεις.
Η Ακαδημία On Line
On line ενημέρωση, παρακολούθηση και συμμετοχή στις συνεδρίες και τιςεκδηλώσεις: www.imdradio.gr(μέσω του ραδιοφωνικούσταθμού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», 104 FM στο Internet)